Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Τα παθήματα των Ραγιάδων



Τα παθήματα των Ραγιάδων
ΤΑ ΠΑΘΗΜΑΤΑ  ΤΩΝ ΡΑΓΙΑΔΩΝ
(Από τον Λόγο περί Ελευθερίας Ανωνύμου του Έλληνος, 1806)
Μύριοι είναι οι τρόποι με τους οποίους οι σκληροτράχηλοι Οθωμανοί δίδωσι τον θάνατον εις τους αθώους Έλληνας, ο συχνότερος όμως είναι το κρέμασμα. Οι πλάτανες των Ιωαννίνων είναι αδιακόπως φορτωμένοι από σώματα νεκρά. Ο σκληρόκαρδος τύραν­νος Αλής πολλούς απεκεφάλισε με το πριόνι, άλλους έπνιξεν εις την λίμνην, άλλους εφόνευσεν θέτοντας επάνω εις το στήθος των ανυπόφορα βάρη, άλλους έθαψεν ζωντανούς, πολλών εσύντριψεν τας χείρας, τους πόδας και έπειτα την κεφαλήν, πλήθος επαλούκωσεν και από δύο Σουλιώτας όπου εφύλαττεν διά ενέχυρον, τον μεν ένα επρόσταξε και τον έγδαραν ζωντανόν, τον δ' έτερον εσούβλισαν και έπειτα έψησαν ζωντανόν.
ΚΙΒΩΤΟΣ
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ
ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ Α' ΜΑΡΤΙΟΣ 1952
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΑΣΤΗΡ"ΠΗΓΗ  www.impantokratoros.gr

Παλαιών Πατρών Γερμανός



Παλαιών Πατρών Γερμανός
 ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
Ο Επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός ήταν ο Εθνεγέρτης του Μωρηά, μαζί με τους οπλαρχηγούς και τους προκρίτους.
Γεννήθηκε στη Δημητσάνα στα 1778. Πήγε στη Σχο­λή της γενέτειράς του. Και δάσκαλο είχε τον Αγάπιο. Αργότερα κατέβηκε στο Άργος, όπου χειροτονήθηκε διά­κονος. Και μετά πήγε στη Σμύρνη, όπου συνάντησε το συμπατριώτη του, τον Μητροπολίτη Γρηγόριο, και κατό­πιν Εθνομάρτυρα Πατριάρχη. «Κι ο Γρηγόριος, που άλλο δε ζητούσε παρά να βοηθάει νέους για να γίνουν χρήσι­μοι στην Εκκλησία και στο Έθνος», του έδωσε όλα τα μέσα για να σπουδάσει στη Σχολή της Σμύρνης. Εκεί ο διάκονος Γερμανός παρακολούθησε θεολογικά μαθήμα­τα, Φιλοσοφία, Φιλολογία και γαλλική λογοτεχνία. Έτσι έγινε ένας μορφωμένος κληρικός, τόσο δύσκολο για τα χρόνια εκείνα της σκλαβιάς. Δεν ήταν όμως μόνο αυτά που έκανε ο σεβαστός Ιεράρχης για το συμπατριώτη του. Του έδινε κι ένα άλλο ανεκτίμητο δώρο: τον εαυτό του, ζωντανό παράδειγμα, γεμάτο ζήλο κι αφοσίωση στην ιε­ρή του αποστολή.
Όταν ανέβηκε στον Πατριαρχικό θρόνο ο Γρηγόριος ο Ε', τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη και ο Γερ­μανός. Κι έγινε τότε το «δεξί» χέρι του Πατριάρχη... Το αυστηρό του ήθος, η σοβαρότητά του, η αξιοπρέπειά του τον επέβαλλαν στο Πατριαρχείο και στην ελληνική κοινό­τητα.
Ο Γερμανός γράφει την εξής χαρακτηριστική φράση:
«Ο άνθρωπος που νοιώθει ευγνωμοσύνη προς τους συνεργάτες του, είναι έτοιμος να κινδυνεύση μαζί τους όταν αδίκως πάσχουν».
Κι αυτό ήρθε στιγμή που το έδειξε και στην πράξη. Όταν οι Τούρκοι εξόρισαν τον Γρηγόριο τον Ε' στο Άγιο Όρος, τον ακολούθησε και ο Γερμανός, πρεσβύτερος τό­τε.
Αλλ' ο Πατριάρχης δεν τον κράτησε πολύ κοντά του. «Γύρισε στην Κωνσταντινούπολη, του είπε. Εδώ δεν χρειά­ζεσαι τώρα πια. Ενώ εκεί θα είσαι πολύ χρήσιμος».
Γύρισε στην Πόλη και σε λίγα χρόνια, χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, στις 25 Μαρτίου 1807.
Ο νέος Ιεράρχης κατέβηκε στο Μωρηά γεμάτος ζωή και παλμό ιερό. Και ρίχτηκε στην πνευματική του αποστο­λή. Περιόδευε, καβάλα σε μουλάρι, από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη, όλο το Μωρηά. Και συμβούλευε και νουθετούσε. Και κατηύθυνε κάθε ενέργεια της Φιλικής Εταιρείας με κόπο και μόχθο και πρόσφερε από το υστέρημά του μεγάλα ποσά... Ως στις 10 Μαρτίου 1821 όταν κατέφυγε στην Αγία Λαύρα. Και σε δυο-τρεις μέρες έφθασαν εκεί και ο Επίσκοπος Κερνίκης, ο Ζαΐμης, ο Φω­τήλας, ο Λόντος και άλλοι. Εκεί πήραν τη μεγάλη απόφαση. Και ο Ιεράρχης τούς εξέθεσε τους κινδύνους και τους έδωσε θάρρος και τόλμη. Και κατέληξε με τη φράση: «Η ιστορία και το μέλλον της Ελλάδος στηρίζονται επάνω σε τρεις λέξεις: Θρησκεία, Ελευθερία, Πατρίς».
Στο Ιστορικό εκκλησάκι του Μοναστηριού λειτούργη­σε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Και μ' ευλάβεια και ιερή συγκίνηση οπλαρχηγοί και στρατιώτες κοινώνησαν των Άχραντων Μυστηρίων. Και στο τέλος από την Ωραία Πύλη ευλόγησε τη Σημαία της Ελληνικής Επαναστάσεως...
Έτσι η «αυλαία» της Εθνεγερσίας σηκώθηκε. Τα καριοφίλια άρχισαν να βροντούν. Οι μάχες άνισες, σκληρές, διαδέχονταν η μια την άλλη. Ο Παλαιών Πατρών Γερμα­νός πολλά πρόσφερε στα χρόνια της Εθνεγερσίας. Πέθα­νε από εξανθηματικό τύφο στο Ναύπλιο στα 1826.
Πολλοί Έλληνες και ξένοι ιστορικοί μίλησαν και μι­λούν με θαυμασμό για τον Εθνεγέρτη του Μωρηά. Ο ιστορικός Γόρδων έγραψε για τον Παλαιών Πατρών Γερ­μανό «ότι τα υψηλά του εκκλησιαστικά καθήκοντα και η δραστηριότης του ενέπνεαν τον ελληνικόν λαόν». Ο Γάλ­λος ιστορικός και Πρόξενος στην Πάτρα Πουκεβίλ ότι «ο Αρχιεπίσκοπος Γερμανός ήταν πολύ μορφωμένος, Ικα­νός και ενάρετος. Η φαντασία του ήταν ζωηρή. Η πίστις του ακράδαντος».
Ήταν μια μεγάλη φυσιογνωμία: Αγνός στη ζωή του, πιστός στο εθνικό χρέος, μεγαλόκαρδος στην ψυχή, με­γαλοπρεπής και επιβλητικός στο παράστημα, αλύγιστος κι όμως προσηνέστατος, πολύπειρος κι ωστόσο αδιάφθο­ρος, εύγλωττος, άλλα εχέμυθος, στάθηκε μια μορφή από τις πιο σημαντικές στο μεγάλο αγώνα».
Αντί για άλλο μήνυμα του, να λίγες γραμμές από τη «διακήρυξη» προς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, που Αυτός πρώτος υπέγραψε και «εστάλη» λίγο πριν την έκρηξη της Εθνεγερσίας.
«Ημείς, το ελληνικόν Έθνος των Χριστιανών, βλέ­ποντας ότι μας καταφρονεί το οθωμανικόν γένος, και σκο­πεύει τον όλεθρον εναντίον μας, πότε μ' έναν και πότε μ' άλλον τρόπον, απεφασίσαμεν σταθερώς ή να αποθάνωμεν όλοι ή να ελευθερωθώμεν. Και τούτου ένεκα, βαστούμεν τα όπλα εις χείρας, ζητούντες τα δικαιώματα μας....»
Δεσπόζουσα μορφή αναδείχθηκε ο Επίσκοπος Πα­λαιών Πατρών Γερμανός, που κλείνει την «αυλαία» της οθωμανικής κυριαρχίας και ανοίγει την πύλη της απελευ­θερώσεως των Ελλήνων. Ηγέτης συνετός και άντρας γεν­ναίος ο Επίσκοπος Γερμανός, ορθώνεται μπροστά και στο κάθε ορθόδοξο κληρικό της εποχής μας και του ζητάει τον ίδιο ζήλο και την ίδια αγωνιστικότητα να δείχνει στους σημερινούς πνευματικούς αγώνες!...
Μιλούν τα γεγονότα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ -ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ - 21
ΤΙΜΟΘΕΟΥ Κ. ΚΑΛΙΦΗ
Α' ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
ΠΗΓΗ
www.impantokratoros.gr

