Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΥΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΥΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

Ἕνα θαῦμα τοῦ Ταξιάρχη


Ἦταν ἕνα γλυκὸ Αὐγουστιάτικο βραδινό. Ὁ ἑσπερινὸς τελείωνε ὅταν μιὰ παρέα προσκυνητές, ἔφτανε στὸ Ναό μας.
—Πάτερ, τὴν εὐχή σας. Εἶναι εὐλογημένο νὰ διανυκτερεύσουμε ἐδῶ ἀπόψε καὶ τὸ πρωὶ νὰ ἐκκλησιαστοῦμε καὶ νὰ κοινωνήσουμε;
Ἦταν μιὰ νεαρὴ γυναίκα ποὺ ρωτοῦσε καὶ ποὺ μὲ κάποιον ἄλλον νεαρό, βοηθοῦσαν ἕνα παλληκάρι νὰ στέκεται ὄρθιο καὶ νὰ βαδίζει.
—Βεβαίως. Κανένα πρόβλημα. Ἔχουμε χῶρο γιὰ ὅλους σας.
—Ευχαριστούμε πολύ, νὰ εἶστε καλά. Μήπως ἐδῶ μένει ὁ Δεσπότης;
—Όχι, ὅμως αὔριο τὸ πρωὶ θὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ.
—Αλήθεια; Ὢ Θεέ μου! Ἀνέλπιστη χαρὰ μᾶς δίνετε, πάτερ μου.
—Μα τί συμβαίνει; Δὲν καταλαβαίνω.
—Πάτερ μοῦ, ὁ Ταξιάρχης ἔκανε ἕνα μεγάλο θαῦμα στὸν ἀδελφό μου, εἶναι αὐτὸς ἐδῶ, ὁ Διονύσης.
Ἡ νεαρὴ γυναίκα λέγοντας τὶς τελευταῖες λέξεις στράφηκε πρὸς τὸ παλ¬ληκάρι ποὺ κρατοῦσε ἀγκαζὲ μαζὶ μὲ τὸν ἄλλο νεαρό. Μὲ ἕνα τρυφερὸ χαμόγελο τὸν ὁδήγησε μπροστά μου, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἄλλου νέου. Τὸ παλληκάρι ἔκανε μιὰ ὑπόκλιση, ὅσο τοῦ ἐπέτρεπε ἡ κατάστασή του καὶ ἀπλώνοντας τὸ χέρι τοῦ πῆρε τὸ δικό μου καὶ τὸ ἀσπάστηκε μὲ σεβασμό.

—Πάτερ, εἶναι ὁ ἀδελφός μου ὁ Διονύσης, συνέχισε ἡ νεαρὴ γυναίκα, ὁ Ταξιάρχης στὴν κυριολεξία τὸν ἔσωσε, σχεδὸν τὸν ἀνέστησε ἀπὸ νεκρό. Κατὰ τὴ νοσηλεία τοῦ ἀδελφοῦ μου στὸ Κρατικὸ Νοσοκομεῖο Νικαίας Ἀθηνῶν, πέρασαν ἀπ’ αὐτὸ καὶ γνώρισαν τὸν ἀδελφό μου καὶ εἶδαν τὴν κρισιμότητα τῆς κατάστασης τοῦ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης σας καὶ ὁ πατὴρ Χρῆστος, ὁ συνεφημέριός σας, ὅταν καὶ ἐκεῖνος εἶχε τὴν περιπέτεια μὲ τὴν πρεσβυτέρα του στὸ ἴδιο Νοσοκομεῖο. Βέβαια τότε ὁ ἀδελφός μου ἦταν σὲ βαθὺ κῶμα καὶ δὲν τοὺς γνώρισε• ὅμως ἐκεῖνοι προσευχήθηκαν γιὰ κεῖνον. Καταλαβαίνετε λοιπόν, τί εὐλογία, εἶναι γιὰ μᾶς, ὅταν στὴν πρώτη μας εὐχαριστήριο ἐπίσκεψη πρὸς τὸν Ταξιάρχη, νὰ παρευρίσκεται ὁ Σεβασμιώτατος καὶ νὰ συμπροσεύχεται καὶ νὰ συνδοξολογεῖ τὸν Ἀρχάγγελο μαζί μας, γιὰ τὴ θαυμαστή Του ἐνέργεια στὸν ἀδελφό μου.
Μιλώντας, ἔρριξε μιὰ ματιὰ στὸν Διονύση, ποὺ ἔδειχνε σημεῖα κόπωσης, λόγω τοῦ προσφάτου ἀτυχήματός του- καὶ ἀπευθυνόμενη πάλι σὲ μένα, συνέχισε:
—Αν εἶναι εὐλογημένο, πάτερ μου, θὰ ἤθελα λίγο νὰ τακτοποιήσω τὰ πράγματά μας καὶ νὰ περιποιηθῶ τὸν ἀδελφό μου, γιατί ἀκόμη ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθω στὸ Γραφεῖο καὶ νὰ σᾶς ἐξιστορήσω, μαζὶ μέ. τὸν ξάδελφό μου, τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς μὲ κάθε λεπτομέρεια.
