Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Ο π. Μαρδαριος, πρώην μπράβος σε νυχτερινά κέντρα, καθαρίζει του κήπους του μοναστηρίου από τις πέτρες Ο π. Μαρδαριος, πρώην μπράβος σε νυχτερινά κέντρα, καθαρίζει του κήπους του μοναστηρίου από τις πέτρες..."Όσες πέτρες και να σηκώσω"...λέει..."το βάρος τους θα είναι μικρότερο από το βάρος των αμαρτιών μου"...!!! Πηγή: Άπαντα Ορθοδοξίας

Ο π. Μαρδαριος, πρώην μπράβος σε νυχτερινά κέντρα, καθαρίζει του κήπους του μοναστηρίου από τις πέτρες



Ο π. Μαρδαριος, πρώην μπράβος σε νυχτερινά κέντρα, καθαρίζει του κήπους του μοναστηρίου από τις πέτρες..."Όσες πέτρες και να σηκώσω"...λέει..."το βάρος τους θα είναι μικρότερο από το βάρος των αμαρτιών μου"...!!!

Πηγή: Άπαντα Ορθοδοξίας

Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Ἡ προσευχή μιᾶς ἐγγονούλας Ήρθαν από το χωριό Ποτιδάνεια Δωρίδος αρχές Ιουλίου το καλοκαίρι του 2002. Η μητέρα, η γιαγιά, η εγγονούλα. Η γιαγιά και η εγγονούλα πανομοιότυπα! Συμπαθέστατες, με γαλάζια μάτια και οι δύο, αντιπρόσωποι δύο διαφορετικών γενεών. Η μητέρα είπε: - Η γιαγιά μας το ότι ζει το οφείλει στην προσευχή της εγγονούλας της. Είχε βαριά πνευμονία και ήταν στο νοσοκομείο. Εκεί έπαθε πνευμονικό οίδημα, οπότε τελείωσε. Η αδελφή μου με πήρε τηλέφωνο από το νοσοκομείο και μου είπε να ετοιμάσουμε το σπίτι για την κηδεία.

Ἡ προσευχή μιᾶς ἐγγονούλας


Ήρθαν από το χωριό Ποτιδάνεια Δωρίδος αρχές Ιουλίου το καλοκαίρι του 2002.

Η μητέρα, η γιαγιά, η εγγονούλα. Η γιαγιά και η εγγονούλα πανομοιότυπα! Συμπαθέστατες, με γαλάζια μάτια και οι δύο, αντιπρόσωποι δύο διαφορετικών γενεών. Η μητέρα είπε:

- Η γιαγιά μας το ότι ζει το οφείλει στην προσευχή της εγγονούλας της. Είχε βαριά πνευμονία και ήταν στο νοσοκομείο. Εκεί έπαθε πνευμονικό οίδημα, οπότε τελείωσε. Η αδελφή μου με πήρε τηλέφωνο από το νοσοκομείο και μου είπε να ετοιμάσουμε το σπίτι για την κηδεία.

Η κόρη μου ήταν δίπλα στο τηλέφωνο. Όταν άκουσε το θάνατο της γιαγιάς, άρχισε να κλαίει και να φωνάζει:

“Όχι, δεν θέλω να πεθάνει η γιαγιά μου! Βοήθα μας Παναγιά μου! Δως μου καλέ μαμά ένα προσευχητάρι να προσευχηθώ!” Με κλάματα έψαχνε τα βιβλία, αλλά δεν έβρισκε εκεί κοντά κανένα. Βρήκε μόνο το πρώτο βιβλίο Θαυμάτων της Παναγίας. Το άνοιξε και άρχισε να επαναλαμβάνει συνέχεια το απολυτίκιο της Παναγίας μπροστά στα εικονίσματα του σπιτιού! Ζητούσε το παιδί με μεγάλη πίστη και δάκρυα να του χαριστεί η αγαπημένη του γιαγιά. Εγώ παρακολουθούσα έκπληκτη, χωρίς να τολμώ να το διακόψω και να του πω πως στο τηλέφωνο μου είχαν πει ότι είχε πια τελειώσει.

Το τηλέφωνο όμως ξαναχτύπησε. Ήταν πάλι η αδελφή μου, η οποία φανερά συγκινημένη μου είπε:

-Ξέρεις η μητέρα συνήλθε, έδειξε σημάδια ζωής και την έβαλαν αμέσως στην εντατική μονάδα για παρακολούθηση!

Η πίστη του μικρού κοριτσιού νίκησε! Η Υπεραγία Θεοτόκος με τις πρεσβείες Της πήρε παράταση ζωής για την γιαγιά, η οποία παρούσα εδώ τα άκουγε αυτά συγκινημένη, με ένα γλυκύτατο βλέμμα και χαμόγελο.

Είχε δίκιο η εγγονούλα της να την αγαπά τόσο…..

Πηγή: (Από το βιβλίο ”Παναγία Βαρνάκοβα: Θαύματα της Παναγίας"), Αγάπη εν Χριστώ

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Η μυρωδιά του λιβανιού Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας.

Η μυρωδιά του λιβανιού


Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας.

Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε.
Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από ‘κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.


Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή.
Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...

- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.

Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να ‘ρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:

- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:

- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του ‘φυγε όλη η αντάρα του μυαλού του. Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.

- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
- Κόπιασε, γιέ μου, να ξαποστάσεις.

Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού. Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.

- Πάλι λιβάνι γιαγιά;
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.

- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της. Μέρα – νύχτα το διάβαζε.
Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:

- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.

- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.

Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιο Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον.
Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόδαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘ χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω...
- Την προσευχή σου την κάμεις;
- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.

- Αχ παιδάκι μου, εσύ δεν εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε... την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές. Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.

Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη.
Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα. Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ ‘ ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».

- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

Πηγή: Αγάπη εν Χριστώ

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Ρηνούλα Ρηνούλα, ήλθε ο Χριστός να με πάρει με όλα τα τάγματα των Αγίων Του…

Ρηνούλα Ρηνούλα, ήλθε ο Χριστός να με πάρει με όλα τα τάγματα των Αγίων Του…



Ἡ Βασιλική Μαλλιαροῦ μετά τό Εὐχέλαιο δέχθηκε κοντά της τόν οὐράνιο κόσμο.
~ Στήν Μονή μας, τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου ἔζησε τά τελευταῖα του χρόνια ὁ μοναχός Ἐμμανουήλ Νεοσκητιώτης, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀδελφός τοῦ πρώην Μητροπολίτου Μηθύμνης Ἰακώβου Κλεόμβροτου.