Η συμμετοχή του ράσου εις την επανάσταση το '21



Η συμμετοχή του ράσου εις την επανάσταση το '21
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ  ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ

 Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΡΑΣΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ‘21
Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ρά­σου στον πανεθνικό Αγώνα του '21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστα­σή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βα­θύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμέ­νης συνεργασίας» με τον κατακτη­τή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλειά της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγον­τας συχνά: «αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίικο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγα­ροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».
Μετά το κίνημα του Αλ. Υψη­λάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος-οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας1. Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γέ­νους θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνοτήτων... η συνέχεια εδώ.
Επανάσταση του 21

Κρυφό Σχολειό



Κρυφό Σχολειό
ΚΡΥΦΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
Μερικοί αμφισβητούν την ιστορική υπό­σταση των Κρυφών Σχολείων, με την αιτιολο­γία, όπως είπαμε, ότι η παιδεία δεν απαγορεύ­τηκε από την τουρκική αυτοκρατορία, γι' αυτό άλλωστε υπήρχαν οι τόσες ονομαστές σχολές του γένους. Αλλά τα αμφισβητούν και για ένα ακόμα λόγο, από την «έλλειψη» ιστορικών ντοκουμέντων σχετικά με τα Κρυφά Σχολειά. Για να δούμε όμως και επί του προκειμένου εί­ναι έτσι τα πράγματα;
«Τα Κρυφά Σχολειά συνεχίζονται εκεί που οι τοπικοί πασάδες και μπέηδες μάχονται τους καλόγερους και τα γράμματα», μας λέει ο Αλ. Ελλάδιος το 1714.
«Ο Γέρο Μαλαξός (Πρωτόπαπας) δίνει μαθήματα κρυφά στο σπίτι του, μέσα σ' ένα εξαθλιωμένο γυμνό δωμάτιο», μας λέει στην Περιγραφή του ο Γκέρλαχ το 1752.
 