—Μην ἐνοχλεῖστε, δὲν πειράζει. Τακτοποιεῖστε τὰ πράγματά σας, ξεκουρα¬στεῖτε καὶ αὔριο μετὰ τὴ θεία λειτουργία, ποὺ θάναι ἐδῶ καὶ ὁ Δεσπότης μᾶς τὰ ἐξιστορεῖτε ὅλα μὲ τὴν ἡσυχία σας. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ χαρεῖ πάρα πολὺ νὰ μάθει τὴν ἔκβαση αὐτοῦ του γεγονότος, ἀπὸ πρῶτο χέρι, μὲ κάθε λεπτομέρεια.
—Να εἶναι εὐλογημένο, πάτερ μου. Εὐχαριστοῦμε πολύ. Αὔριο μὲ ὑγεία.
Εἶχε τελειώσει ἡ θεία λειτουργία καὶ καθὼς πηγαίναμε στὸ Γραφεῖο γιὰ καφέ, μαζὶ μὲ τὴν παρέα τοῦ Διονύση ἔφτασε ὁ Δεσπότης. Ἦταν ἀπερίγραπτη ἡ χαρὰ ὅλης της παρέας μόλις τὸν ἀντικρυσαν. Ἔτρεξαν ὅλοι κοντά του χαρούμενοι. Ἔβαλαν μετάνοια καὶ τοῦ φίλησαν μὲ σεβασμὸ τὸ χέρι.
—Τι κάνετε Σεβασμιώτατε, τὸν θυμάστε τὸν Διονύση μας;
—Μα εἶναι δυνατόν; Εἶναι τὸ παιδί, ποῦ νοσηλευόταν στὸ Κρατικό, μὲ τὸ τροχαῖο;
—Μάλιστα, μάλιστα, Σεβασμιώτατε, αὐτὸς εἶναι. Θαῦμα, θαῦμα τοῦ Ταξιάρχη!
—Δόξα σοὶ ὁ Θεός! Παιδιά μου πολὺ χαίρομαι. Ξέρετε, μὲ εἶχε συγκινήσει πολὺ ἡ περίπτωση τοῦ Διονύση καὶ συχνὰ ἀναρωτιόμουν γιὰ τὴν ἔκβαση τῆς ὑγείας του. Καὶ νὰ ποὺ σήμερα τὸν βλέπω ὑγιέστατο μπροστά μου, ἃς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ μεγάλου Θεοῦ. Παιδιά μου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψτε νὰ πάω μέσα, νὰ προσκυνήσω τὸν Ἀρχάγγελο, γιατί μόλις ἔφτασα καὶ ἔρχομαι στὸ Γραφεῖο νὰ τὰ ποῦμε μὲ τὴν ἡσυχία μας καὶ μὲ κάθε λεπτομέρεια.
—Νάναι εὐλογημένο, Δέσποτα.
Ὁ Σεβασμιώτατος, κατευθύνθηκε συγκινημένος πρὸς τὸν Ναό, ὑμνώντας τὸ ὄνομα τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ εὐχαριστώντας τὸν Ἀρχάγγελο.
Σὲ λίγο στὸ Γραφεῖο τοῦ Ναοῦ, ἀκούγαμε ὅλοι κατάπληκτοι ἀπὸ τὴν Ἑλένη καὶ τὸ Νίκο τὰ γεγονότα τὰ τοῦ θαύματος, νὰ ξετυλίγονται ἀστραπιαία καὶ θαυμαστά.
—Σεβασμιώτατε, ὀνομάζομαι Ἑλένη καὶ εἶμαι ἡ ἀδελφή του Διονύση, παντρεμένη καὶ μένω στὸ Ναύπλιο, Σουλίου 8.
Τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς του Θωμά, 25-4-1993, χτυπᾶ τὸ τηλέφωνο τοῦ σπιτιοῦ μου,.... καὶ πληροφοροῦμαι ὅτι ὁ ἀδελφός μου ὁ Διονύσης χτύπησε σὲ τροχαῖο καὶ βρίσκεται, στὸ Κρατικὸ Νοσοκομεῖο Νικαίας στὴν Ἀθήνα. Τὸ ἀκουστικὸ ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέ¬ρια μοῦ ὅταν μὲ παρότρυναν νὰ κάνουμε ὅσο τὸ δυνατὸν σύντομα, γιατί ὁ ἀδελφός μου ἦταν σὲ πολὺ κακὴ κατάσταση. Ἑτοιμοθάνατος! «Τὸν προλαβαίνετε, δὲν τὸν προλαβαίνετε», μοῦ εἶπαν χαρακτηριστικά.
Φύγαμε ἀμέσως γιὰ τὴν Ἀθήνα. Πῶς αἰσθανόμουν στὸν δρόμο γιὰ τὴν Ἀθήνα, δὲν μπορῶ νὰ τὸ ἐκφράσω, ἦταν μιὰ φοβερὴ ἐμπειρία! Ἔνοιωθα νὰ βουλιάζει σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος ὁλόκληρος. Αἰσθανόμουν ὅτι τὰ πάντα γιὰ μένα ἔχαναν ξαφνικὰ τὴν ἀξία τους! Δὲν μετροῦσε γιὰ μένα τίποτα. Μόνο μέσα ἀπὸ ἕνα μεταξωτὸ ἱστὸ ἀράχνης, ἀμυδρά, διέκρινα μὲ τὴ φαντασία μου τὸ Διονύση μᾶς αἱμόφυρτο καὶ ἑτοιμοθάνατο. Καὶ τότε, τὸ μόνο ποὺ ἤθελα, ἦταν νὰ βρεθῶ κοντά του, νὰ τὸν ἀγκαλιάσω, νὰ τὸν φιλήσω, νὰ τὸν σφίξω καὶ νὰ τοῦ ξαναδώσω τὴ δύναμη καὶ τὴ ζωή. Τὰ λεφτά μου φαινότανε ὧρες καὶ οἱ ὧρες αἰῶνες. Σὲ κάποια στιγμὴ σχεδὸν λιποθύμησα, ὅταν μέσα στὸ ἁμάξι μύρισε, πολὺ αἰσθητά, λιβάνι! Πάει πέθανε, σκέφτηκα καὶ ἔνοιωθα νὰ χάνω τὶς αἰσθήσεις μου.