Εἶχε καί δύο ἀδελφές, οἱ ὁποῖες ἔζησαν ἀσκητικό βίο μέσα στόν κόσμο, χωρίς ποτέ νά φορέσουν τό μοναχικό σχῆμα. Θά ἀναφερθοῦμε στήν Ὁσία Ψυχή, τήν Βασιλική, ὅπως μᾶς διηγήθηκε ὁ π. Ἐμμανουήλ γά τίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς της.
«Τώρα θά σοῦ εἰπῶ, ὅ,τι θυμᾶμαι ἀπό τήν ζωή καί τό ὁσιακό τέλος τῆς Βασιλικῆς».
῾Η ἀδελφή μου Βασιλική, ὅπως εἴπαμε, ζοῦσε αὐστηρή ἀσκητική ζωή. ῾Υπηρετοῦσε μέ τήν ἀδελφή της τόν πατέρα μας, τόν ἀδελφό μας, τόν Δεσπότη ἐναλλάξ ὡς οἰκιακή βοηθός. ῞Ολη σχεδόν τήν ἑβδομάδα ἐνήστευε καί ζοῦσε μέ τό ἀντίδωρο καί τόν ἁγιασμό. Κάθε Σάββατο καί Κυριακή ἔτρωγε μαζί μέ τόν Δεσπότη. Πρός τό τέλος τῆς ζωῆς της, ἐγώ εὑρισκόμουν στήν Ἀθήνα, ὅταν πληροφορήθηκα τό γεγονός. Ἐπῆγα ἀμέσως στήν Μυτιλήνη καί ἐπί 4 ἡμέρες δέν ἔφυγα καθόλου ἀπό κοντά της.
Στίς 30 Ἰανουαρίου 1965, εἶχε πολύ ἐπιδεινωθῆ ἡ κατάστασίς της. Τότε εἶχαν συμπληρωθῆ 40 ἡμέρες ἀπό τότε πού ἡ Παναγία τήν εἶχε πληροφορήσει, ὅτι θά ἀναχωρήσῃ γιά τίς αἰώνιες Μονές. ῞Οταν ἡ ἴδια ἄκουσε τούς ἰατρούς νά προτείνουν ἐπίμονα τήν μεταφοράν της στό Νοσοκομεῖο, ἐκείνη ἀντέδρασε λέγοντας:
 ῎Οχι ὄχι στό Νοσοκομεῖο. ῾Η Παναγία θά μέ πάρῃ σέ λίγο. ῏Ηλθε ἡ ὥρα μου. Νά μοῦ κάνετε μόνο τό Εὐχέλαιο καί ὅτι εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ θά γίνη. Ἔγινε τό Εὐχέλαιο ἀπό τόν Δεσπότη τόν ἀδελφό μας καί ἡ Βασιλική καθόταν εἰρηνική στό κρεββάτι της. Ἀπέναντί της εἶχε τό εἰκονοστάσι πρός τό ὁποῖο συνεχῶς ἐνατένιζε. Ξαφνικά μέ συγκρατημένη ἀναπνοή, μέ ἐκστατικά τά μάτια της καί τό φαιδρό πρόσωπό της, ἔβλεπε τούς πολίτες τῆς Οὐρανίου Ἐκκλησίας νά κατέρχωνται κατά τάγματα καί ὁμίλους ἐνώπιόν της. Πρῶτοι οἱ Προφῆται, μετά οἱ Ἀπόστολοι, Μάρτυρες, ῾Ιεράρχαι, ῞Οσιοι, ῎Αγγελοι μετά ἡ Θεοτόκος καί τέλος ὁ Χριστός, κατέβαινε μέ πολλή δόξα καί ἀνέκφραστη ὡραιότητα. Στό ἀντίκρυσμά Του, ἕνα δυνατό ἐπιφώνημα θαυμασμοῦ καί ἐκπλήξεως ἄφησε νά ξεφύγῃ ἀπό τά χείλη της: «Ρηνούλα Ρηνούλα (ἡ ἀνιψιά της) ἦλθε ὁ Χριστός νά μέ πάρῃ μέ ὅλα τά τάγματα τῶν ῾Αγίων Του….».  Μέ τά λόγια αὐτά ὁ Χριστός, ἐπῆρε τήν ἁγία ψυχή της καί ἀνέβηκε στούς Οὐρανούς, ἐνῶ τό κεφάλι της ἔγειρε στά χέρια μου.
Ποτέ, ἀδελφέ μου, ἔλεγε ὁ Γέρο Ἐμμανουήλ, δέν ἐπερίμενα νά καταδεχόταν ὁ Χριστός νά κατέβῃ σ᾿ ἕνα τόσο μικρό καί ταπεινό  κελλάκι νά παραλάβῃ τήν ψυχήν τῆς ἀοιδίμου ἀδελφῆς μου.
Ἐφώναξα ἀμέσως νά ἔλθουν μερικές εὐσεβεῖς γυναῖκες νά τήν ἐνδύσουν. Καθώς τίς ἄλλαζαν τά ροῦχα, εἶδαν ὅτι κατάσαρκα φοροῦσε ἡ εὐλογημένη, ἕνα κοντό σαμαροσκούτι, ἀπ᾿ αὐτό δηλαδή πού βάζουν στά σαμάρια τῶν ζώων. Ἀπ᾿ ἔξω ἀπ᾿ αὐτό φοροῦσε ἁλυσίδες σταυρωτά, πού τίς εἶχαν καταφάγει τίς σάρκες της.Ἐμεῖς κυττάζαμε ἔκθαμβοι, διότι δέν ἐγνωρίζαμε τί κρυφούς ἀγῶνας ἔκανε.Τίς νύκτες, κοιμόταν λίγο στό πάτωμα καί ἀντί γιά προσκέφαλο εἶχε ἕνα ξύλο, ἐνῶ τά τριήμερα καί πενθήμερα τῶν νηστειῶν της δέν τά παρέλειπε ποτέ.
῾Ο Θεός, θέλοντας νά δείξῃ τήν εὐαρέσκειά του γιά τήν ἁγιότητά της, ἐπέτρεψε καί ἔγιναν θαύματα στό κρεβάτι της καί μετά καί εἰς τόν τάφο της. ῾Ο ἀδελφός μου ὅμως ὁ Δεσπότης, μᾶς ἀπηγόρευσε νά δημοσιεύσωμε κάτι ἀπ᾿ αὐτά γιά νά μή παραξηγηθοῦμε, ὅτι τό κάνουμε γιά ἐκμετάλλευσι καί ἀπόκτησι αἰσχροῦ κέρδους, λόγῳ τοῦ ὅτι εἴμαστε ἀδέλφια.
Μά ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ δέν ἔπαυσε νά ἀντιδοξάζῃ τούς ῾Αγίους του. Ἐπάνω στό φέρετρό της, ἦλθε καί στάθηκε μία φωτεινή στήλη ἀΰλου πυρός, ἡ ὁποία πρός τό μέρος τοῦ στήθους της ἐκάμπτετο πρός τά ἄνω γιά νά μή σκεπάζῃ τό πρόσωπό της. Αὐτή ἡ στήλη ἐστέκετο μισό μέτρο ἐπάνω ἀπό τό σκήνωμά της, καί ἐστάθη ἐκεῖ μέχρι τήν ὥρα τοῦ ἐνταφιασμοῦ. Αὐτή ἡ στήλη φωτός φωταγωγοῦσε μέρα καί νύκτα ὅλο τό χῶρο.
Αὐτή ἡ Ψυχή, ἡ ἀδελφή μου Βασιλική, ἁγίασε μέ τήν ὑπακοή της στόν Θεό στόν Πνευματικό της καί στόν Δεσπότη τόν ἀδελφό μας ταπεινώθηκε καί ἔφθασε στά μέτρα τῆς ἀπαθείας. Κοιμήθηκε σέ ἡλικία 55 ἐτῶν.


Πηγή: (Από το βιβλίο: «Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΛΑΝΕΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ» – Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου (ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ 2010)), †ο Σταυρουδάκι

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Κανείς ας μη καυχάται όταν κάνει το καλό Ο ληστής στο σταυρό ήταν και με ένα λόγο του δικαιώθηκε. Και ο Ιούδας συγκαταριθμημένος με τους αποστόλους ήταν και μέσα σε μια νύχτα έχασε όλο τον κόπο και βρέθηκε από τον ουρανό στον άδη. Γι’ αυτό κανείς ας μη καυχάται όταν κάνει το καλό. Γιατί όλοι όσοι είχαν πεποίθηση στον εαυτό τους, έπεσαν. Πηγή: Απο το Γεροντικό, Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου του Νέου

Κανείς ας μη καυχάται όταν κάνει το καλό



Ο ληστής στο σταυρό ήταν και με ένα λόγο του δικαιώθηκε. Και ο Ιούδας συγκαταριθμημένος με τους αποστόλους ήταν και μέσα σε μια νύχτα έχασε όλο τον κόπο και βρέθηκε από τον ουρανό στον άδη. Γι’ αυτό κανείς ας μη καυχάται όταν κάνει το καλό. Γιατί όλοι όσοι είχαν πεποίθηση στον εαυτό τους, έπεσαν.

Πηγή: Απο το Γεροντικό, Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου του Νέου

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Ἕνας ἄγγελος πέταξε! Τὸν Στέφανο, τὸν 17χρονο μαθητὴ τῆς Γ΄ Λυκείου, τὸν ἤξερε ἐδῶ καὶ χρόνια. Τὸν εἶχε στὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Καὶ τὸν θαύμαζε γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὴ λεβεντιά του. Τὸν Στέφανο τὸν ἤξερε καλὰ ἡ κ. Δημητρίου, ἡ καθηγήτρια, τὴ μητέρα του ὅμως ὄχι. Τούτη ὅμως τὴ μέρα τὴ μεγάλη – Κυριακὴ ἦταν μεσημέρι – τόλμησε νὰ τῆς τηλεφωνήσει γιὰ νὰ τὴ συλλυπηθεῖ. Αὐτὴ τὴ μεγάλη μάνα ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ἔχει τέτοιο παιδί, ποὺ μόλις πρὶν ἀπὸ μία μέρα τῆς εἶχε φύγει γιὰ τὸν οὐρανό.

Ἕνας ἄγγελος πέταξε!



Τὸν Στέφανο, τὸν 17χρονο μαθητὴ τῆς Γ΄ Λυκείου, τὸν ἤξερε ἐδῶ καὶ χρόνια. Τὸν εἶχε στὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Καὶ τὸν θαύμαζε γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὴ λεβεντιά του. Τὸν Στέφανο τὸν ἤξερε καλὰ ἡ κ. Δημητρίου, ἡ καθηγήτρια, τὴ μητέρα του ὅμως ὄχι. Τούτη ὅμως τὴ μέρα τὴ μεγάλη – Κυριακὴ ἦταν μεσημέρι – τόλμησε νὰ τῆς τηλεφωνήσει γιὰ νὰ τὴ συλλυπηθεῖ. Αὐτὴ τὴ μεγάλη μάνα ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ἔχει τέτοιο παιδί, ποὺ μόλις πρὶν ἀπὸ μία μέρα τῆς εἶχε φύγει γιὰ τὸν οὐρανό.

–Κυρία Σταυρίδου, ἐσεῖς;

–Ναί! Ποιὰ παρακαλῶ;

–Ἡ θεολόγος ἀπὸ τὸ Λύκειο τοῦ Στέ­φανου. Πληροφορήθηκα γιὰ τὸν θάνατο τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ σας καὶ τόλμησα νὰ σᾶς πάρω. Σᾶς συλλυποῦμαι. Εἴχατε ἕνα παιδὶ μὲ σπάνια ἀθωότητα καὶ ἁπλότητα. Ὁ Κύριος τὸ διάλεξε τὸ παιδί σας καὶ τὸ πῆρε κοντά Του. Δὲν θὰ ἄντεχε νὰ ζήσει ἄλλο μέσα στὴν πονηρία καὶ τὴν ἀδικία τοῦ σημερινοῦ κόσμου. Εἶμαι κοντά σας αὐτὴ τὴν ὥρα τοῦ βαρύτατου πένθους σας. Ὁ Θεὸς νὰ ἀναπαύει τὸ παιδί σας στὴ Βασιλεία Του. Διαβιβάστε, παρακαλῶ, καὶ στὸ σύζυγό σας τὴ συμ­παράστασή μου στὸ πένθος σας.

Ἡ μητέρα ἄκουγε σιωπηλή. Καὶ λίγο μετὰ μὲ θαυμαστὴ ψυχραιμία, ποὺ μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ χαρίσει αὐτὲς τὶς ὧρες, ἀπάντησε:

–Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, κυρία καθηγή­τρια. Πολὺ μὲ παρηγορεῖ τὸ τηλεφώνημά σας αὐτὴ τὴ στιγμή.