«Το Κρυφό Σχολειό δεν είναι θρύλος. Το συνετήρησε, παρά τις καταδιώξεις, ο βαθύτατος πόθος του τυραννουμένου έθνους να υπάρξει», βροντοφωνεί ο κριτικός - ακαδη­μαϊκός - ιστορικός Δ. Κόκκινος.
Ο Μ. Πηγάς (1535-1602), λόγιος και Πα­τριάρχης Αλεξανδρείας, έκανε έκκληση στον τσάρο της Ρωσίας να φτιάξει σπουδαστήριο ελληνικών γραμμάτων στο βασίλειό του, γιατί στην Ελλάδα κινδυνεύει ν' αφανιστεί. η πηγή της σοφίας. (Ιστορία Ελλην. Έθνους). Εδώ φαίνεται καθαρά ο διωγμός που πέρασαν τα ελληνικά γράμματα κυρίως, τον 15ο και 16ο αιώνα, οπότε και δημιουργήθηκαν αναγκαστι­κά τα Κρυφά Σχολειά, που λειτουργούσαν κα­τά περιόδους κυρίως στις περιοχές των αρμα­τολών και κλεφτών και μάθαιναν τα «κλεφτόπουλα» γράμματα.
«Τα λίγα γράμματα που ξέρω, λέει ο γέρος του Μωριά, τα έμαθα από το "Ψαλτήρι" και το "Οχτωήχι" της εκκλησίας». Ασφαλώς σε κά­ποιο Μοναστήρι κρυφά. (Διήγηση συμβάντων ελληνικής φυλής). Και πράγματι, πώς ήταν δυ­νατό να φοιτήσει σε φανερό σχολείο ένας απόγονος των επικηρυγμένων Κολοκοτροναίων;
Χαρακτηριστικό για το πώς λειτουργού­σαν τα «Κρυφά Σχολειά» είναι και το ακόλου­θο γεγονός:
Όταν ο Ιμπραήμ σκορπούσε την κατα­στροφή στην Πελοπόννησο, ο ιερομόναχος Δοσίθεος, μορφωμένος κληρικός της Ι. Μονής των άγιων Θεοδώρων Καλαβρύτων, πήρε τα παιδιά του Σχολείου των Καλαβρύτων, στο οποίο ήταν δάσκαλος, και τα πήγε και τα δίδα­σκε «εν τοις σπηλαίοις» του Χελμού. (Α. Δασκαλάκης, τομ. Γ «Περί Παιδείας»).
Τα φανερά λοιπόν σχολεία, σε αρκετές περιπτώσεις την περίοδο της τουρκοκρατίας, γίνονταν κρυφά. Έτσι δούλευαν οι καλογεροδάσκαλοι της επο­χής εκείνης. Δεν έχαναν καμιά ευκαιρία για να διδάσκουν το γένος. Είχαν και μετέδιδαν τη συνείδηση ότι η «Πόλη» έπεσε και αλώθηκε μόνο τοπικά, όχι πνευματικά και εθνικά. Ο Χριστιανισμός και ο Ελληνισμός έμεναν άπτωτα και άτρωτα. Αυτά έτρεφαν και μόρφω­ναν το γένος μας.
Και πρώτος λόγος βέβαια για να λειτουρ­γούν «Κρυφά Σχολειά» ήταν το «ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ».
Ο Δ. Ζακυνθηνός στην ιστορία του «Η τουρκοκρατία» σελ. 13 γράφει:
«Κατά τακτά διαστήματα ανά πενταετίαν επί Μωάμεθ του Β', βραδύτερον δε ανά τετραετίαν, τριετίαν η και συχνότερον, διετάσσετο η στρατολογία χριστιανόπαιδων επί τη βάσει των υπό των τοπικών η κοινοτικών αρ­χών τηρουμένων μητρώων. Οι στρατευόμενοι ήσαν συνήθως ηλικίας από δέκα μέχρι δεκα­πέντε ετών».
Τα παιδιά, λοιπόν, που δεν θα υποτάσσον­ταν στο «παιδομάζωμα» ήταν αδύνατο να πη­γαίνουν σε φανερά σχολεία...
Αλλά οι Τούρκοι, κατά περιόδους, όταν αγρίευαν —και αγρίευαν πολλές φορές— απα­γόρευαν την ίδρυση σχολείων για να μη μορ­φωθεί και σηκώσει κεφάλι ο «ραγιάς». Κάθε τόσο, δηλαδή, αναιρούσαν τα περί ελεύθερης παιδείας.
Ο Ρίζος Νερουλός γράφει σχετικά, ότι «οι Τούρκοι απαγόρευαν αυστηρώς σε μερικές περιοχές την ίδρυση δημοσίων σχολείων από φόβο μήπως οι χριστιανοί μορφωμένοι γίνουν δούλοι επικίνδυνοι και δυσκολοκυβέρνητοι».
Έτσι, κατ' ανάγκη, δημιουργούσαν οι μορ­φωμένοι Έλληνες δικές τους εστίες γραμμά­των κρυφά.
Και οι Έλληνες αυτοί, κατά κανόνα, όπως λέγει και ο εθνικός μας ιστορικός Κ. Παπαρργόπουλος, ήταν κληρικοί.
Ο Διονύσιος Θερειανός λέει χαρακτηρι­στικά ότι «Ή Ορθόδοξος Εκκλησία εθέρμανε τα ελληνικά γράμματα, καταψυγέντα εν καιροίς χαλεπωτάτοις».
Ό Παπαφλέσσας, όπως γράφει ο «Λόγιος Ερμής» το 1819, συνιστά με επιστολή του στους κατοίκους της Πολιανής (στην Πελοπόν­νησο) να χρησιμοποιήσουν το Μοναστήρι της Σολομονής για Σχολείο... άλλοτε κρυφό και άλ­λοτε φανερό, ανάλογα με τις περιστάσεις.
Ο Νεόφυτος Μεταξάς, μοναχός της ι. Μο­νής Πεντέλης επί τουρκοκρατίας και μετέπειτα Μητροπολίτης Αθηνών, ο οποίος και συνέχι­σε την παράδοση των μοναχών της Πεντέλης να διδάσκουν τα σκλαβόπουλα γράμματα, γρά­φει, μεταξύ των άλλων, ότι «οι εφημέριοι των μοναστηριών και των ενοριών διετήρησαν, άλλοτε κρυφά και άλλοτε φανερά, με την διδασκαλίαν της πατρίου γλώσσης την παρακατα­θήκην (δηλαδή τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία) αμόλυντον και άμωμον».
Και σαν επιστέγασμα ας ξαναθυμηθούμε αυτό που μαθαίναμε από μικρά παιδιά και που το έκφρασε θαυμάσια η λαϊκή μούσα στα χρό­νια της τουρκοκρατίας, και που αν δεν αποτε­λούσε πραγματικότητα δεν θα το 'κανε τρα­γούδι η παράδοση των ραγιάδων:
Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ
να πηγαίνω στο σχολειό
να μαθαίνω γράμματα,
γράμματα σπουδάγματα
του Θεού τα πράγματα.
Γύρω από τα θέματα αυτά γενικώς πολλές πληροφορίες μας δίνουν και τα έργα των ιστορικών Π. Καρολίδη, Κ. Παπαρρηγόπουλου, Σπυρ. Τρικούπη, Μιχ. Βολονάκη, Δ. Κόκκινου, Φραντζή, Γρηγ. Παπαμιχαήλ, Αθ. Βακαλόπουλου, Κ. Καιροφύλα, Αν. Γούδα, Κ. Σάθα, Πουκεβίλ - Γάλλου προξένου σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας την εποχή εκείνη. Δημ. Μπαλάνου, Γ. Σωτηρίου, Χρ. Παπαδοπούλου, Τ. Γριτσοπούλου, κ.α. Δεν κάνουμε «σχολαστι­κές» παραπομπές, για να μην είναι κουραστικό το βιβλίο μας.
Και ας το ξαναπούμε, τα Κρυφά Σχολειά ό­σο και αν τα πολεμούν θα βρουν, γιατί είναι ιστορική πραγματικότητα, από τη μια άκρη της Ελλάδας ως την άλλη.
Μιλούν τα γεγονότα
ΕΚΚΛΗΣΙΑ -ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ - 21
ΤΙΜΟΘΕΟΥ Κ. ΚΑΛΙΦΗ
Α' ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΠΗΓΗ
www.impantokratoros.gr