Φτάσαμε στὸ Νοσοκομεῖο καὶ ἡ πραγματικότητα ἦταν πολὺ πιὸ φοβερὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς φαντασίας. Ὁ Διονύσης αἱμόφυρτος πάνω στὸ κρεββάτι ἀναίσθητος σὲ ἀφασία. Μὲ φώναξαν στὸ Γραφεῖο οἱ γιατροὶ καὶ μοῦ εἶπαν ἐπὶ λέξει: «Κορίτσι μου, τί νὰ σοῦ ποῦμε, τὸ παιδὶ εἶναι ξεγραμμένο. Τὸ μυαλὸ τοῦ ἔγινε γιαούρτι. Δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἐλπίδα».
Ρώτησα γιὰ κάποια ἐγχείριση, γιὰ κάτι ἄλλο ποὺ θὰ μᾶς ἔδινε κάποιες ἐλπίδες. «Δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἐλπίδα, δὲν σηκώνει οὔτε ἐγχείριση», μοῦ εἶπαν καὶ συνέχισαν: «Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτα».
Γονατιστοὶ ὅλη τὴ νύχτα στὸ προσκεφάλι του, παρακαλούσαμε τὸ Θεὸ νὰ τὸν λυπηθεῖ καὶ νὰ τὸν ἀναστήσει.
Τὸ πρωὶ ἐπισκέφθηκε τὸν ἀδελφό μου ὁ ἄριστος κρανιολόγος γιατρὸς κ. Μουρουζίνης. Τὸν ἐξέτασε πολὺ ὥρα καὶ στὸ τέλος κουνώντας τὸ κεφάλι τοῦ εἶπε:
«Εἴτε ἔτσι, εἴτε ἀλλιῶς ὁ νεαρὸς εἶναι χαμένος, ἃς τοῦ κάνουμε μιὰ ἐπέμβαση στὸ κεφάλι του. Βέβαια οἱ πιθανότητες δὲν εἶναι οὔτε μία στὶς χίλιες, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτα ἄλλο καλύτερο». Τὸ δεχτήκαμε. Πῶς νὰ κάναμε διαφορετικά; Ὁ ἀδελφός μου χανόταν!
Μπῆκε στὸ χειρουργεῖο στὶς δώδεκα τὸ μεσημέρι. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐγχείρισης, μᾶς πῆρε τηλέφωνο στὸ Νοσοκομεῖο ὁ ξάδελφός μας ὁ Νίκος καὶ μᾶς εἶπε πράγματα ποὺ μᾶς ζωήρεψαν τὶς ἐλάχιστες καὶ ὑποτονικὲς ἐλπίδες μας. Ἄλλα καλύτερα νὰ σᾶς τὰ ἐξιστορήσει αὐτὰ ὁ ἴδιος.
Λέγοντας αὐτὰ ἡ Ἑλένη, στράφηκε στὸ νεαρὸ δίπλα της, ποὺ βοηθοῦσε μαζί της τὸν Διονύση.
—Μάλιστα Σεβασμιώτατε. Λέγομαι Νίκος Καλογήρου. Εἶμαι 22 χρόνων καὶ σπουδάζω μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή μου Ἑλένη στὴ Θεσσαλονίκη. Ἡ διεύθυνσή μας: ...... Τὸ τηλέφωνό μας: ......
Τὴν Κυριακή του Θωμὰ 25-4-1993, ἡ ἀδελφή μου καὶ γῶ ξεκινήσαμε νὰ ἐπιστρέψουμε στὴ Θεσσαλονίκη, ἀπ’ τὴν ὁποία εἴχαμε φύγει, γιὰ νὰ περάσουμε τὶς διακοπὲς τοῦ Πάσχα κοντὰ στοὺς δικούς μας. Στὴ Θεσσαλονίκη φτάσαμε στὶς 7 τὸ ἀπόγευμα. Ἀμέσως πήραμε τηλέφωνο τοὺς δικούς μου, ὅπως ἄλλωστε συνηθίζουμε, γιὰ νὰ ἐνημερώσουμε τοὺς δικούς μας ὅτι φτάσαμε καλά. Συνάμα ρωτήσαμε καὶ γιὰ κείνους, πῶς εἶναι καὶ ἂν ἔχουν κανένα νεότερο ἀπὸ τὸ πρωὶ ποὺ φύγαμε γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη. Μᾶς εἶπαν ὅτι εἶναι ὅλα μιὰ χαρά, ὅπως τὰ ξέραμε. Κουρασμένοι ἀπὸ τὸ πολύωρο ταξίδι μας, πολὺ νωρὶς πήγαμε γιὰ ὕπνο.