Ὁ Στέφανος μᾶς ἔφυγε. Νὰ ξέρετε ὅ­μως πὼς χθὲς τὸ Σάββατο πῆγε στὴν ἐκκλησία καὶ κοινώνησε. Καὶ μετά, γεμάτος θεία εὐφροσύνη, εἶπε στὸν π. Κύριλλο μέσα στὸ Ἱερό: «Πάτερ μου, πόσο θὰ ἤθελα νὰ εἶχα ἕνα ντιβανάκι, νὰ ἔμενα πάντοτε ἐδῶ μέσα στὸ Ἅγιο Βῆμα, μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους καὶ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Παναγία! Πόσο μὲ γαληνεύει καὶ μὲ ξεκουράζει αὐτὴ ἡ ἀτμόσφαιρα! Τὸ ξέρω, εἶναι ὑπερβολικὸ αὐτὸ ποὺ ζητάω. Ὅμως ἀφῆστε με νὰ προσευχηθῶ ἐδῶ μέσα, τὸ θέλω πολύ. Ἔχω τὴν ἄδειά σας;». «Ναί, Στέφανέ μου», τοῦ εἶπε ὁ ἱερέας, «ἐκφράσου ἐλεύθερα στὸ Θεό». Καὶ ὁ Στέφανος γονάτισε ἐκεῖ δίπλα στὴν πολυθρόνα τοῦ ἱεροῦ καὶ προσευχόταν γιὰ ἀρκετὴ ὥρα. Γιὰ νὰ μὴν αἰσθάνεται ἄσχημα μόνος του τὴν ὥρα ἐκείνη, γονάτισε διακριτικὰ κοντά του καὶ ὁ ἱερέας καὶ προσευχόταν καὶ αὐτὸς ἐκεῖ. Τί ἔλεγαν στὸ Χριστὸ δὲν ξέρω. Πάντως γύρισε στὸ σπίτι εἰρηνικὸς καὶ χαρούμενος. Καὶ τὸ ἀπόγευμα αἰσθάνθηκε ἕναν πόνο στὴν καρδιά. Καὶ μᾶς ἔφυγε ξαφνικά, πρὶν προλάβουμε νὰ τὸν σώσουμε...
Ἄκουγε σιωπηλὴ ἡ καθηγήτρια. Εἶχε πνίξει τὴ συγκίνησή της. Ἀπολάμβανε τὶς τελευταῖες ὧρες τῆς ζωῆς ἑνὸς μεγά­λου παιδιοῦ. Ζήλευε μιὰ τόσο ἕτοιμη ἀναχώρηση γιὰ τὸν οὐρανό.

Ἀκολούθησαν λίγα δευτερόλεπτα σιω­πῆς. Ἡ κ. Δημητρίου δὲν πρόλαβε νὰ πεῖ κάτι, καὶ ἡ φωνὴ τῆς μητέρας συνέχισε νὰ λέει τὰ κρυφὰ μυστικὰ τοῦ παιδιοῦ της:
   –Ξέρετε... Νὰ σᾶς πῶ καὶ τὸ ἄλλο. Πρὶν ἀπὸ τρεῖς μέρες τὸ παιδί μου μοῦ εἶπε: «Μανούλα, πόσο θά ’θελα νὰ ἀγκαλιάσω τὸν Θεὸ σφικτά, πολὺ σφικτά, γιὰ νὰ αἰ­σθανθῶ δυνατὰ τὴ στοργή Του καὶ νὰ Τοῦ δώσω ὅλη τὴν ἀγάπη μου!». «Παιδί μου», τοῦ ἀπάντησα, «ὁ Θεὸς δὲν πιάνεται. Εἶναι ἄϋλος. Τὸν Θεὸ Τὸν νιώθουμε καὶ Τὸν πιάνουμε μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλ­πίδα, μὲ τὴν καλοσύνη στοὺς γύρω μας ἀν­θρώπους καὶ τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη ποὺ προσφέρουμε πρὸς ὅλους...». Τὸν ἑτοίμαζε ὁ Θεὸς τὸν Στέφανο νὰ τὸν πάρει κοντά Του. Δὲν ἄντεχε ἄλλο, φαίνεται, νὰ μένει στὴ γῆ αὐτὴ τῶν πειρασμῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας.
   –Δοξάστε τὸν Θεό, κυρία Ἄννα, γιατὶ σᾶς χάρισε ἕνα τέτοιο παιδί. Σπάνιο παιδί, ἄγγελο ἐπίγειο, ποὺ δὲν τὸν ἄγγιζε ἡ κακία τοῦ κόσμου. Βλέμμα, χαμόγελο, κου­βέντα, ὅλα του ἦταν συνειδητὰ ἀθῶα.

–Ἔτσι ἦταν, ὅπως τὰ λέτε. Θέλω ὅμως καὶ κάτι ἄλλο νὰ μοιραστῶ μαζί σας, καὶ συχωρέστε με γιὰ τὰ πολλά μου λόγια ποὺ λόγῳ τῆς ἐντάσεως ἔχω.
Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ μοῦ ἔλεγε τὸ παιδί μου: «Μάνα, θαρρῶ πὼς τὸ σπίτι μας δὲν ἔχει ταβάνι. Ὅταν σηκώνω τὰ μάτια μου πάνω, βλέπω ἐκεῖ τὸν Κύριο μὲ τὰ δυό Του χέρια ἁπλωμένα ποὺ μᾶς εὐλογεῖ. Δὲν βλέπεις τὸν τελευταῖο καιρὸ πόσες εὐλογίες μᾶς δίνει στὸ σπίτι μας; Συνέχεια μᾶς εὐλογεῖ καὶ μᾶς δίνει ἀκατάπαυστα πολλὰ δῶρα, πολλὲς εὐλογίες.

–Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, κυρία Ἄννα, γιὰ ὅσα πολλὰ καὶ διδακτικὰ μοῦ εἴπατε, ἢ μᾶλλον μοῦ ἐμπιστευτήκατε. Ἀσφαλῶς θὰ ἔχετε καὶ ἄλλα τέτοια, ποὺ παρακαλῶ, κάποτε ἀπὸ κοντὰ νὰ μοῦ πεῖτε γιὰ νὰ διδαχθῶ καὶ νὰ τὰ πῶ καὶ σὲ ἄλλους.

–Εὐχαρίστως· ἀργότερα ὅμως, ἀφοῦ ἠ­ρεμήσουμε. Πάντως πολὺ σᾶς εὐχαρι­στῶ γιὰ τὴν ἀγάπη σας καὶ τὴ συμπαράστασή σας αὐτὲς τὶς ὧρες.

Μόλις ἔκλεισε τὸ τηλέφωνο, ἡ κυρία Ἄννα θυμήθηκε καὶ κάποιον ἄλλον λόγο τοῦ Στέφανου. Σὲ ἡλικία μόλις πέντε ἐτῶν, σὲ κηδεία γνωστοῦ τους μέσα στὴν ἐκκλησία, ἀκούγοντας τὰ κλάματα τῶν ἀνθρώπων, εἶπε δυνατά: «Μαμά, γιατί κλαῖνε ὅλοι αὐτοί, ἀφοῦ θ’ ἀναστηθοῦμε μιὰ μέρα;». Καὶ ἀμέσως σταμάτησαν οἱ ἄνθρωποι νὰ κλαῖνε. Καὶ ὁ π. Κύριλλος τῆς εἶπε: «Κυρία Ἄννα, σήμερα τὸ παιδί σας θεολόγησε».

Ἡ κηδεία τοῦ Στέφανου ἔγινε μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα βαθιᾶς σιγῆς. Στὰ μάτια τὰ βουρκωμένα τῆς μάνας καὶ τοῦ πατέρα, ποὺ στέκονταν ὄρθιοι δίπλα στὸ φέρετρο, μποροῦσες νὰ διακρίνεις τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως, πὼς ὁ Στέφανος δὲν χάθηκε, δὲν πέθανε, ἀλλὰ ζεῖ πνευματικὰ στὴν αἰώ­νια ζωή, στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ Πα­τέρα, ποὺ ποθοῦσε κάποτε νὰ βρεθεῖ. Οἱ λόγοι ποὺ ἀκούστηκαν ἦ­ταν μικροὶ γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὸ μεγαλεῖο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἀθώου παιδιοῦ ποὺ σὰν ἄγγελος ζοῦσε πάνω στὴ γῆ. Οἱ συμμαθητές του καὶ οἱ φίλοι του ποὺ κύκλωναν τὴ σορό του, κοιτοῦσαν ἐκ­στατικὰ τὸ φωτεινὸ πρόσωπό του. Καὶ ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὴν ἀνταύγεια τῆς ἠρεμίας του δύναμη καὶ παράδειγμα γιὰ ἁ­γία ζωή. Μετὰ τὴν ταφὴ ἔφευγαν ὅλοι βαθιὰ συλλογισμένοι, καὶ ἕνας ἡλικιωμένος καθηγητὴς ψιθύριζε: Κάμε, Χριστέ, τὸ θαῦμα Σου νὰ ζωντανέψεις τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης Σου στὰ παιδιὰ τῆς ἐποχῆς μας, μὲ τὶς προσευχὲς αὐτοῦ τοῦ ἀγγέλου ποὺ πέταξε κοντά Σου.


Πηγή: Ο Σωτήρ

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Πώς η αγάπη γίνεται φως Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένα θλιμμένο τσοπανόπουλο. Είχε ένα κοπάδι στο βουνό. Κοντά σ’ ένα πλατάνι ήταν η καλύβα του. Το χειμώνα την έδερνε το χιόνι και το καλοκαίρι τη χτυπούσε ο ήλιος. Το πλατάνι και η γάργαρη βρυσούλα δρόσιζαν το τσοπανόπουλο.