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου



Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας
Λόγος εις τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου
Τρία σημαντικότατα γεγονότα στην ιστορία του κόσμου εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας.
To πρώτο είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, τον οποίο εορτάζουμε σήμερα με χαρά και αγάπη, αλλά και με δέος ενώπιον του μεγαλείου του γεγο­νότος αυτού, το οποίο ονομάζεται «κεφάλαιον» (δη­λαδή αρχή) της σωτηρίας μας.
Εννέα μήνες μετά τον Ευαγγελισμό πραγματο­ποιήθηκε και το δεύτερο από τα σημαντικότερα γε­γονότα, η κατά σάρκα Γέννηση του Κυρίου μας Ιη­σού Χρίστου. Κορυφή και ολοκλήρωση της σωτηρί­ας μας θα είναι η ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χρί­στου μετά από ένα φρικτό θάνατο πάνω στο Σταυρό.
Όχι μόνο μια φορά αλλά πολλές φορές φανερώ­θηκαν στους αγίους άγγελοι. Έξι μήνες πριν τον Ευ­αγγελισμό της Παναγίας Παρθένου Μαρίας στάλθη­κε ο αρχάγγελος Γαβριήλ στον ιερέα Ζαχαρία, ο οποίος υπηρετούσε στο ναό, για να του αναγγείλει, ότι απ' αυτόν θα γεννηθεί ο μεγαλύτερος μεταξύ των αν­θρώπων, ο Πρόδρομος του Κυρίου ο Ιωάννης. Και σήμερα ο ίδιος φέρνει το χαρμόσυνο άγγελμα στην Υπεραγία και άχραντο Παρθένο Μαρία, η οποία ζού­σε στο ταπεινό φτωχόσπιτο του ξυλουργού Ιωσήφ.
Ο διάλογος του με την Παναγία είναι τόσο άγι­ος και μεγαλειώδης που δεν τολμώ να τον περιγράψω με δικά μου λόγια αλλά πρέπει να τον επαναλά­βω με Ευαγγελικά λόγια.
Όταν μπήκε ο αρχάγγελος στο υπερώο, είπε:
«Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου· ευλο­γημένη συ εν γυναιξίν.
Η δε ιδούσα διεταράχθη επί τω λόγω αυτού, και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος, και είπεν ο άγγελος αύτη· μη φοβού, Μαριάμ- εύρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ. και ιδού σύλληψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το άνομα αυτού Ιησούν. ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον αυτού του πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος.
Είπε δε Μαριάμ προς τον άγγελον πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω; και αποκριθείς ο άγ­γελος είπεν αύτη· Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι· διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού...
Είπε δε Μαριάμ· ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου. και απήλθεν απ' αυτής ο άγ­γελος» (Λκ. 1, 28-38).
Σας έχω πει πολλά τα προηγούμενα χρόνια γι' αυτόν το μοναδικό στην Ιστορία του κόσμου διάλογο. Αλλά τώρα θα σταθώ στα λόγια του Αρχαγγέλου:
«Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγι­ον κληθήσεται υιός Θεού».
Κανείς ποτέ, από τη δημιουργία του κόσμου και μέχρι τη συντέλεια του, δεν γεννήθηκε και δεν θα γεννηθεί κατά τον τρόπο, κατά τον οποίο γεννήθη­κε ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Κανείς ποτέ δε γεννήθηκε χωρίς άνδρα. Κανείς δε γεννήθηκε και δε θα γεννηθεί με την επέλευση του Αγίου Πνεύματος. Σε κανέναν ποτέ δεν κατοίκησε το Άγιο Πνεύ­μα με τέτοια ολοκληρωμένη πληρότητα, με την ο­ποία εγκατοίκησε στην Παναγία Παρθένο Μαρία. Κανέναν δεν επισκίασε η δύναμη του Υψίστου και τα μητρικά σπλάγχνα καμμίας γυναίκας δεν αγίασε, με τέτοια πληρότητα και δύναμη, όπως τα σπλάγχνα της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας.
Κρατήστε βαθειά στην καρδιά σας, αυτό που σας λέω για την πλήρη ενότητα του Πνεύματος του Θε­ού και της ανθρώπινης ουσίας της Μαρίας.
Η ψυχή και το πνεύμα του άνθρωπου έχουν την αρχή τους στο Πνεύμα του Θεού. To δεύτερο κεφά­λαιο της Παλαιάς Διαθήκης λέει, ότι έπλασε ο Θε­ός τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ, «χουν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής» (Γέν. 2, 7).
Με το Πνεύμα του Θεού μόνο το πνεύμα του άν­θρωπου είναι δυνατόν να κοινωνεί, εφόσον από Ε­κείνον προέρχεται, όπως συμβαίνει και στην φύση, συγγενή δηλαδή μεταξύ τους πράγματα να έχουν πραγματική επικοινωνία.
Την δυνατότητα της αληθινής κοινωνίας με τον Θεό την διδαχθήκαμε από τον ίδιο τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, ο οποίος λέει:
«Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αύτω ποιήσομεν» (Ιω. 14, 23).
Αλλά και ο απόστολος Παύλος με κάποια έκ­πληξη ρωτάει τους χριστιανούς της Κορίνθου: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού έστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν;» (Α' Κορ. 3, 16).
Από τους βίους των αγίων γνωρίζουμε για μιά πραγματική κοινωνία με τον Θεό, που είχαν στη ζωή τους οι άγιοι του Θεού. Γνωρίζουμε ότι αυτοί υπήρξαν κατοικοιτήρια του Πνεύματος του Θεού. Αλλά ακόμα και αυτή η βαθειά κοινωνία τους με το Θεό δεν μπο­ρεί να συγκριθεί μ' εκείνη την ευλογημένη κατά­σταση, η οποία υπερβαίνει ακόμα και την κατάσταση των αγγέλων και των αρχαγγέλων, στην όποια βρέθη­κε η Υπεραγία Παρθένος Μαρία μετά την επέλευση του Αγίου Πνεύματος.
Αυτό δεν μπόρεσε, η καλύτερα, δεν ήθελε να α­ντιληφθεί ο κακότυχος εκείνος αιρετικός Νεστόριος, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η Υπεραγία Θεοτόκος γέννησε έναν κοινό άνθρωπο Ιησού Χριστό, με τον οποίο αργότερα ενώθηκε ο Θεός, γι' αυτό και την Υπεραγία Παρθένο Μαρία την ονόμαζε Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο.
Αν, έστω και ελάχιστο, δίκαιο είχε ο Νεστόριος, τότε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός θα ήταν όχι ο Υιός του Θεού και Θεάνθρωπος αλλά ένας από τους πολλούς μεγάλους αγίους, οι οποίοι ονομάζο­νται αληθινοί ναοί και μονές του Πατρός και του Υιού για την απέραντη αγάπη τους στον Θεό και την τέλεια εφαρμογή στη ζωή τους των εντολών του Χριστού. Όπως βλέπετε ο Νεστόριος δικαίως ανα­θεματίστηκε από την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο.
Σ' αυτό το σημείο θα μπορούσα να τελειώσω τον εγκωμιαστικό μου λόγο προς τιμήν της μεγάλης αυτής εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Όμως δεν θέ­λω να προσπεράσω τα λόγια εκείνα του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, τα όποια μπαίνουν σε κάθε καθαρή καρδιά:
«Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετά σου».
Όλοι εσείς, που είστε ομόψυχοι με μένα, πέστε μου, μπορεί να υπάρχει ανώτερη και καθαρότερη χαρά από αυτή, που δίνει η αίσθηση ότι μαζί μας εί­ναι ο Κύριος! Ότι μας αγαπά, επειδή φυλάσσουμε τις εντολές Του και ότι θα έλθει μαζί με τον Άναρ­χο Πατέρα Του και θα κατοικήσει μαζί μας!
Της ανώτατης αυτής ευτυχίας και χαράς να μας αξιώσει ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός διά πρεσβειών της Υπεραγίας και Αχράντου Παρθένου Μαρίας! Αμήν.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Tα «χουέλιας» του ’21