Τὴ νύχτα, ἕνα ὄνειρο μὲ συγκλόνισε. Βρέθηκα μέσα σὲ ἕνα Νοσοκομεῖο, γιὰ μένα ἄγνωστο, καὶ πάνω σε ἕνα κρεββάτι, ντυμένο στὰ μαῦρα, τὸν ξάδελφό μου ξαπλωμένο. Τὸν ρωτάω τί ἔπαθε καὶ ἐκεῖνος μου δείχνει τὸ κεφάλι του, ποὺ ἦταν γεμάτο αἵματα, καὶ μοῦ λέει ὅτι χτύπησε. Τότε ἀκούω τὴ φωνὴ τοῦ πατέρα μου νὰ μὲ φωνάζει: Νίκο-Νίκο! Δὲν τὸν ἔβλεπα, ὅμως ἀκολούθησα τὴ φωνή του καὶ βρέθηκα σὲ μιὰ μικρὴ Ἐκκλησιά, ποὺ βρισκόταν στὴν αὐλὴ τοῦ Νοσοκομείου. Στὸ μέσον της Ἐκκλησίας στεκόταν ὁ πατέρας μου καὶ κυττοῦσε πρὸς τὸ μέρος μου. Στὰ δεξιά μου βλέπω μία εἰκόνα τῆς Παναγίας μὲ τὸν Χριστὸ στὴν ἀγκαλιά της. Βγάζω τὸ μαντήλι μου καὶ τὴν σκουπίζω, γιατί μου φάνηκε λερωμένη. Τὸ μαντήλι λερώθηκε. Τότε βλέπω τὸν πατέρα μου νὰ μοῦ δείχνει τὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ Ναοῦ καὶ στὸ σημεῖο ποὺ βρισκόταν μιὰ ἄλλη εἰκόνα, ποὺ ὅμως ἦταν τόσο μαύρη, ποὺ δὲν φαινόταν τὸ πρόσωπο τοῦ εἰκονιζόμενου ἁγίου. Συγχρόνως ὁ πατέρας μου, μὲ προστακτικὸ ὕφος μου ἔλεγε τὰ ἑξῆς: Πὲς στὴν Ἑλένη, τὴν ξαδέλφη σου, νὰ τὴν καθαρίσει. Ἀνήσυχος ἀπ’ αὐτὰ ὅλα το πρωί, παίρνω μιὰ θεία μου τηλέφωνο στὸ Ναύπλιο νὰ ρωτήσω. Δὲν πῆρα τὸ σπίτι μου, γιατί γνώριζα ὅτι ὅλοι τους δούλευαν. Τότε μαθαίνω τὸ θλιβερὸ γεγονός. Ρώτησα γιὰ τὴν ξαδέλφη μου, τὴν Ἑλένη καὶ μοῦ εἶπε ὅτι εἶναι στὸ Νοσοκομεῖο τῆς Νικαίας. Ἐκεῖ πῆρα τηλέφωνο καὶ ἀφοῦ ἔμαθα λεπτομέρειες καὶ τὴν ἀπελπιστικὴ κατάσταση τοῦ Διονύση, ρώτησα τὴν Ἑλένη ἂν ὑπάρχει στὸ χῶρο τοῦ Νοσοκομείου καμμιὰ Ἐκκλησιά.
Μοῦ ἀπάντησε ὅτι δὲν τὸ γνώριζε. Τότε τῆς εἶπα τὸ ὄνειρο καὶ τὴν παρότρυνα νὰ ψάξει καὶ ἂν ὑπῆρχε, νὰ κυττοῦσε στὸν ἀριστερὸ μπαίνοντας τοῖχο της. Παρακάτω, Σεβασμιώτατε, ἃς συνεχίσει ἐκείνη.