Πώς η αγάπη γίνεται φως


Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένα θλιμμένο τσοπανόπουλο. Είχε ένα κοπάδι στο βουνό. Κοντά σ’ ένα πλατάνι ήταν η καλύβα του. 

Το χειμώνα την έδερνε το χιόνι και το καλοκαίρι τη χτυπούσε ο ήλιος. Το πλατάνι και η γάργαρη βρυσούλα δρόσιζαν το τσοπανόπουλο.
Ολημερίς έβοσκε τα πρόβατα του. Το βράδυ διάβαζε κάτι φύλλα. Δεν ήταν παραμύθια. Ήταν οι προσευχές της μάνας του. Όλη τη νύχτα κοίταζε τ’ αστέρια και αναρωτιόταν αν υπάρχει η αν μπορεί να υπάρξει μέσα του κάποιο αστέρι, κάποιο φως. Θα μπορούσε άραγε να γίνει φως και αν ο Θεός που είναι φως δίνει το φως, πως το τσοπανόπουλο ήταν ακόμη θλιμμένο;
Δεν δικαιολογείται, μονολόγησε, να πιστεύω στο φως και να μην είμαι φως. Κάτι πρέπει να κάνω. Σκέφτηκε λοιπόν αν ξεκινήσει να μάθει την τέχνη να γίνει φως. Άφησε το κοπάδι σε ένα φίλο του τσοπάνο και ξεκίνησε το μακρινό ταξίδι του πάνω στο άλογό του. Την πρώτη νύχτα κοιμήθηκε σε μια καλύβα που την είχαν φτιάξει κυνηγοί. Έβγαλε λίγο τυρί και ψωμί από το ταγάρι του και έφαγε. Το πρωί σηκώθηκε και άρχισε να κατηφορίζει την άλλη πλευρά του βουνού που ήταν γεμάτη πλατάνια και θυμάρια. Όλος ο τόπος ευωδίαζε! Το τσοπανόπουλο όμως συνέχισε να ψάχνει τον τρόπο για να γίνει φώς.

Προχωρώντας πιο κάτω, αντίκρισε μια καλύβα όμοια με τη δική του, κάποιος σκάλιζε τον κήπο. Πλησίασε και είδε μια γριούλα.
- Καλημέρα κυρούλα της είπε.
- Καλή στράτα γιόκα μου, του απάντησε. 
- Τι καλό κάνεις;
- Σκαλίζω τις ντοματιές παιδί μου. Μπορεί να με βοηθήσεις λίγο; Μετά χαράς, είπε το παλικάρι και κατέβηκε από το άλογό του.
Αμέσως άρχισε να σκαλίζει το χώμα με ευχαρίστηση. Σε λίγη ώρα ο κήπος ήταν έτοιμος.

- Σ’ ευχαριστώ γιέ μου του είπε η γριούλα. Έλα αν θέλεις να ξεκουραστείς στο φτωχικό μου τώρα.
- Ευχαριστώ μα δεν μπορώ της είπε. Μήπως ξέρεις όμως να μου πεις πως μπορώ να γίνω φώς;

Η γριούλα χαμογέλασε και του είπε. «Προχώρα και βοήθα, και θα βρεις αυτό που θέλεις.» Το παλικάρι την ευχαρίστησε και έφυγε. Στο πρώτο χωριό της βουνοπλαγιάς συνάντησε κατά σύμπτωση κάποιον γεράκο που σκάλιζε τον κήπο του. Βοήθησε πάλι τον γεράκο και εκείνος στην ερώτηση πως θα γίνει φως του είπε το ίδιο. «Προχώρα και βοήθα».
Μπα! Σκέφτηκε. Δυο άνθρωποι μου είπαν το ίδιο. Κάποια σοφία θα κρύβουν αυτά τα λόγια τους. Προχώρησε χαρούμενος στο δρόμο του. Συνάντησε αυτή τη φορά ένα κοριτσάκι που έκλαιγε. Γιατί κλαίς μικρή μου; Της είπε. Κόπηκα και μάτωσε το χέρι μου του απάντησε. Τότε το τσοπανόπουλο έβγαλε το μαντήλι του και περιποιήθηκε το χέρι της μικρής. Τα παιδικά δάκρυα σταμάτησαν και το χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της μικρής.

Το τσοπανόπουλο συνέχισε το ταξίδι του και όπου πήγαινε έδινε βοήθεια σε όποιον μπορούσε. Σε ανθρώπους και ζώα. Ώσπου ξαφνικά μια μέρα, καθώς επέστρεφε στην καλύβα του συναντήθηκε με τον βασιλιά της χώρας που είχε βγει για κυνήγι. Καλό μου παλικάρι γεια χαρά σου. Με τι λούζεσαι και είναι τόσο φωτεινό το πρόσωπό σου, του είπε. Μόνο με νερό πλένομαι του απάντησε.

Κάποιο μυστικό θα κρύβεις του είπε γιατί είσαι ολοφώτεινο. Σε όλη μου τη ζωή ήθελα να είμαι φώς και να έχω φωτεινό πρόσωπο. Δυο ανθρώπους που συνάντησα μου είπαν «Προχώρα και βοήθα» έτσι λοιπόν εγώ αυτό έκανα πάντοτε. Μπράβο σου του είπε. Έγινες φως! Γιατί τι άλλο είναι το φως παρά η αγάπη;

Αφού δεν έχω δικό μου παιδί έλα μαζί μου για να γίνεις διάδοχός μου κάποια ημέρα του είπε. Έπειτα από πολλά χρόνια το τσοπανόπουλο έγινε ένας καλός άρχοντας που δίδασκε στο λαό του την αγάπη που φέρνει το φως. Εδώ τελειώνει το παραμύθι μου. Κοντά του ίσως βρήκαμε και εμείς μια πτυχή της ζωής. Το φως ζητά την αγάπη. Τα δυο μαζί θα μας οδηγήσουν πολύ ψηλα. Ας γίνουμε και εμείς φως και ας σκορπίζουμε την αγάπη!!!

«Ευχαριστούμε τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Δανιήλ Σάπικα για το κείμενο».

Πηγή: Το σταυρουδάκι

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Οι πέτρες του Θεού Ένας μικρούλης έριξε στην άκρη του γιαλού το όμορφο καραβάκι του. Δεν πρόσεξε, όμως, κι έτσι το καραβάκι απομακρύνθηκε, χωρίς να προλάβει να το πιάσει. Τότε ο πατέρας του πήρε πέτρες και τις πετούσε μπροστά από το καραβάκι. Ο μικρός στην αρχή δεν κατάλαβε κι απόρησε γι αυτό το πετροβόλημα. Αλλά δεν άργησε να εννοήσει. Οι πέτρες έπεφταν πέρα από το καραβάκι, χωρίς να το χτυπούν. Και με τα κυματάκια, που προκαλούσαν, το έφεραν σιγά-σιγά πίσω στην ακρογιαλιά. Κι έτσι ο μικρός με μεγάλη χαρά το πήρε πάλι στην αγκαλιά του. Πολλές από τις θλίψεις που μας βρίσκουν, μοιάζουν μ' αυτό το πετροβόλημα. Είναι οι πέτρες που ρίχνει ο Θεός, σαν απομακρυνθούμε από κοντά Του, για να γυρίσουμε σ' Αυτόν. Πηγή: Ι. Ν. Αγίας Κυριακής Αμφιθέας-Παλαιού Φαλήρου

Οι πέτρες του Θεού

Ένας μικρούλης έριξε στην άκρη του γιαλού το όμορφο καραβάκι του. Δεν πρόσεξε, όμως, κι έτσι το καραβάκι απομακρύνθηκε, χωρίς να προλάβει να το πιάσει. Τότε ο πατέρας του πήρε πέτρες και τις πετούσε μπροστά από το καραβάκι. Ο μικρός στην αρχή δεν κατάλαβε κι απόρησε γι αυτό το πετροβόλημα. Αλλά δεν άργησε να εννοήσει. Οι πέτρες έπεφταν πέρα από το καραβάκι, χωρίς να το χτυπούν. Και με τα κυματάκια, που προκαλούσαν, το έφεραν σιγά-σιγά πίσω στην ακρογιαλιά. Κι έτσι ο μικρός με μεγάλη χαρά το πήρε πάλι στην αγκαλιά του.
Πολλές από τις θλίψεις που μας βρίσκουν, μοιάζουν μ' αυτό το πετροβόλημα. Είναι οι πέτρες που ρίχνει ο Θεός, σαν απομακρυνθούμε από κοντά Του, για να γυρίσουμε σ' Αυτόν.   

Πηγή: Ι. Ν. Αγίας Κυριακής Αμφιθέας-Παλαιού Φαλήρου

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Οι τρεις Καλόγεροι και ο Άγιος Αντώνιος Σταμάτησαν σ᾽ ἕνα ξέφωτο νά ξαποστάσουν. Προσπάθησαν νά βροῦν λίγη σκιά, κάτω ἀπό τά ἀραιά φύλλα κάποιων μικρῶν δέντρων. ῾Ο ἥλιος φαινόταν νά τούς εἶχε τσακίσει. ῾Ο ἱδρώτας ἔτρεχε ποτάμι ἀπό τό μέτωπό τους, ἐνῶ οἱ μανδύες τους κολλοῦσαν πάνω στά κουρασμένα κορμιά τους. Καί οἱ τρεῖς ἔκαναν τήν ἴδια κίνηση: ἔβγαλαν γρήγορα τό φλασκί ἀπό τό ταγάρι τους καί τό σήκωσαν στά διψασμένα χείλη τους. ᾽Ανασήκωσαν λίγο ἀπό τό κεφάλι τους καί τόν μαῦρο σκοῦφο τους.