(Στη μνήμη του Καπετάν Νικόλα Κωστάρα)
Κάθε φορά που πλησιάζει μια εθνική επέτειος τρέμω για τους... νεκρούς μας! Μην έλθουν από τα βάθη του Κά­τω Κόσμου και, βλέποντας τα χάλια του Πάνω Κόσμου μας, ζητήσουν από το Χάρο να τους πάει στα τρίσβαθα κι ακόμη πιο βαθειά. Είναι θλιβερό σε κάθε εθνική επέτειο οι ήρωες νεκροί μας να διαπιστώνουν μελαγχολικά, πόσο δεν μοι­άζουνε με μας. Εκείνοι ήσαν από άλλη «πάστα». Εμείς γί­ναμε πιο μαλακοί κι από οδοντόπαστα. Φοβόμαστε ακόμη και τη σκιά μας! Οι μόνοι που λεβεντοπερπατούν είναι οι κακοποιοί.
Οι πιο αδιάντροποι νοσφίζονται και το ’21. Κι ήταν φυσικό γιατί χάσαμε τα ίχνη, χάσαμε το βηματισμό που μας έφερναν ως το ’21.
Διάβασα πριν από καιρό κάτι εντυπωσιακό. Κοντά στην Αβάνα υπάρχει το πιο σεβάσμιο μνημείο της Κούβας: Μια σειρά από αχνάρια ποδιών πάνω στον πετρωμένο πηλό στην όχθη μιας λίμνης. Τα αχνάρια αυτά είναι γνωστά με την ονομασία «Χουέλιας ντε Ακαχουλίνκα». Χουέλιας είναι τα αχνάρια και Ακαχουλίνκα είναι το όνομα της λί­μνης. Σ’ έναν απρόσεκτο επισκέπτη κάποιος από τους γέ­ροντες της περιοχής έκανε μια παρατήρηση σοφή: «Πρό­σεχε που πατάς, γιατί τ’ αχνάρια σου μπορεί να ζήσουν περισσότερο από σένα»!
Δεν νομίζω ότι έχει λεχθεί τίποτε σοφώτερο για την ιστορία. Λένε πως η ιστορία είναι μια επιστήμη –και τέχνη προσθέτω εγώ– που μελετά τα αχνάρια που ζουν περισ­σότερο από μας. Τα ίχνη που μας δείχνουν από πού προ­ερχόμαστε, ώστε να ξέρουμε και προς τα πού πρέπει να πορευόμαστε. Βέβαια στην Κούβα υπάρχει και κάτι που οι εντόπιοι ονομάζουν «μάτα πόλο», δίλεκτη φράση που μπορεί να αποδοθεί με τον όρο «δεντροφονιάς». Πρόκειται για φυτά τύπου κληματσίδας που ζουν παρασιτικά, που αναρριχώνται και στα πανύψηλα «μπάνιαν», τα στραγγίζουν, τα στραγγαλίζουν και ζουν αυτά, τα παράσι­τα, ενώ τα δέντρα που τα φιλοξένησαν πεθαίνουν.
Με όλη αυτή την εισαγωγή θέλω να πω ότι κάποιοι στον τόπο μας εδώ και καιρό προσπαθούν να σβήσουν τα «χουέλιας» του ’21 κι έτσι να μην ισχύει στη ζωή μας το Κρητικό: «Των μπροστινών πατήματα, των πισινών γεφύ­ρια». Να μη βαδίζουμε, όπως βάδιζαν οι πρόγονοί μας, που, όπως γράφει ο Μακρυγιάννης, έκαναν τον τόπο τούτο «να ματαειπωθεί Ελλάς». Να μην ξέρουμε πού πατάμε και προς τα πού τραβάμε και απυξίδωτοι να βαδί­ζουμε απροσδιόριστα στο σκοτάδι του μέλλοντος.
Αυτοί οι «δεντροφονιάδες», που με κομματικές πλάτες ανέβηκαν σε θώκους ψηλούς και με κάθε λογής παρεμβο­λές ελέγχουν την επίσημη διανόηση και τα λεγόμενα «μήντια», προσπαθούν να θανατώσουν την Βασιλικήν Δρυν της Ιστορίας του ’21 και οι νέοι μας ανιστόρητοι να ακολουθούν το «μονοπάτι του τυφλού άνθρωπου», όπως λένε οι Ινδιάνοι του Μεξικού. Παρά την πολική θερμοκρα­σία που τυλίγει όσους τολμούν να μάχονται για να μην εξαλειφθεί η μνήμη του ’21, υπάρχουν ακόμη Αργοναύτες του πνεύματος. Ήρωες της αυταπαρνήσεως που μοχθούν να μην οδηγηθεί ο λαός μας στη «Χώρα των Τυφλών». Να αποτραπεί η πνευματική και εθνική μας τύφλωση.
Αλλ’ αυτοί δεν αρκούν και φοβάμαι ότι ματαιοπονούν. Ο λαός μας –ιδίως ο κόσμος της νεολαίας– έχει μείνει παντελώς άρριζος. Το δέντρο της παραδόσεως έχει κοπεί σύρριζα. Οι ρίζες που φθάνουν ως τις φλέβες του ’21 έχουν σπάσει. Ο λαός μας νόμισε ότι απογειώθηκε, επει­δή πήγε ψηλά σαν τον χαρταετό. Αλλά με κομμένο σπάγ­κο! Τώρα κινδυνεύει να χαθεί από το μαύρο του το χάλι στα χάη της ιστορίας του μέλλοντος. Διότι και το μέλλον έχει τη δική του ιστορία. Δυστυχώς στους καιρούς μας χάθηκαν οι Σίβυλλες και τα μαντεία των αρχαίων χρόνων που μέσω των χρησμών εξεμαίευαν από τους θεούς τα σκοτεινά νήματα της μοίρας. Και η χριστιανικότητά μας έχει αρχίσει να χάνει τα διαισθητικά της χαρακτηριστικά. Το πολύ να λειτουργεί σαν μία παρηγορητική δύναμη· όχι σαν οδοδείκτης. Δεν πιστεύουμε ειλικρινά στο δρόμο που μας δείχνει. Ασκούμε υποκρισία θρησκευτικότητας. Ο Γολγοθάς έχει πολύ ανήφορο...
Η δική μου γενιά που γαλουχήθηκε με πολύ ’21 απέρ­χεται. Η παλαιότερη jam transiit. Έχει ήδη απέλθει. Μες στην έρμη χώρα, ποιος μένει να κρατήσει άσβηστο τον πυρσό του ’21; Πόσοι από τους λεγόμενους σοφούς, που κατά καιρούς καλούν οι κυβερνήτες μας να τους δώσουν φως, μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν την απόκρυφη γλώσσα της μοίρας; Δεν αερολογώ και ούτε μου αρέσει να παραπέμπω σε μεταφυσικού τύπου λύσεις. Ωστόσο, ακράδαντα πιστεύω ότι το μέλλον των νέων είναι κρεμα­σμένο με μία κλωστή από ουράνιο φως.
Κι αυτό το φως μάς το προσφέρει άπλετα η μελέτη του ’21. Ας σκύψουν οι νέοι στις πρωτογενείς πηγές. Τι είναι η δική μας κατάσταση μπρος στα ζοφερά χρόνια της σκλαβιάς; Λέγει ο Γέρος του Μοριά στα «Απομνημονεύ­ματα» που υπαγόρευσε στον Γ. Τερτσέτη:
«Αφού χαλιώντας η Κωνσταντινούπολις επυκνώθη ολούθε το σκοτάδι της δουλείας, συνέβη εις την ελληνικήν φυλήν, ό,τι συμβαίνει την νύχτα εις τον κόσμον, που η ώρα η πλέον σκοτεινή, η πλέον θαμπή της νυχτός είναι η ώρα που σιμώνει το φως της ημέρας».
Αλλά το φως του γλιτωμού δεν έρχεται μόνο του. Πρέ­πει να το ζητήσουμε και να μοχθήσουμε να το φέρουμε στην ψυχή και το πνεύμα μας. Χρειάζεται επίπονη και επί­μονη προσπάθεια για να αναστήσουμε μέσα μας το ’21. Όπως γράφω σε τελευταία μελέτη μου το ’21 έχει πολύ πληγωθεί. Πρέπει να κλείσουμε τις δικές του για να κλεί­σουν και οι δικές μας πληγές. Πληγώνοντας το παρελθόν, πληγώνουμε το παρόν και το μέλλον.
 Σαράντος Ι. Καργάκος
ΠΗΓΗ : trelogiannis.blogspot.com
Σὲ μία ἐκκλησία τοῦ Γαλατὰ τὴν Μεγάλη Σαρακοστὴ τοῦ 1954