—Όταν ἄκουσα αὐτὰ ἀπὸ τὸν ξάδελφό μου Νίκο, Σεβασμιώτατε, κάποιες ἐλπίδες ἄρχισαν νὰ ἀναπτερώνονται. Ὅταν θὰ βγοῦν σωστά τα λόγια τοῦ ξαδέλφου μου, εἶπα μέσα μου, τότε θὰ πεῖ ὅτι ὁ Διονύσης μας θὰ σωθεῖ. Ρωτήσαμε καὶ μάθαμε ὅτι ὑπῆρχε κάτω Ἐκκλησία τοῦ Νοσοκομείου. Τρέξαμε μὲ τοὺς συγγενεῖς μου καὶ ψάξαμε. Πράγματι στὸ ἀριστερὸ τοῖχο ἦταν κρεμασμένο ἕνα μικρὸ ξύλινο εἰκόνισμα κατάμαυρο!!! Τὸ ξεκρεμάσαμε ἀλλὰ δὲν μπορούσαμε νὰ δοῦμε τί ἀναπαριστοῦσε. Πῆρα βαμβάκι καὶ οἰνόπνευμα καὶ τὸ καθάρισα. Ὢ Θεέ μου! Ἔλαμψε ὁλόκληρο! Ἀστραποβολοῦσε! Ὅμως καὶ πάλι δὲν μπορούσαμε νὰ καταλάβουμε ποιὸν ἅγιο εἰκόνιζε. Ὅταν τὸ εἶδε ἡ θεία μου. ἡ μητέρα τοῦ Νίκου, σταυροκοπήθηκε καὶ τὸ καταφιλοῦσε, τὸ εἶχε γνωρίσει! Ὁ Ταξιάρχης, ὁ Ταξιάρχης τοῦ Μανταμάδου!!! φώναζε. Εἶχε ἔλθει πρὶν δυὸ χρόνια καὶ εἶχε πάρει τὸ εἰκόνισμά Του καὶ τοὺς δυὸ τόμους τῶν βιβλίων Του. Νὰ τὸ εἰκόνισμα Σεβασμιώτατε, εἶπε ἡ Ἑλένη καὶ ἀνοίγοντας τὸ πουκάμισο τοῦ Διονύση τὸ ἔβγαλε ἀπὸ τὴ θήκη του καὶ τὸ ἔδωσε στὸν Δεσπότη μας. Ἐκεῖνος τὸ κύτταξε γιὰ λίγο καὶ ἔπειτα μὲ πολὺ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια, τὸ ἀκούμπησε στὰ χείλη του. Ἦταν ἕνα ξύλινο μικρὸ εἰκονισματάκι τοῦ Ταξιάρχη μας, ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἔχουμε στὸ περίπτερό του Ναοῦ, γιὰ τοὺς προσκυνητές μας.
Ἀφοῦ τὸ προσκυνήσαμε ὅλοι μας, ἡ Ἑλένη τὸ πῆρε, τὸ ἔβαλε πάλι στὴ θέση του καὶ συνέχισε:
—Τελείωσε ἡ ἐγχείριση στὸν ἐγκέφαλο τοῦ ἀδελφοῦ μου. Οἱ γιατροὶ δὲν μᾶς ἔδιναν περισσότερες ἐλπίδες ἀπ’ ὅτι πρὶν τὴν ἐγχείριση, δηλαδὴ μία τοῖς χιλίοις! «Τὸ μυαλό του», μᾶς ἔλεγαν, «εἶναι σὰ γιαούρτι- καὶ δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτα παραπάνω. Ἀνθρωπίνως καὶ ἐπιστημονικῶς κάναμε τὸ καλύτερο, τώρα μόνο ἕνα θαῦμα τὸν σώζει». Ζήτησα νὰ μοῦ ἐπιτρέψουν νὰ μπῶ στὴν ἐντατικὴ καὶ νὰ τοῦ βάλω τὸ εἰκόνισμα ἐπάνω του. Μοῦ τὸ ἐπέτρεψαν. Μπῆκα καὶ τοῦ τὸ φόρεσα.
Τὸ πρωί, 27-4-93, μᾶς παίρνει πάλι τηλέφωνο ὁ Νίκος ἀπ’ τὴ Θεσσαλονίκη. Καὶ μοῦ λέει ὅτι πάλι εἶδε ὄνειρο σημαδιακὸ καὶ πὼς πρέπει νὰ ἐντείνουμε τὶς προσευχές μας, γιατί ὁ Διονύσης θὰ γίνει καλά!
—Ναι, Σεβασμιώτατε, συνεχίζει, παίρνοντας τὸν λόγο ὁ Νίκος. Τὸ βράδυ τῆς 26ης πρὸς τὴν 27η βλέπω πάλι νὰ βρίσκομαι στὸ Νοσοκομεῖο καὶ νὰ θέλουν δυὸ μαυροφορεμένοι ἄνδρες, νὰ μᾶς πάρουν τὸν Διονύση, μέσα σὲ ἕνα μαῦρο μεγάλο αὐτοκίνητο. Μετὰ ἀπὸ πολὺ ὥρα τὸ κατώρθωσαν, ἀλλὰ τὸ αὐτοκίνητο δὲν ἔφευγε. Κάποιος νέος, ὄμορφος, ξανθός, μὲ ἕνα μικρὸ γενάκι καὶ μέχρι τὴ μέση τὸν κατάξανθα σγουρὰ κυματιστὰ μαλλιά, ἐμφανίστηκε καὶ ἀφοῦ πῆρε καὶ ἔβαλε τὸν Διονύση πάνω σε ἕνα κρεββάτι τοῦ Νοσοκομείου, μοῦ εἶπε: «Μὴν ἀνησυχεῖς! Ἀνοῖξτε τοῦ μιὰ τρύπα ἐδῶ», δείχνοντας τὸ λαιμό του, «βάλτε τοῦ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς στὰ χέρια του καὶ ἀφῆστε τὸν σὲ μένα». Τὸ πρόσωπό του ἔχυνε μιὰ γλυκεία λάμψη, ποὺ σὲ γαλήνευε, σὲ πλημμύριζε εὐεξία καὶ ἐμπιστοσύνη.