Οι τρεις Καλόγεροι και ο Άγιος Αντώνιος


Σταμάτησαν σ᾽ ἕνα ξέφωτο νά ξαποστάσουν. Προσπάθησαν νά βροῦν λίγη σκιά, κάτω ἀπό τά ἀραιά φύλλα κάποιων μικρῶν δέντρων. ῾Ο ἥλιος φαινόταν νά τούς εἶχε τσακίσει. ῾Ο ἱδρώτας ἔτρεχε ποτάμι ἀπό τό μέτωπό τους, ἐνῶ οἱ μανδύες τους κολλοῦσαν πάνω στά κουρασμένα κορμιά τους. Καί οἱ τρεῖς ἔκαναν τήν ἴδια κίνηση: ἔβγαλαν γρήγορα τό φλασκί ἀπό τό ταγάρι τους καί τό σήκωσαν στά διψασμένα χείλη τους. ᾽Ανασήκωσαν λίγο ἀπό τό κεφάλι τους καί τόν μαῦρο σκοῦφο τους.

῾Δόξα Σοι, ὁ Θεός᾽, ἀκούστηκε ψιθυριστή ἡ φωνή τους.


῾Σέ λίγο φτάνουμε στόν προορισμό μας᾽, εἶπε μέ ἀνακούφιση ὁ μεγαλύτερος, ὁ π. ᾽Αββακούμ, ἕνας λιοκαμένος καλόγερος μεσαίου ἀναστήματος πού τώρα ἔπαιρναν τά γένια του λίγο ν᾽ ἀσπρίζουν.


῾᾽Ελπίζουμε νά βροῦμε καί πάλι τόν Γέροντα, ὅπως καί πέρσι᾽, συμπλήρωσε ὁ νεώτερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, ψηλός καί ἀρκετά ἀδύνατος αὐτός, μέ ἀραιά λεπτά μαῦρα γένια.
῾῾Ο Γέροντας δέν φεύγει ἀπό τήν καλύβη του ποτέ, ἐκτός κι ἄν συντρέξει πολύ μεγάλη ἀνάγκη᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ τρίτος, ὁ π. Βαρνάβας, ὁ πιό εὔσωμος ἀπό τούς ἄλλους καστανογένης καλόγερος, μέ ρόζους στά χέρια ἀπό τίς πολλές χειρωνακτικές ἐργασίες.
῾Νά, σάν τήν περίπτωση πρίν λίγα χρόνια, πού ἔμαθε γιά τούς χριστιανούς πού διώκονταν λόγω τῆς πίστης τους στήν ᾽Αλεξάνδρεια. ῎Ενιωσε τήν ἀνάγκη, εἶπε, νά πάει νά τούς δεῖ, νά τούς παρασταθεῖ, νά προσευχηθεῖ γιά τήν καλή ὁμολογία τους. Κι ἀκόμη νά τούς ἐνισχύσει μέ τήν δική του παρουσία. ῞Ολοι δά ξέρουν τήν μεγάλη φήμη του ὡς ἁγίου. Καί μόνο ἡ ἐμφάνισή του στήν δίκη τους – ἄς τήν ποῦμε δίκη βέβαια – ἔκανε τούς ὑποψήφιους μάρτυρες νά πάρουν μεγάλο θάρρος. ῎Ακουσα μάλιστα ὅτι καί ὁ ἴδιος ὁ κριτής σάν νά φοβήθηκε πού τόν εἶδε μπροστά του. Θά ἐπέτρεψε φαίνεται ὁ Κύριός μας τό φῶς τῆς ἁγιότητάς του νά τό δεῖ κι ἐκεῖνος. Σάν φωτιά πού κατακαίει βεβαίως᾽, ἔσπευσε ἀμέσως νά συμπληρώσει.


῎Επεσε σιωπή γιά λίγο. ῾Η ἀνάσα τους ὅλο καί γινόταν καί πιό ἥσυχη καί κανονική. ῾Η ἀνάπαυση καί τό νερό ἀνανέωναν τίς δυνάμεις τους. Βυθίστηκε ὁ καθένας στίς σκέψεις του.
῏Ηταν γνωστοί μεταξύ τους. ᾽Ασκήτευαν καί οἱ τρεῖς σέ κοντινές ἀποστάσεις, ἀλλά ἐκεῖνο πού τούς ἕνωσε περισσότερο ἦταν ὅταν πρίν μερικά χρόνια ἀποφάσισαν νά πᾶνε νά ἐπισκεφτοῦν μαζί τόν μεγάλο Γέροντα, τόν ᾽Αντώνιο. ῾Ο καθένας εἶχε τούς δικούς του ξεχωριστούς λόγους, ἀλλά καί οἱ τρεῖς ἑνώνονταν κάτω ἀπό τόν κοινό παρανομαστή: ἡ χάρη τοῦ ἁγίου νά τούς καθοδηγήσει στά δύσκολα μονοπάτια τῆς ζωῆς πού εἶχαν διαλέξει νά ἀκολουθήσουν.


Εἶχαν ξεκινήσει μέ ἐνθουσιασμό. Κάποιοι λιγοστοί ἀσκητές στά περίχωρα τῶν χωριῶν τους τούς γοήτευσαν στήν ἐπιλογή τῆς ἀφιερωμένης ζωῆς. ῎Εβλεπαν ἔντονα τήν διαφορά πού εἶχαν αὐτοί ἀπό τούς ἄλλους χριστιανούς τοῦ κόσμου. Οἱ κοσμικοί χριστιανοί μέ τούς ὁποίους ζοῦσαν, ὅπως ἄλλωστε καί οἱ ἴδιοι, χριστιανοί ἦταν βεβαίως, ἀλλά σάν νά τούς ἔλειπε κάτι: δέν ὑπῆρχε ἐκείνη ἡ μυστική χαρά πού φαίνεται νά βγαίνει μέσα ἀπό τήν καρδιά, γιά τήν ὁποία διάβαζαν στά εὐαγγέλια καί τίς ἐπιστολές τῶν ἀποστόλων. Στούς πολλούς ἦταν ἔντονη ἡ στροφή στά πράγματα τοῦ κόσμου. Οἱ δουλειές τους τούς ἀπορροφοῦσαν. Τά προβλήματα τῆς οἰκογένειάς τους τούς κατέβαλλαν. Μιά μελαγχολία καί μιά κατήφεια γυρόφερνε τήν μίζερη ζωή τους. Κι ὅταν συνάντησαν αὐτούς τούς ἀσκητές, πού ἀπομακρύνθηκαν ἀπ᾽ τούς ἄλλους σάν μιά ἀντίδραση στόν ἀποχρωματισμένο χριστιανισμό τους, κι εἶδαν τήν χαρά πού ἀνέβλυζε ἀπό τά μάτια τους, ἔνιωσαν σάν νά τούς καλοῦσε ὁ Θεός νά γίνουν σάν κι αὐτούς. Ναί, ποθοῦσαν μιά ζωή ἀφιερωμένη στόν Κύριο.
Τό ἔκαναν, ἀλλά μετά ἀπό κάποιο διάστημα ἄρχισαν τά προβλήματα. Λογισμοί ἄρχισαν νά τούς τυραννοῦν μέ ἀποτέλεσμα νά τούς ὁδηγοῦν σέ σύγχυση. Τό ξεκάθαρο προηγουμένως τοπίο γινόταν τώρα θολό μέσα στήν ψυχή τους. ῾Η ἀπελπισία ἄρχισε νά ἐμφανίζεται δειλά στήν ἀρχή, πιό ἔντονα ἔπειτα, στήν ζωή τους, χωρίς νά ξέρουν ἀκριβῶς τί γίνεται. ῾Η ἀπειρία στήν πνευματική ζωή ἔδειχνε φανερά τά σημάδια της. Κατέφυγαν γι᾽ αὐτό στούς ἀσκητές τῆς περιοχῆς τους. ᾽Αλλά οἱ ἀπαντήσεις τους δέν γέμισαν τήν καρδιά. Δέν τούς πληροφόρησαν ὅσο ἤθελαν. Τότε ἦταν πού σκέφτηκαν τόν μεγάλο ἅγιο. ῾Ο ἀββᾶς ᾽Αντώνιος φάνταζε σάν ἡ μόνη λύση. ῾Θεοφιλή᾽ τόν ὀνόμαζαν ὅλοι. ῏Ηταν βεβαιωμένο ὅτι αὐτός ἤξερε τά μυστικά τῆς καρδιᾶς, καί μάλιστα δοσμένα ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό. Καί τό ἀποφάσισαν. ῾Ετοιμάστηκαν νά πᾶνε νά τόν δοῦν, νά τόν συναντήσουν, νά τόν ρωτήσουν. Καί τό ἔκαναν μιά φορά, δυό φορές, τρεῖς φορές. Γιατί στόν ἅγιο βρῆκαν αὐτό πού ἔψαχναν: ὁ ἀββᾶς ᾽Αντώνιος τούς ἔδινε κάθε φορά ὅ,τι διψοῦσε ἡ καρδιά τους. Καί τό συγκλονιστικότερο: χωρίς κάποιες φορές κἄν νά τόν ρωτήσουν. ῾Ο φωτισμένος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νοῦς του διέβλεπε τά μύχια τῆς ψυχῆς τους.