Τοῦ  Ἀρχιμανδρίτου Γαβριήλ Διονυσιάτου

Σέ μία Ἐκκλησία τοῦ Γαλατά στήν Πόλη, ὅπου συχνάζουν οἱ ναυτικοί καί ταξιδιῶται ν’ ἀνάψουν τό κεράκι τους γιά τούς δικούς τους καί τό καλό ταξείδι πρός τίς φουρτουνιασμένες θάλασσες τοῦ Πόντου. Ἐκεῖ τή Μεγάλη Σαρακοστή τοῦ 1954 πῆγε νά λειτουργήση καί νά ξομολογήση τούς Χριστιανούς κάποιος Γέρων Πνευματικός*, γιά πρώτη φορά ἐπισκεπτόμενος τήν Πόλη. Ὁ τακτικός ἐφημέριος, ἐξυπηρετῶν καί ἄλλην Ἐκκλησίαν εἰς γειτονικόν Ἁγίασμα, ἀφοῦ τόν κατετόπισε εἰς τά τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, τοῦ ἔδωσε καί μερικές δεκάδες ὀνομάτων «ζώντων καί τεθνεώτων», τόν ὠδήγησε εἰς συνεχόμενον σκοτεινόν Παρεκκλήσιον, καί ἀφοῦ τοῦ ἔδειξε μικρᾶν κλίμακα ἀνερχομένην ἑλικοειδῶς τά κατηχούμενα τοῦ Ναοῦ, τοῦ εἶπεν ἐμπιστευτικῶς, ὅτι τόν περιμένουν ἐπάνω καμμιά δεκαριά ἄνθρωποι γιά νά ἐξομολογηθοῦν καί εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνεβῆ νά τούς ἐξομολογήση καί μεταλάβουν εἴτα εἰς τήν Λειτουργίαν, διότι ἐπείγονται νά φύγουν τό βράδυ μέ τό πλοῖον τῆς γραμμῆς, εἶναι ξένοι ἀπό μακρυά. Ἀνέβαινε ὁ Γέρων συλλογιζόμενος τό δύσκολον ζήτημα τῆς....
συνεννοήσεως μετ’ αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἤσαν ξένοι ἀπό μακρυά αὐτός δέ πλήν τῆς Ἑλληνικῆς δέν ἐγνώριζεν ἄλλην γλώσσαν.

Ἐκεῖ εἰς τό ἡμίφως τοῦ ὑπερώου διέκρινε δεκάδα ἀνδρῶν χωρικῶν μεγάλης ἡλικίας, οἵτινες εἰς τό ἀντικρυσμά τοῦ ἔβαλον ὅλοι μετάνοιαν καί ὁ γεροντότερος τοῦ εἶπεν εἰς ποντιακήν διάλεκτον:
«Ἠμεῖς Χριστιανοί, πάτερ, ἅ σόν Πόντον, καί λαλεύομεν (φιλοῦμεν) τά πόδα σου, νά ξαγουρεύουμεν καί μεταλάβομεν σήμερον καί ἀπές νά λέομεν στήν ἁγιωσύνην σου ντό θέλομεν ἕνα κι ἄλλον».
Εὐτυχῶς ὅτι ὁ Γέρων συναναστραφείς πρό ἐτῶν μετά Ποντίων προσφύγων ἐν Μακεδονία ἐνεθυμεῖτο ἀρκετά της ἀπηρχαιωμένης αὐτῆς ἑλληνικῆς διαλέκτου καί ἐννόησε τι ήθελον, καί τί θά τοῦ ἔλεγον ἐξομολογούμενοι. Ἔμαθε λοιπόν παρ’ αὐτῶν ὅτι ὁλόκληρον τό χωρίον των εἶναι κρυπτοχριστιανοί ἀπό πολλῶν ἐτῶν, καί εἰς τήν ἀνταλλαγήν δέν τούς ἐπετράπη νά φύγουν εἰς τήν Ἑλλάδα, διότι τά «νεφούζια» τούς (ταυτότητες) ἤσαν μέ τουρκικά ὀνόματα, ὅτι στό φανερό εἶναι Ὀθωμανοί καί Τοῦρκοι, καί στό κρυφό εἶναι Χριστιανοί καί Ἕλληνες καί περιμένουν νά τούς γλυτώσει ὁ Θεός ἀπό τήν σκλαβιά. Στά φανερά λέγονται Χασάνηδες καί Μεμέτηδες, καί τά πραγματικά  ὀνόματά τους εἶναι Γεώργιος, Παναγιώτης κ.λ.π. Ἔχουν ἕνα δικό τους δῆθεν Χότζα, ἀλλά οὔτε περιτομή κάνουν, οὔτε ραμαζάνια καί Μπαϊράμια΄τουναντίον, μυστικά σέ ὑπόγειες Ἐκκλησίες ἑορτάζουν Χριστιανικά τό Πάσχα, τά Χριστούγεννα, τῆς Παναγίας.

Πρίν τῆς «ἀνταλλαγῆς» ἔπαιρναν Παπά ἀπό γειτονικά χωριά καί τούς βάπτιζε, τούς στεφάνωνε, τούς λειτουργοῦσε τίς μεγάλες ἑορτές καί μετελάμβανον. Ἀλλά τώρα δέν ὑπάρχει πουθενά Παπάς καί ἀναγκαστικῶς ἔρχονται στήν Πόλη ἐκ περιτροπῆς γιά δουλειές δῆθεν καί γίνονται Χριστιανοί.
Ὁ Γέρων Πνευματικός τά ἤκουσε σαστισμένος, τοῦ ἐφαίνετο ὅτι διάβαζε συναξάρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Διοκλητιανοῦ καί δέν ἠμποροῦσε νά συγκρατήση τά δάκρυα ἀπό τήν συγκίνηση.
Ἐξoμολογήθηκαν βιαστικά, καί ὅλοι μαζί κατέβηκαν ἀθόρυβα εἰς τό σκοτεινό Παρεκκλήσι, ἀπ’ ὅπου θά ἤκουον τήν Λειτουργίαν τῶν Προηγιασμένων, χωρίς κανείς νά τούς βλέπη. Καί ὅταν μετά τήν λῆξιν ἐμετάλαβον οἱ ἄλλοι ἐκκλησιαζόμενοι, ἐγένετο ἡ ἀπόλυσις καί ἔφυγε καί ὁ κανδηλάπτης, ἔμεινε δέ μόνος ὁ λειτουργός Πνευματικός μέ τόν γνωστόν σκοπόν τῆς ἐξομολογήσεως, τότε κλείσας ἔσωθεν τάς θύρας καί λαβῶν τά Ἅγια εἰσῆλθεν εἰς τό Βῆμα τοῦ Παρεκκλησίου καί ἐκάλεσε τούς μαρτυρικούς Κρυπτοχριστιανούς, ἴνα «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθωσι».

«Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, Γιορίκας-Γεώργιος, τό τίμιον καί πανάσπιλον καί ζωοποιόν Σῶμα καί αἷμα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον. Ἀμήν».
«Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, Ἀναστασ-Ἀναστάσιος εἰς….».
Μετά τήν «Εὐχαριστίαν» καί τήν ἀπόλυσιν, εἶπον εἰς τόν Πνευματικόν: Πάτερ, νά κάνης μᾶς ἄλλον κι’ ἕναν χάριν, ἔχουμες ἀδά σήν Πόλιν καί τάς καρίδας (γυναίκας) καί τέσσαρα παιδία μοῦν, καί τό πουρνίν (αὔριον) νά βαπτίζης τά παιδία, νά μυρώνης τά, Πάτερ, κουρπᾶν Πάτερ*, ποῖσον τά Χριστιανούς. Ὁ Πουπᾶν ἀδά τῆς Ἐκκλησίας φοβόσκετεν, Πάτερ, τούς Τουρκάδες κ’ ἐβάπτιζε τά. Ντό νά κάνουμεν, Πάτερ, σεμέτερον τήν Ἑλλάδαν κι’ ἀφήνουν μας νά δεβαίνουμεν. Στό Χριστό καί στήν Παναγίαν τήν Σουμελᾶν ὁρκίζομεν σέ, Πάτερ, ποῖσον τό καλόν ἅ σέ μᾶς τά παιδία σου».

«Μά ὁ Παπάς ἀδά εἶπε μέ, πώς θά φύγετε τό βράδυν μέ τό παπόρ».
«Νά συγχωρέης μας, Πάτερ, λέομεν ψεματίας, ὡσάν νά λάσκομεν τές δουλεῖες μας. Ντό νά κάνουμεν, Πάτερ; Ὁ Θεόν νά λυπᾶται τά μετεραν τά βάσαναν».
Ἔμειναν σύμφωνοι νά ἔλθουν τό βράδυ μέ τάς γυναίκας καί τά παιδία, νά μείνουν στό δωμάτιο τοῦ Παπᾶ, ὁ ὁποῖος ὑπό μίαν πρόφασιν θά ἔλειπε, καί τήν νύκτα μυστικά θά γινόταν ἡ βάπτισις τῶν παιδιῶν κ.λ.π.
Ἦλθον τμηματικά καί μέ προφυλάξεις τό βράδυ πρός τό σουρούπωμα, ἕως ὅτου καθησυχάση ὁ κόσμος. Ἐξωμολογήθηκαν καί αἵ γυναῖκες, καί πρό τοῦ μεσονυκτίου ἐγένετο καί ἡ βάπτισις, τό μύρωμα καί ὁ Ἐκκλησιασμός τῶν παιδίων εἰς τό Παρεκκλήσιον.

Μετά τό νεοβάπτισμα κοιμηθήκανε ἐπάνω ὑπό τήν φύλαξιν μίας γυναικός, οἱ δέ ἄλλοι ἐξημερώθηκαν εἰς τόν Ναόν…  Ὁ Γέρων Πνευματικός τους ἔκαμε εὐχέλαιον, κατόπιν τούς ἔκανε καί παράκλησιν τῆς Παναγίας, καί ἐνόσω αὐτός ἐδιάβαζεν καί ἔψαλλεν, αὐτοί ὅλοι, ἄνδρες καί γυναῖκες γονατιστοί ἐψιθύριζον τό «Κύριε ἐλέησον» καί «Παναγία Θεοτόκε, σῶσον ἠμᾶς».

Ὅταν ἐξημέρωσε, τούς εἶπε νά μή φύγουν, νά πᾶνε νά ἡσυχάσουν καί τήν ἄλλην ἡμέραν τήν Παρασκευήν θά κάμη πάλιν Λειτουργίαν νά μεταλάβουν αἵ γυναῖκες καί τά νεοβάπτιστα παιδία. Τούς ἄφησε καί εἰσῆλθε εἰς τό Ἱερόν, ἴνα ρίψη ὀλίγον νερό εἰς τό πρόσωπόν του εἰς τόν «Νιπτήρα» καί ἀνανήψη ἐκ τῆς ἀγρυπνίας. Αὐτοί ἀνέβηκαν ἐπάνω καί σέ λίγο κατέβηκαν πάλιν δύο, οἱ γεροντότεροι καί τοῦ εἶπαν:
-«Ἀτώρα, Πάτερ, νά λέομεν σε έναν κι’ ἄλλον τά’ ἀμέτεραν τάς δουλείας. Τά πόδα σου νά λαλεύομεν, κουρμπᾶν Πάτερ, ν’ ἀκούης μας, σ’ ἐμέτερον τό χωρίον Πουπᾶν κι’ ἔχουμεν, ἀνάστασιν καί ξερομεν ἀδά στά τράντα χρονίας. Ντό ψυήν νά δίομεν σόν Θεόν, Πάτερ; Τά παιδία μουν ἀντρέβουν χωρίς Πουπᾶν, στεφᾶν ποῖον νά θέκη τά στό ἀφκάλ; Γκουρτσουλᾶν (οἱ καϋμένοι) παποῦδες μας καί χασταλῆδες (ἄρρωστοι) ποθαίνουν χωρίς Λειτουργίαν, Πάτερ. Ἄχ! Ἀφωρισμένον σκλαβίαν. Ἐνέγκαμεν, Πάτερ, ἕνα σακίν μικρό, χῶμα τεμέτερον τό κοιμητήρ, νά διαβάζης το νά ρίξωμεν ἐκεῖ καί σήν τάφοιν του. Νά διής μας, Πάτερ, λειτουργίαν, νά δίομεν σαμέτερα τα παιδία, Πάσχα ἔρχετεν, Πάτερ, καί νά κάνης μας καί ἴνα ἀνάστασιν, ν’ ἀκούσουμε «Χριστός ἀνέστη». Πάτερ, κι’ ἀπές ἄς πεθάσκομεν».

Τούς εἶπεν ὁ Πνευματικός νά ἔλθουν πάλι καί τό βράδυ ὅλοι τους, ὅπως καί ἔγινε. Καί ἀφοῦ κοιμήθηκαν τά παιδία, τούς εἶπε ὅσα ἠδύνατο περί τῆς θρησκείας μας, τούς συνεβούλευσε νά εἶναι σταθεροί εἰς τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί νά ἔχουν εἰς αὐτόν τήν ἐλπίδα τους, ὅτι μία μέρα θά τελειώσουν τά βάσανά τους. Τόν διέκοπταν μέ ἐρωτήσεις σπαρακτικές: «Ντό κάνουν ταμέτερα τά παιδία, Πάτερ, στή Πατρίδα μας τήν Ἑλλάδα; Ντό κάνει ὁ Βασιλέαν ὁ Κωνσταντῖνον;…».

Τοῦ ξέφυγε καί τούς εἶπε μέ δάκρυα στούς ὀφθαλμούς ὅτι ὁ Κωνσταντῖνον ὁ Βασιλέαν ἀπέθανεν!….  Ὅλοι τους ἤρχισαν τά κλάματα, καί αἵ γυναῖκες περισσότερον νά κλαίγουν λέγοντας: «Ὁ Κωνσταντῖνον μας κι’ ἐπεθαίνει, ὁ Βασιλέαν μᾶς ζῆ, ὁ Κωνσταντῖνον μας θά παίρνη μας νά δεβαίνομεν στή Πατρίδα, ἀοῖκον λόγον χαπάρ κι’ ἔχουμε, Πάτερ».