—Σκεφθείτε Δέσποτα πῶς ἔνοιωσα, συνέχισε τώρα ἡ Ἑλένη, ὅταν ἐνῶ ἄκουγα αὐτὸ ἀπὸ τὸ Νίκο, ἔρχονται οἱ γιατροί, μπαίνουν βιαστικὰ στὴν ἐντατικὴ καὶ βγαίνοντας γρήγορα, ἔπαιρναν μαζί τους καὶ τὸν Διονύση στὸ χειρουργεῖο γιὰ τραχειοτομή!!! Μᾶς εἶπαν ἐπὶ λέξει:
«Ἔχει χειροτερεύσει ἡ κατάστασή του. Τώρα ἔχει καὶ πνευμονία μὲ ὑψηλὸ πυρετό. Τὸν πᾶμε ἀμέσως γιὰ τραχειοτομὴ νὰ τὸν προλάβουμε, γιατί κινδυνεύει ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ νὰ πνιγεῖ»! Μετὰ ἀπὸ τὴν τραχειοτομή, τὸν λυπήθηκε πράγματι ἡ ψυχή μου. Δὲν ζοῦσε. Τὰ μηχανήματα τὸν κρατοῦσαν φυτό!! Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἔχασα ὅσο θάρρος μου εἶχε ἀπομείνει. Λύγισα σὰν ἄνθρωπος καὶ χωρὶς νὰ πῶ τίποτα σὲ κανέναν, ἔφυγα στὸ Ναύπλιο νὰ πάρω τὰ ροῦχα του γιὰ τὸ ἐπερχόμενο μοιραῖο. Ἀπ' ἐκεῖ ἔφερα μαζί μου καὶ τὰ βιβλία τοῦ Ταξιάρχη, τὸ Ἱστορικὸ καὶ τὰ θαύματά Του. Κάποιος, θαρρεῖς μέσα μου, μὲ ἔσπρωχνε νὰ τὰ πάρω ἀπὸ τὴ θεία μου μαζί μου! Ὅταν ἐπέστρεψα καὶ εἶδα τὸν ἀδελφό μου ζωντανό, μετανοιωσα πικρὰ γιὰ τὴν ὀλιγοπιστία μου. Ζήτησα ταπεινὰ συγγνώμη, γιὰ τὴν ἀδυναμία μου αὐτὴ καὶ γονατιστὴ μέρα καὶ νύχτα ἔξω ἀπὸ τὴν ἐντατική, διάβαζα τὰ θαύματά Του καὶ παρακαλοῦσα γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ μου.
Ὅσο διάβαζα τὸ βιβλίο μὲ τὰ θαύματα, τόσο ἔνοιωθα κοντά μας τὴν παρουσία τοῦ Ἅγιου. Οἱ ἐλπίδες πάλι δειλὰ-δειλὰ ἐρχότανε νὰ πάρουν τὴ θέση τῆς ἀπογοήτευσης καὶ ἀπόγνωσης καὶ σιγὰ-σιγὰ γιγάντωναν καὶ πολλαπλασιάζονταν. Οἱ ἐνημερώσεις τῶν γιατρῶν δὲν μὲ προβλημάτιζαν πιὰ καὶ δὲν μὲ ἐνδιέφεραν πολύ, παρ’ ὅλο ποὺ ἤτανε ἄσχημες! Κι αὐτὸ γιατί τώρα γνώριζα ὅτι πάνω καὶ ἀπὸ τοὺς γιατρούς, βρίσκεται ὁ Ἅγιος, κι ὅτι Αὐτὸς μόνο ἐπιμελεῖται τὸν ἀδελφό μου. Τὰ βιβλία αὐτά μου ἔδωσαν τὴν ἠρεμία, τὴ δύναμη, τὴ δυνατὴ πίστη, τὴν ὑπομονή, τὴν καρτερία.
Μὲ 40 πυρετὸ ἐπὶ 8 ἥμερες στὴν ἐντατικὴ πάλεψε μὲ τὸν θάνατο ὁ Διονύσης, μὲ σύμμαχο τὸν Ταξιάρχη. Ὀκτὼ ὁλόκληρες ἡμέρες ἔμοιαζε μὲ νεκρό. Οἱ γιατροὶ μᾶς ἔλεγαν ὅτι: «Δυστυχῶς χάνουμε ἐλπίδες, παρὰ κερδίζουμε»! Καὶ τὴν ὀγδόη, μεγάλε μου Ἅγιε Ταξιάρχη! Ἄνοιξε τὰ μάτια του!!! Ἀπὸ τότε καὶ μετά, κάθε μέρα καὶ ἕνα μηχάνημα ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τὸν ἀδελφό μου, μέχρι ποὺ ἔφυγε καὶ τὸ τελευταῖο.
Οἱ γιατροὶ κατάπληκτοι ἔλεγαν: «Αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ γίνει φυσιολογικὰ ἢ τουλάχιστον σὲ τέτοιο βαθμὸ καὶ σὲ τόσο λίγο χρόνο! Τὸ μυαλὸ τοῦ ἀδελφοῦ σας ἦταν πράγματι "γιαούρτι". Μόνο ἕνα θαῦμα, στὴν κυριολεξία, θὰ μποροῦσε νὰ τὰ δικαιολογήσει ὅλα αὐτά, μόνο ἕνα θαῦμα»!!!