Κάθε φορά ὅμως ρωτοῦσαν οἱ δύο μεγαλύτεροι. ῾Ο π. ᾽Αββακούμ καί ὁ π. Βαρνάβας. Αὐτοί, ἴσως λόγω καί τοῦ μεγαλύτερου θάρρους ἀπό τήν ἡλικία τους ἔθεταν τά ζητήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς τους. Τό τί τούς ἀπασχολοῦσε κάθε φορά μέ τούς λογισμούς τους. Τούς πειρασμούς πού ἀντιμετώπιζαν ἀπό τίς δαιμονικές ἐπιθέσεις. Τίς τρικλοποδιές πού τούς ἔβαζε ὁ πονηρός μέ τά ἐκ δεξιῶν ὅπλα. ῾Ο νεώτερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, ἄκουγε καί δέν ρωτοῦσε τίποτε. ῾Ο μεγάλος ἀββάς τό ἔβλεπε ἀλλά δέν ἔλεγε τίποτε. Ποτέ δέν στράφηκε στόν ᾽Ιωάννη νά τοῦ κάνει κάποια παρατήρηση. Νά ρωτήσει ἐκεῖνος γι᾽ αὐτόν.


Φέτος λοιπόν ἦταν ἡ τέταρτη φορά τῆς ἐπίσκεψής τους. Οἱ λογισμοί καί τά προβλήματα εἶχαν καί πάλι σωρευτεῖ. ῾Ο ἅγιος ἦταν ἡ λύση καί ἡ παρηγοριά τους.


῾Μήπως πρέπει νά φεύγουμε;᾽ ρώτησε σεμνά καί μέ συστολή ὁ ᾽Ιωάννης. ῾῎Αν ἀργήσουμε θά μᾶς πάρει τό βράδυ καί θά κινδυνέψουμε᾽.


Σηκώθηκαν. Μάζεψαν τά πράγματά τους πού τά εἶχαν ἀφήσει παράμερα καί μέ ζωντάνια κατευθύνθηκαν στόν προορισμό τους.


Κάποτε ἔφτασαν. ῾Ο ᾽Αντώνιος σάν νά τούς περίμενε καί ἦταν ἔξω ἀπό τό καλύβι του.
῾Καλῶς τούς ἅγιους πατέρες᾽, φώναξε εὐδιάθετα. ῾Εἴχατε καλή πορεία;᾽


῾Μέ τίς εὐχές σου, δόξα τῷ Θεῷ᾽, εἶπε ὁ π. ᾽Αββακούμ. ῾Γέροντα, παρακαλούσαμε τόν Κύριο νά σέ βροῦμε ἐδῶ καί ὑγιῆ᾽, ξανάπε. ῾Σοῦ φέραμε καί κάποια παξιμάδια καί χορταρικά, ἀπό αὐτά πού τρῶς᾽.


῾Εὐλογημένο τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ᾽, εἶπε ὁ ἅγιος. ῾Καλοδεχούμενα, ἀφοῦ εἶναι προσφορά τῆς ἀγάπης καί τῆς καρδιᾶς σας. Νά᾽ στε εὐλογημένοι κι ἐσεῖς᾽.


Τούς ὑποδέχτηκε ὁ ἅγιος καί τούς φίλεψε ὅ,τι εἶχε στό φτωχό καλύβι του. ᾽Αφοῦ λίγο ξεκουράστηκαν ἦρθε κατευθεῖαν στό θέμα: ῾Τί εἶναι αὐτό πού σᾶς ἀπασχολεῖ αὐτήν τήν φορά, ἀδελφοί μου; Γιατί καί πάλι ὑποβληθήκατε σ᾽ αὐτόν τόν μεγάλο κόπο, νά ἐπισκεφθεῖτε τόν ἀχρεῖο δοῦλο τοῦ Θεοῦ ᾽Αντώνιο;᾽


῾᾽Αββᾶ, σέ εὐχαριστοῦμε γιά τήν ἀγάπη σου᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ π. Βαρνάβας. ῾Κάθε φορά ὁ λόγος σου χύνεται σάν βάλσαμο στίς ψυχές μας καί φεύγουμε μέ μεγάλη παρηγοριά καί δύναμη. Νιώθουμε ἀπό τήν ἄλλη ὅτι οἱ προσευχές σου μᾶς συνοδεύουν ὅλη τήν χρονιά καί μᾶς ἀνοίγουν δρόμο ἐκεῖ πού ἄλλοτε ἤμασταν στό σκοτάδι. Μά, αὐτήν τήν φορά θέλω νά σέ ρωτήσω γιά κάτι πού μέ ταλαιπωρεῖ καί δέν μέ ἀφήνει νά ἡσυχάσω ὁλάκερες βραδιές. Σάν νά ἔχει κολλήσει ἡ σκέψη μου σ᾽ αὐτό καί μοῦ δημιουργεῖ μεγάλη ἀναταραχή᾽.
῾Γιά τί πράγμα πρόκειται;᾽ ρώτησε μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον ὁ ᾽Αντώνιος καί τά μαῦρα μάτια του γεμάτα ἀπό ἀγάπη κοίταξαν ἴσια στά μάτια τοῦ π. Βαρνάβα.


῾Γέροντα, πῶς νά τό πῶ; Διαβάζω στόν λόγο τοῦ Θεοῦ γιά τά πονηρά πνεύματα πού μᾶς πολεμοῦν, ἐνῶ βλέπω τήν δική μου καθημερινά ἀδυναμία. Πῶς, πατέρα μου, θά μπορέσω νά ἀντιμετωπίσω τόν διάβολο καί τά ὄργανά του; Μέ πιάνει μιά λιποψυχία καί ἔχω ἀρχίσει νά πιστεύω ὅτι δέν θά μπορέσω νά περάσω ἀπό τά τελώνια, ὅταν θά φεύγει ἡ ψυχή μου ἀπό τό ρυπαρό σῶμα μου. ῾Η κόλαση μοῦ ἔχει γίνει ἐφιάλτης. Νιώθω ἤδη ὅτι βρίσκομαι ἐκεῖ καί βασανίζομαι χωρίς ἐπιστροφή καί διέξοδο. Γέροντα, εἶμαι φοβισμένος καί ἀπελπισμένος᾽. Σταμάτησε ὁ καλόγερος καί δάκρυα ἄρχισαν νά αὐλακώνουν τό πρόσωπό του, πού εἶχε γείρει κατάκοπο πρός τά κάτω.


Σάν φωνή ἀπό τόν οὐρανό ἀκούστηκε μετά ἀπό λίγο ἡ φωνή τοῦ ἁγίου: ῾Μήν ἀνησυχεῖς, παιδί μου. ῾Ο πειρασμός τοῦ πονηροῦ σοῦ δημιουργεῖ ὅλη αὐτήν τήν κατάσταση. Γιατί αὐτό μόνο μπορεῖ νά κάνει ὁ τρισκατάρατος: νά δημιουργεῖ φόβο. ῾Ο φόβος εἶναι τό κλίμα καί ἡ ἀτμόσφαιρά του. Καταβάλλεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό αὐτόν, χάνει τήν ἀνδρειοσύνη του, εἶναι ἕτοιμος νά ὑποταχτεῖ. Τό ἴδιο δέν συμβαίνει καί στά ἀνθρώπινα; Τί κάνει ἕνας ἐχθρός γιά νά ὑποτάξει τόν ἀντίπαλο; Προσπαθεῖ νά τοῦ δημιουργήσει φόβο. Νά τόν κάνει νά πιστέψει ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι μεγαλύτερος καί ἰσχυρότερος ἀπό αὐτόν. ῎Αν τοῦ δημιουργήσει κλίμα ἡττοπάθειας, ἤδη τόν ἔχει στό χέρι. ῾Η ὑποδούλωσή του εἶναι θέμα μικροῦ χρόνου. Αὐτή λοιπόν εἶναι καί ἡ τακτική τοῦ διαβόλου. Νά δημιουργήσει φόβο στήν ψυχή. Κι ὅταν δεῖ τόν φόβο σ᾽ αὐτήν, τότε εἶναι εὔκολο νά τήν ὁδηγήσει στά νύχια του.


᾽Εκτός ὅμως ἀπό φόβο δέν μπορεῖ νά προκαλέσει κάτι ἄλλο στόν ἄνθρωπο ὁ διάβολος. Γιατί δέν ἔχει τήν ἐξουσία. Καί μάλιστα σ᾽ ἐμᾶς τούς βαπτισμένους χριστιανούς. Μή ξεχνᾶς, ἀδελφέ μου, ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ἕνας ἡττημένος, ἀφότου ἦλθε ὁ Χριστός μας. ῾Ο Χριστός τόν κατήργησε καί τόν ἐξαφάνισε. ῎Αν ἐξακολουθεῖ καί ὑπάρχει καί δρᾶ, εἶναι γιατί ᾽Εκεῖνος τόν ἀφήνει καί τόν ἀξιοποιεῖ γιά τό λυτρωτικό Του ἔργο. Ποτέ δηλαδή ὁ Θεός δέν καταστρέφει τά δημιουργήματά Του, ἔστω κι ἄν πρόκειται γιά τόν διάβολο, καί ποτέ βεβαίως δέν μᾶς ἀφήνει ἀπροστάτευτους. Λοιπόν, ὁ διάβολος δέν εἶναι ἀνεξέλεγκτος. ῞Ο,τι δράση παρουσιάζει εἶναι ἡ δράση πού τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Κύριος, κι αὐτό γιά τό καλό μας. ῎Αν ἦταν στήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου θά μᾶς εἶχε ἀφανίσει ὅλους, ὡς ἀνθρωποκτόνος ἀπαρχῆς. ᾽Αλλά δέν ἔχει, εἴπαμε, τήν ἐξουσία.