Τούς καθησύχασε λέγοντας, ὅτι ὁ Θεός θά στείλη ἄλλον Κωνσταντῖνον νά τούς ἐλευθερώση καί νά τούς πάγη ὅπου αὐτός θέλει, καί μόνον ὑπομονήν καί ἐλπίδα νά ἔχουν καί ἀγάπη μεταξύ των. Μετά κατέβηκαν στήν Ἐκκλησίαν καί ὁ Γέρων Πνευματικός ἀνέγνωσε τήν νεκρώσιμον ἀκολουθίαν μέ τά ὀνόματατων «τεθνεώτων» ἐπί τοῦ χώματος, ἔπειτα τούς ἔδωσε καί τό κλειδίον τοῦ ἄλλου δωματίου, ὅπου ἔμενεν αὐτός καί τούς ἔστειλε νά ξεκουραστοῦν, καί τό πρωί θά τούς ξυπνοῦσε ὁ ἴδιος.

Ὄρθρου βαθέος ἀνέβηκε καί τούς ἐξύπνησε, καί ἕως ὅτου αὐτοί ἑτοιμασθοῦν, ἔψαλλε τόν κανόνα τοῦ Μεγάλου Σββάτου «Κύματι θαλάσσης», κατέβηκαν καί αὐτοί καί ἀπό τά γράμματα κατάλαβαν, ὅτι θά τούς κάνη τήν Ἀνάστασιν.

Ἐκάλεσε τόν γεροντότερον καί τοῦ εἶπε νά πάρη ἀπό τό παγκάρι κηρία, ὅσες ψυχές εἶναι εἰς τό χωρίον των καί νά μοιράση εἰς ὅλους ἀνά δέκα. Εἰσελθών δέ εἰς τό Ἅγιον Βῆμα καί φορέσας λευκά ἄμφια ἐξῆλθεν εἰς τήν ὡραίαν Πύλην μέ ἀναμμένη λαμπάδα καί εἶπε μέ φωνήν παλλομένην: «Δεῦτε λάβετε φῶς», «δεῦτε λάβετε φῶς», «δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνασπέρου φωτός καί δοξάσατε Χριστόν τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».
Τούς εἶπε καί ἤναψαν ὅλα τά κηρία, ἀνέγνωσεν ἔπειτα τό β΄ἑωθινόν «Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου» καί μετά τό «Δόξα τή ἁγία καί ζωοποιῶ καί ἀδιαιρέτω Τριάδι….» ἔψαλλε τό «Χριστός ἀνέστη» ἐκ τρίτου. Καί ὄτε ἔστρεψε ἴνα εἴπη εἰς αὐτούς νά ψάλλουν καί αὐτοί, ὅλοι τους ἤσαν ἀγκαλιασμένοι καί ἔκλαιον καί κατεφιλοῦντο. Ἤρπασε καί αὐτός εἰς τάς ἀγκάλας του τά μικρά νεοφώτιστα καί τά ἐφίλησε, εἴτα τούς εἶπε παρηγορητικούς λόγους, ὅτι «καί τό Γένος θ’ ἀναστηθῆ μίαν ἡμέραν ὁλόκληρον, καί ἡνωμένον θά ἑορτάζη πλέον τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ὡς μία οἰκογένεια». Τούς συνέστησε ἔπειτα νά σβήσουν τά κηρία, καί ὅταν ὑπάγουν εἰς τό χωρίον των τήν ἡμέραν τοῦ Πάσχα νά τά μοιράσουν εἰς ὅλους νά τά’ ἀνάψουν βαπτισμένοι καί ἀβάπτιστοι, νά ψάλλουν τό «Χριστός ἀνέστη», καί ὅτι ὅσοι εἶναι βαπτισμένοι καί στεφανωμένοι νά μεταλάβουν ἀπό τήν Ἁγίαν Κοινωνίαν, πού θά τούς δώση αὔριον νά πάρουν μαζί τους.

Ἕως ὅτου ξημερώση καλά, ἐδιάβαζεν εἰς ἐπήκοον πάντων τήν Ἀκολουθίαν τή Μεταλήψεως, εἴτα τήν συγχωρητικήν εὐχήν. Ὅλοι τους εἰσῆλθον εἰς τό Παρεκκλήσιον, ἀφ’ ὅπου ἤκουον τήν θείαν Λειτουργίαν. Εἰς τό τέλος μετέδωκε πρῶτον τά ἄχραντα Μυστήρια εἰς τά νεοφώτιστα παιδία, εἰς τάς γυναίκας ἔπειτα, καί κατόπιν εἰς τούς ἄνδρας.
Ἐκεῖνοι ἐδίσταζαν: «Ἴνεται, Πάτερ, ἕναν καί ἄλλον κοινωνίαν;»
«Γίνεται», τούς εἶπε, «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε, πηγῆς ἀθανάτου γεύσασθε».
Ὅλα ἔγιναν ἐν τάξει. Καί ὅταν μετ’ ὀλίγον ἀνέβηκε εἰς τό δωμάτιον καί ἐπρόκειτο νά χωρισθοῦν, ἴνα πρός τό ἑσπέρας φύγουν μέ τό πλοῖον, θρῆνος καί κλαυθμός καί ὀδυρμός πολύς, ἀλλά σιωπηλό κατέκλυσε τήν αἴθουσα: Αὐτοί δέν ἤθελον νά τόν ἀφήσουν, καί αὐτός δέν ἠμποροῦσε νά τούς ξεπροβοδίση πέραν τῆς Ἐκκλησίας, διότι φοροῦσε τά ράσα…. Καί ἡ …. Πολιτισμένη αὐτή χώρα δέν τά ἐπιτρέπει. «Νά λαλεύομέν σε, Πάτερ…. Νά μνημονεύης, Πάτερ, ντό νά λέομεν σέ, Πάτερ;».

«Νά εἰπῆτε τάς εὐχάς μου στούς Χριστιανούς μας, νά εἶναι καλοί Χριστιανοί, νά πιστεύουν στόν Χριστόν μας καί στήν Ἑλλάδα μας καί ὁ Θεός θά τούς εὐλογή, ἡ Πατρίδα μας θά τούς σκέφτεται πάντοτε καί ἐγώ δέν θά σᾶς λησμονήσω ποτέ».

Καί πῶς νά τούς λησμονήση, ὅπου τά δάκρυα των κατέβρεξαν τάς χείρας του, πῶς νά μήν ἐνθυμῆται τήν ἄκραν εὐλάβειάν των καί τά περιστατικά των, ὅμοια πρός τά τῶν Χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων, πῶς νά ξεχάση τήν κατακόμβην τοῦ Παρεκκλησίου τῆς Γοργοεπηκόου; Πάντοτε τούς ἐνθυμεῖται καί ἀρκεῖται ἤδη ἐν γήρει εἰς τό ψαλμικόν: «Μνήσθητι, Κύριε, τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καί τοῦ σπαραγμοῦ τῶν πενήτων΄Κύριε, ἐπίφανον τό πρόσωπόν σου καί σωθησόμεθα».

Πῶς νά λησμονήσω τά βάσανα τῆς ἐκλεκτῆς αὐτῆς Φυλῆς, πού βρέθηκε γεωγραφικῶς μεταξύ λαῶν  βαρβάρων τήν ψυχήν, λαῶν ἀνεπίδεκτων πραγματικοῦ πολιτισμοῦ, λαῶν μέ θηριώδη ἔνστικτα!…..

(*πρόκειται γιά τόν ἴδιο τόν γράφοντα)
(*κουρμπᾶν Πάτερ: ἅγιε Πάτερ)

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ
Ἁγιορειτικές Διηγήσεις Ἀρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου (+)

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ agios.dimitrios.kouvaras.blogspot.com