Στὸ διάστημα τῶν 8 αὐτῶν ἡμερῶν, ποὺ ὁ Διονύσης μᾶς πάλευε μὲ τὸν θάνατο, ἐπισκεφθήκατε Σεβασμιώτατε τὴν πρεσβυτέρα τοῦ πατρὸς Χρήστου καὶ γνωρίσατε τὸν Διονύση μας. Ὁ πατὴρ Χρῆστος σᾶς εἶχε μιλήσει γιὰ τὰ ὄνειρα τοῦ ξαδέλφου μου, τὴν εὕρεση τῆς εἰκόνας καὶ σεῖς θελήσατε νὰ δεῖτε τὸν ἀδελφό μου καὶ νὰ τὸν εὐλογήσετε. Νὰ ξέρατε τότε, Σεβασμιώτατε, τί κουράγιο καὶ δύναμη μᾶς δίνατε, ὅταν μᾶς εἴπατε ὅτι: «Ἀφοῦ θέλησε ὁ Ταξιάρχης νὰ τὸν πάρει ὑπὸ τὴν προστασία Του, μὴ φοβάστε, εἶναι μεγάλη εὐλογία καὶ ὅλα θὰ πᾶνε καλά. Μόνο μὴ χάνετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ προσεύχεστε ζεστά, μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά σας. Ὁ Κύριος πάντοτε ἀνταποκρίνεται στὶς θερμὲς μεσιτεῖες τοῦ Ἀρχαγγέλου Του». Τὰ λόγια Σᾶς αὐτά, Σεβασμιώτατε, ἦταν μιὰ ἀκόμη ἐπιβεβαίωση τῶν θαυμάτων τοῦ Ταξιάρχη, ποὺ κάθε μέρα διαβάζαμε καὶ ξαναδιαβάζαμε. Ἡ παρουσία Σᾶς αὐτή, στὶς δύσκολες αὐτὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς μας, ἦταν εὐεργετική. Σᾶς εὐχαριστοῦμε πάρα πολὺ μέσα ἀπ’ τὴν καρδιά μας, γιὰ ὅλα.
«Παιδί μου», ψέλλισε συγκινημένος ὁ Δεσπότης μας, «ἐμεῖς δὲν κάναμε τίποτα, ἐνώσαμε τὶς προσευχές μας, ὅπως εἴχαμε ὑποχρέωση, μαζὶ μὲ τὶς δικές σας. Ὁ Κύριος πάντοτε δίνει ὅ,τι τοῦ ζητοῦνε, μὲ ἀληθινὴ πίστη, ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή! Καὶ ἡ δική σας ἡ πίστη, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἐπιμονὴ ἦταν πράγματι ὑποδειγματική. Πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται (Ματθ. ζ' 8)».
—Σεβασμιώτατε, παρὰ λίγο νὰ τὸ ξεχάσω, εἶπε ἡ Ἑλένη. Ὁ Ἀρχάγγελος ἔκαμε καὶ δεύτερο θαῦμα!
—Τι παιδί μου;
—Η Ἑλένη Μαϊοράνου, ἦταν Πεντηκοστιανή. Λέω ἦταν, γιατί τώρα δὲν εἶναι. Ὁ Ταξιάρχης, μὲ τὶς ἐπεμβάσεις Του, τὴν ἔκανε ὀρθόδοξη!!!
Ἦταν ἀποκλειστική του ἀδελφοῦ μου, μέσα στὴν ἐντατική. Σὰν Πεντηκοστιανὴ δὲν πίστευε στὶς εἰκόνες καὶ ἑπομένως οὔτε καὶ στὴν εἰκόνα τοῦ Ταξιάρχη, ποὺ βρήκαμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Νοσοκομείου. «Μὴ πιστεύετε», μᾶς ἔλεγε συνεχῶς, «μὴ πιστεύετε σὲ θαύματα καὶ μάλιστα θαύματα ἀπὸ εἰκόνες ἅγιων. Δὲν γίνονται τέτοια πράγματα».
Ὅταν ὅμως ἔβλεπε ἀργότερα, τὴν ἐξέλιξη τῆς ὑγείας τοῦ Διονύση, κλονίστηκε καὶ μᾶς εἶπε: «Ἂν πράγματι γίνει καλὰ ἐντελῶς ὁ Διονύσης, θὰ πάω στὸν Μανταμάδο, στὸν Ταξιάρχη, στὴ θαυμαστή Του εἰκόνα καὶ τὸ δικό μου παιδί»! Τὸ παιδὶ τῆς εἶχε κάποια ἄγνωστη ἀσθένεια. Φύγαμε ἀπὸ τὸ Νοσοκομεῖο καὶ σὲ δυὸ μῆνες ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπισκεφτοῦμε πάλι γιὰ ἀξονικὴ ἐξέταση. Ὅταν ἀνεβήκαμε στὴν νευρολογικὴ χειρουργική του Νοσοκομείου, βρήκαμε τὴν Ἑλένη, τὴν ἀποκλειστική του Διονύση. Μόλις μᾶς εἶδε ἔμεινε ἄφωνη. Κάθισε γιὰ λίγο μαρμαρωμένη, σὰν νὰ ἔβλεπε φαντάσματα καὶ ἔπειτα ἔτρεξε κατεπάνω μας καὶ μᾶς ἀγκάλιασε ὅλους δακρυσμένη. «Τί κάνεις, Ἑλένη;» τὴ ρωτήσαμε. Ἐκείνη μᾶς παρέσυρε λίγο παράμερα καὶ μᾶς εἶπε: «Τώρα πίστευω, τώρα πιστεύω. Εἶναι πιὸ φωτεινὸ καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο ὅτι ἐσεῖς ἔχετε δίκαιο, οἱ ὀρθόδοξοι. Ἀκοῦστε τί ἔχω νὰ σᾶς πῶ: Χθὲς τὴ νύχτα εἶδα στὸ ὄνειρό μου, ὅτι βρισκόμουν σὲ μιὰ γαληνεμένη