Εἶπα, ὅμως, ὅτι δέν ἔχει ἐξουσία ἰδίως σέ ἐμᾶς τούς βαπτισμένους. Καί ἐδῶ θέλω, ἀδελφοί μου᾽, στράφηκε καί στούς ἄλλους ὁ ἅγιος Γέροντας, ῾νά προσέξετε ἰδιαιτέρως. Γιατί ἄν καταλάβουμε αὐτό πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός μέ τό ἅγιο βάπτισμά μας, θά δοῦμε ὅτι ἔχουμε τήν λύση ὅλων τῶν πνευματικῶν προβλημάτων μας στά χέρια μας. Θέλω νά πῶ᾽, ἀνασηκώθηκε λίγο ὁ Γέροντας καί ἄλλαξε λίγο στάση, ῾ὅτι μέ τό βάπτισμα γίναμε μέλη τοῦ Χριστοῦ. Κλαδιά στό δέντρο πού εἶναι ᾽Εκεῖνος. Ναός τοῦ ῾Αγίου Πνεύματός Του. ῾Η σχέση μας δηλαδή μέ τόν Χριστό εἶναι μιά σχέση ἄμεση καί οὐσιαστική. Εἴμαστε, θά λέγαμε, ἡ προέκτασή Του. Δέν εἶναι ἄλλο πιά ὁ Χριστός καί ἄλλο ἐμεῖς. Εἴδατε πῶς ὁ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος τό λέει; Τό σῶμα μας εἶναι ναός τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί γι᾽ αὐτό δέν ἀνήκουμε στόν ἑαυτό μας, ἀλλά στόν Θεό. Δέν ζῶ ἐγώ, σημειώνει ἀλλοῦ, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός.


Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ λογισμός μας δέν πρέπει νά ἀποπροσανατολίζεται σέ λογισμούς τοῦ πονηροῦ. ῾Ο λογισμός μας πρέπει νά δένεται, νά εἶναι κολλημένος πράγματι, στήν ἀλήθεια πού ἀποκάλυψε γιά ἐμᾶς ὁ ῎Ιδιος: Τοῦ ἀνήκουμε καί εἴμαστε κομμάτι Του. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ὁ φόβος καί ἡ ἀπελπισία; Ποῦ νά ἀφεθοῦμε ἔτσι στήν κυριαρχία τῆς κόλασης ὡς ζωῆς πού μᾶς περιμένει; Τό μυαλό καί ἡ καρδιά μας στόν Χριστό καί μόνο σ᾽ Αὐτόν. Αὐτή εἶναι ἡ λύση καί ἡ διέξοδος σέ ὅλα. Καί τότε, κατά πόσο σκεφτόμαστε καί ἀγαπᾶμε τόν Κύριο καί κατά πόσο φανερώνουμε αὐτήν τήν ἀγάπη μας ἀπέναντι στόν συνάνθρωπό μας πού εἶναι μιά ἄλλη παρουσία δική Του, ἀρχίζουμε καί αἰσθανόμαστε σέ ὅλη τήν ὕπαρξή μας τήν χάρη Του, καί στήν ψυχή καί στό σῶμα μας. Τό μυστικό λοιπόν τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι νά εἴμαστε στραμμένοι πάντοτε μέ ἀγάπη πρός τόν Κύριο. Νά νιώθουμε τήν δωρεά πού μᾶς ἔκανε μέ τό βάπτισμά μας. Γι᾽ αὐτό καί μᾶς τρέφει ἔπειτα καί μέ τό σῶμα Του καί τό αἷμα Του᾽.


Εἶπε ὁ Γέροντας καί σκούπισε τά μάτια του πού εἶχαν πλημμυρίσει ἀπό δάκρυα ἀγάπης καί εὐγνωμοσύνης πρός τόν Κύριο.


῾Γέροντα, παρόμοιες σκέψεις ταλαιπωροῦν καί ἐμένα᾽, ψιθύρισε μέ συστολή καί βαθύ σεβασμό καί ὁ π. ᾽Αββακούμ. ῾Μέ τά λεγόμενά σου πῆρα ἀπάντηση καί στούς δικούς μου ταραγμένους λογισμούς καί προβληματισμούς. Καταλαβαίνω ὅτι πράγματι εἶναι πειρασμός τοῦ Πονηροῦ νά μήν μένουμε στήν βασική ἐντολή τοῦ Θεοῦ μας, δηλαδή νά Τόν ἀγαπᾶμε μέ ὅλη τήν καρδιά καί τήν ψυχή μας, ὅπως τό ἴδιο καί τόν συνάνθρωπό μας. Τώρα συνειδητοποιῶ ὅτι δίνοντας ὤθηση στήν σκέψη καί τήν καρδιά μου νά βρίσκομαι ἐκεῖ πού εἶναι ἡ ἐντολή Του, δέν ὑπάρχουν περιθώρια γιά ἄλλους λογισμούς πειρασμικούς. Γέροντα, σέ εὐχαριστῶ καί σέ παρακαλῶ νά συνεχίσεις νά προσεύχεσαι γιά ἐμᾶς. Εἴμαστε τόσο ἀδύναμοι᾽, ἀναστέναξε μέ πόνο.


῾Ο νεώτερος καλόγερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, δέν ἔλεγε καί πάλι τίποτε. Φαινόταν κατανυγμένος κι ἦταν ἀλλοιωμένη ἡ ὄψη του, σάν νά ἀντίκρυζε ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς. Τό βλέμμα του κοιτοῦσε πότε στό χῶμα, ἐκεῖ πού καθόταν, καί πότε τό ὕψωνε μέ λαχτάρα στό πρόσωπο τοῦ ᾽Αντωνίου. Τό στόμα του ὅμως τό κρατοῦσε κλειστό.


῾Ο ἅγιος δέν ἄντεξε αὐτήν τήν φορά. ῾Παιδί μου᾽, τοῦ εἶπε, ῾οἱ ἄλλοι ὅλα τά προηγούμενα χρόνια, ὅπως καί φέτος, ἔρχονται καί κάθε φορά κάτι μέ ρωτᾶνε. ᾽Εσύ ἔρχεσαι καί ποτέ δέν μοῦ θέτεις κάποιον προβληματισμό σου. Δέν θέλεις κάτι νά μέ ρωτήσεις; Κάνεις πού κάνεις τόν κόπο, γιατί δέν ἐκμεταλλεύεσαι τήν εὐκαιρία; Δέν εἶναι κόπος γιά ἐμένα νά ἀπαντῶ σέ ὅ,τι ταλαιπωρεῖ τόν ἀδελφό μου. Γιά μένα, ὁ καθένας ἀπό ἐσᾶς εἶναι καί ἕνας Χριστός. ῞Οπως τό εἴπαμε καί προηγουμένως γιά τό βάπτισμά μας. Τό ἀναφέρει ὅμως καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη: Εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες Κύριον τόν Θεόν σου. Μή φοβᾶσαι λοιπόν ὅτι θά μέ κουράσεις. Χαρά μου εἶναι ἡ βοήθεια, ὅταν μπορῶ νά τήν προσφέρω. Πές λοιπόν καί σύ τόν προβληματισμό σου᾽.


῾᾽Αββᾶ᾽, ψιθύρισε ὁ π. ᾽Ιωάννης. ῾Βεβαίως ἔχω καί ἐγώ λογισμούς μέ τούς ὁποίους παλεύω. Βεβαίως ἀντιμετωπίζω κινδύνους στήν πνευματική μου ζωή. ᾽Αλλά ἀπό τήν μιά ἔχω τούς καλούς ἐδῶ ἀδελφούς μου, οἱ ὁποῖοι μέ τά δικά τους ἐρωτήματα ἐκφράζουν καί τούς δικούς μου προβληματισμούς, ὁπότε οἱ ἀπαντήσεις πού παίρνουν ἰσχύουν καί γιά ἐμένα. ᾽Αλλά ἀπό τήν ἄλλη…᾽. Κοντοστάθηκε ὁ καλόγερος. ῾᾽Από τήν ἄλλη…᾽ ξανάπε, χωρίς νά ὁλοκληρώσει.


῾᾽Από τήν ἄλλη;᾽ ρώτησε ὁ μέγας ῞Ηλιος καί τό βλέμμα του καί πάλι σάν ἀκτίνα ἱλαροῦ φωτός χάϊδεψε τό ταπεινό πλάσμα τοῦ Θεοῦ.


῾᾽Από τήν ἄλλη, ἀρκεῖ μοι τό βλέπειν σε, Πάτερ. Μοῦ ἀρκεῖ νά σέ βλέπω, Πατέρα. Μέ μόνη τήν θωριά σου σβήνονται ὅλες οἱ ἀπορίες μου καί οἱ προβληματισμοί μου. Σάν νά βλέπω τόν ἴδιο τόν Θεό καί τήν ἀγάπη Του. Καί νιώθω ὅτι δέν ὑπάρχουν πιά ἐρωτήματα. Μπροστά σου τά καταλαβαίνω ὅλα᾽.


῞Εν᾽ ἀεράκι φάνηκε νά φυσάει ἁπαλά ἐκείνη τήν ὥρα καί μιά γλυκιά αὔρα δροσιᾶς τύλιξε τούς πνευματοφόρους συνομιλητές, φέρνοντας μιάν ἀπόκοσμη εὐωδία σάν ἀπό πανάκριβο μύρο. ῎Αν κανείς τούς ἔβλεπε ἀπό κάποια ἀπόσταση, θά ἔβλεπε ὅτι καί οἱ τρεῖς μέ τόν μεγάλο ἀββᾶ ἀνάμεσά τους ἦταν μέσα σ᾽ ἕνα γαλαζόλευκο φῶς πού ὅμοιό του στήν γῆ δέν μπορεῖ κανείς νά ἀντικρύσει.


Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

Πηγή: Αγάπη εν Χριστώ, Δάκρυα Μετανοίας

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Νόμος της Φύσης

Η Συζήτηση των Κυμάτων

Ήταν ένα μικρό κύμα, πολύ λυπημένο και που μονολογούσε: 
«πόσο δυστυχισμένο είμαι… τα άλλα κύματα είναι τόσο μεγάλα και δυνατά και εγώ είμαι τόσο μικρό και ασήμαντο… γιατί να είναι η ζωή τόσο σκληρή

Ένα μεγάλο κύμα που βρισκόταν εκεί κοντά, το άκουσε και αποφάσισε να του απαντήσει:
«Τα λες αυτά διότι δεν έχεις κατανοήσει την πραγματική σου φύση. Νομίζεις ότι είσαι ένα κύμα και νομίζεις ότι είσαι μικρό και ασήμαντο, ενώ στην πραγματικότητα δεν είσαι τίποτα από τα δύο».
Ξαφνιασμένο το μικρό κύμα απαντά: 
«Πως;! Δεν είμαι κύμα;! Μα, δεν βλέπεις τον κυματισμό μου; Δεν βλέπεις τα απόνερά μου; Αν και μικρό, είναι κύμα! Τι εννοείς λέγοντας ότι δεν είμαι κύμα;» 
Ήρεμα το μεγάλο κύμα αποκρίνεται: 
«Αυτό που καλείς «κύμα» δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσωρινή μορφή σου. Στην πραγματικότητα, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά νερό! Όταν κατανοήσεις την βάση της φύσης σου, θα απαλλαχθείς από την μιζέρια σου και θα δεις ότι εγώ είμαι εσύ, εσύ είσαι εγώ, και οι δύο είμαστε κομμάτι του ιδίου Όλου».
 
Η φύση των πραγμάτων

Δύο μοναχοί έπλεναν τις κούπες τους στο ποτάμι, όταν είδαν έναν σκορπιό να πνίγεται.
Ο ένας μοναχός, αμέσως τον άρπαξε και τον άφησε δίπλα στην όχθη.
Κατά την διάρκεια, ο σκορπιός τον τσίμπησε.
Καθώς συνέχισε να πλένει την κούπα του, ο σκορπιός και πάλι έπεσε στο νερό.
Ο μοναχός και πάλι τον έσωσε, ενώ ο σκορπιός και πάλι τον τσίμπησε.
Ο άλλος μοναχός τον ρώτησε «αδελφέ μου, γιατί συνεχίζεις να τον σώζεις, αφού το γνωρίζεις ότι είναι στην φύση του σκορπιού να τσιμπάει;»
«Διότι είναι στην δική μου φύση να σώζω» απάντησε ο μοναχός.

Προσευχή

Από τούτα τα τέσσερα έχει πιο πολύ ανάγκη η ψυχή, έλεγε κάποιος Γέροντας: 
Να φοβάται την κρίση του Θεού, να μισεί την αμαρτία, ν' αγαπά την αρετή και να προσεύχεται αδιαλείπτως.

Ο παράδεισος

Δύο άνθρωποι είχαν χαθεί μέσα στην έρημο για μέρες και κινδύνευαν να πεθάνουν από την δίψα και την ασιτία.
Κάποια στιγμή όμως, βρέθηκαν μπροστά σ’ έναν ψηλό τοίχο. 
Πίσω από τον τοίχο έρχονταν ήχοι νερού που κυλά, πουλιών να τραγουδούν και πάνω από τον τοίχο ξεπρόβαλαν κλωνάρια δέντρων, φορτωμένα με καρπούς.
Ο ένας κατάφερε με δυσκολία να σκαρφαλώσει και να περάσει πάνω από τον τοίχο, μέσα στον κήπο.
Ο άλλος, έκανε μεταβολή και ξαναμπήκε στην έρημο, ψάχνοντας γι άλλους χαμένους ταξιδιώτες, για να τους βοηθήσει να βρουν τον δρόμο τους στον κήπο.

Εμμονή 
Δύο μοναχοί ταξίδευαν μαζί. Όταν έφτασαν σε ένα ποτάμι, είδαν μια νέα γυναίκα ανήσυχη να κοιτά το ποτάμι.
Όταν τους είδε, τους ρώτησε εάν μπορούν να την κουβαλήσουν στην απέναντι όχθη, διότι φοβόταν ότι θα πνιγεί.
Ο ένας μοναχός δίστασε, μιας και απαγορεύεται σε μοναχούς να αγγίζουν γυναίκες.
Ο άλλος όμως χωρίς δισταγμό, ανέβασε την γυναίκα στους ώμους του και την πέρασε απέναντι. 
Καθώς συνέχιζαν το ταξίδι τους, ο πρώτος μοναχός δεν σταματούσε να επιπλήττει τον δεύτερο που κουβάλησε την γυναίκα.
Μέχρι που τέλος ο δεύτερος δεν άντεξε άλλο και του αποκρίθηκε: 
«αδελφέ μου, εγώ την κουβάλησα για λίγα λεπτά, μα εσύ ακόμα την κουβαλάς».

Επιμέλεια: Σοφία Δ. Ντρέκου/Αέναη επΑνάσταση

Πηγή: Αέναη επΑνάσταση

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Ὁ ἐπίσκοπος καί ἡ χαρισματική προσευχή μιᾶς ἁπλῆς γυναίκας

Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος Σελέντης ἀνέφερε: «Μ’ ἔμαθε νά προσεύχωμαι κατανυκτικά καί μέ δάκρυα μία ἁπλῆ γυναικούλα, πού κατοικοῦσε στό Πέραμα Πειραιῶς καί τήν ἀποκαλοῦσαν περιφρονητικά ὄχι μέ τ’ ὄνομά της, ἀλλά μέ τό παρατσούκλι “ἡ Αὐγουλοῦ”, γιατί πούλαγε φρέσκα αὐγά, νά ἐξοικονομήση τόν “ἄρτον τόν ἐπιούσιον”.

Ὡς περιοδεύων πέρασα μιά μέρα ἀπ’ τό φτωχικό της σπίτι, γιά νά εἰσπράξω μιά συνδρομή γιά τό περιοδικό ΖΩΗ. Ἡ ἴδια ἀπουσίαζε καί βρισκόταν ἐκεῖ τό παιδί της, πού διήρχετο τήν ἐφηβεία. Ἔκαιγε τό καντήλι στό εἰκονοστάσι κι ἔκανα στό παιδί τήν πρότασι ἄν ἤθελε μέχρι νά ᾽λθη ἡ μητέρα του νά προσευχηθοῦμε λιγάκι. Κάπως ἀδιάφορα κούνησε καταφατικά τό κεφάλι του καί εἶπε ἄς προσευχηθοῦμε. Ὅταν τελειώσαμε τήν προσευχή, μοῦ λέει κάπως χαριτολογώντας: Α, ἐσύ δέν ξέρεις νά προσευχηθῆς! Ἐγώ κατεπλάγην ἀπ’ τήν τολμηρή αὐτή παρατήρησι καί τόν ρώτησα νά μοῦ ἐξηγήση, πῶς κατά τή γνώμη του πρέπει νά προσεύχεται ἕνας Ὀρθόδοξος Χριστιανός; Ἐγώ, κύριε, μοῦ λέει δέν ξέρω Θεολογία, ἀλλά βλέπω τό παράδειγμα τῆς μητέρας μου, πού ὅταν προσεύχεται κραυγάζει συνεχῶς “Κύριε Ἐλέησον”, πέφτει συνεχῶς σέ μετάνοιες, κτυπάει τό στῆθος της καί τρέχουν ποτάμι τά δάκρυά της!

Μετά ἀπ’ αὐτή τήν ἀφήγησι, μεγάλωσε ἡ ἐπιθυμία μου νά γνωρίσω αὐτή τήν ὑπέροχη γυναῖκα καί νά διδαχθῶ κάτι ἀπ’ τή χαρισματική προσευχή της.

Ἐκείνη τή μέρα δέν ἦλθε κι ἀποχώρησα. Μιά ἄλλη μέρα πέρασα νά τή συναντήσω καί βρέθηκα μπροστά σέ μιά συγκλονιστική σκηνή προσευχομένου ἀνθρώπου. Ὁ ἄνδρας της, ὅπως ἔμαθα, ἦταν ἕνας μέθυσος κι ἀχαΐρευτος, πού τῆς ἔπαιρνε ὅ,τι οἰκονομοῦσε ἀπ’ τά αὐγά καί μπεκρόπινε. Ἐκείνη τή μέρα κατά τήν ὁποία πῆγα, ἀπ’ τό μεθύσι του τήν εἶχε ξυλοκοπήσει, τῆς εἶχε πάρει τά χρήματα καί τῆς εἶχε πετάξει τήν Καινή Διαθήκη μέσα στό πηγάδι!

Ἐγώ δέ, τή βρῆκα γονατιστή στό πηγάδι νά προσεύχεται καί νά λέη: Χριστέ μου καί Παναγία μου Μεγαλόχαρη, τό βιβλίο μέ τά ἱερά γράμματα, τό ὁποῖο ἔρριξε ὁ ἄνδρας μου στό πηγάδι δέν τό ἔκανε ἀπό ἀσέβεια, ἀλλά ἦταν μεθυσμένος. Κάνε Παναγία μου τά ἱερά αὐτά Γράμματα, πού θά λειώσουν καί θά γίνουν ἕνα μέ τό νερό, νά τά πιῆ ὁ ἄνδρας μου, νά μετανοήση, νά ἐξομολογηθῆ καί νά σωθῆ, νά μήν πάη στήν κόλασι, Χριστουλάκη μου, γιατί ὁ κόσμος μέ ἔχει γιά καλή, ἐνῶ ἐγώ ἡ τρισάθλια ἔχω πολλά ἀθεράπευτα πάθη κι ἁμαρτίες!

Πηγή: Ιστολόγιο Τάλαντο