θάλασσα καὶ ἦρθε καὶ μὲ συνάντησε κάποιος νέος, ὡραῖος καὶ μελαψὸς καὶ μοῦ λέγει: "Πήγαινε αὔριο στὴ νευρολογικὴ χειρουργική του Νοσοκομείου νὰ δεῖς καὶ νὰ πιστέψεις. Σοῦ ἔχω μιὰ μεγάλη ἔκπληξη". Εἶμαι ἐδῶ ἀπὸ τὸ πρωί, γιατί πίστευα ὅτι αὐτὸς πού μου μίλησε στὸ ὄνειρό μου ἦταν ὁ Ταξιάρχης! Καὶ νὰ ποὺ βλέπω τὸ Διονύση μᾶς ἀναστημένο! Γιατί, γιὰ νεκρανάσταση πρόκειται. Ποτέ, μὰ ποτὲ δὲν πίστευα ὅτι τὸ παιδὶ αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει καλὰ καὶ μάλιστα μὲ τέτοια διαύγεια τοῦ νοῦ ἔπειτα ἀπὸ τέτοια κάκωση ποὺ εἶχε στὸν ἐγκέφαλό του. Αὐτὸ εἶναι πράγματι ἕνα θαῦμα, ἕνα ἀληθινὸ θαῦμα τοῦ Ταξιάρχη! Τώρα πιστεύω καὶ μετανοιώνω ποὺ τόσα χρόνια ἤμουν σὲ τόση πλάνη!!! Μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία θὰ πάω νὰ προσκυνήσω τὴν θαυμαστὴ εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ καὶ νὰ Τοῦ ζητήσω νὰ μὲ συγχωρέσει».
—Ξέρετε, Σεβασμιώτατε, —μίλησε γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Διονύσης—, ἂν οἱ δικοί μου χαίρονται, τόσο πολύ, γιὰ τὴ θεραπεία μου, ἄλλο τόσο ἐγὼ χαίρομαι γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν Ὀρθόδοξη πίστη, τῆς κ. Ἑλένης. Εἶναι μιὰ ἀξιαγάπητη κυρία καὶ σωστὸς ἄνθρωπος. Εἶμαι πολὺ εὐχαριστημένος, ποὺ ἐξ αἰτίας τοῦ ἀτυχήματός μου σώθηκε μιὰ ψυχή. «Οὐδὲν κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ», ὅπως ἔλεγαν οἱ πρόγονοί μας. Δόξα σοὶ ὁ Θεός!
Ὁ Σεβασμιώτατος σηκώθηκε. Πλησίασε τὸν Διονύση ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τῶν δικῶν τοῦ εἶχε σηκωθεῖ. Τὸν ἀσπάσθηκε σταυρωτὰ καὶ ἄφησε νὰ ἀκουμπήσει τὸ κεφάλι τοῦ νέου στὸν ἀριστερό του ὦμο, χτυπώντας χαϊδευτικὰ τὴν πλάτη του. Εἶχαν δακρύσει καὶ οἱ δυό τους καὶ ἡ συγκίνηση αὐτὴ εἶχε ἁπλωθεῖ παντοῦ μέσα στὸ χῶρο τοῦ Γραφείου τοῦ Ναοῦ καὶ μᾶς συνεπῆρε ὅλους. Ἔπειτα, δειλὰ-δειλὰ καὶ ἄχρωμα στὴν ἀρχή, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου: «Τῶν οὐρανίων Στρατιῶν Ἀρχιστράτηγε...» Τὸν ἀκολουθήσαμε ὅλοι μαζὶ συγκινημένοι...
Ἁγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Ξηροποτάμου
Τεῦχος 7
Μάρτιος - Μάιος 1990

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Ένα από τα φοβερότερα θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου!

Ένα από τα φοβερότερα θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου!

Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό στή μακρινή χώρα κάτω, στο Σουδάν. Στό αεροδρόμιο της πρωτεύουσας παρατηρείτο μια ασυνήθιστη κίνηση. Εκτός των κανονικών δρομολογίων, ανέμελα νιάτα, μαθητές, με τους εκδρομικούς σάκους των, είχαν γεμίσει τις αίθουσες του αερολιμένα.
Μια σχολική εκπαιδευτική, αεροπορική εκδρομή, είχε προγραμματιστεί για την ημέρα αυτή. Σχολικά τραγούδια και χαρούμενες φωνές έσπαγαν το μονότονο βουητό των αεροπλάνων, που απογειωνόταν και προσγειωνόταν εις τον αερολιμένα. Και ξάφνου τα μικρόφωνα ανήγγειλαν;... «Οι εκδρομείς και οι κύριοι συνοδοί αυτών να επιβιβαστούν εις το σκάφος. Το σκάφος σε 5 λεπτά απογειώνεται». Ένας χείμαρρος από νέα παιδιά όρμισε στον αερολιμένα και κατευθύνθηκε προς το αεροσκάφος. Σέ τρία λεπτά όλα ήταν έτοιμα για την απογείωση.

Ο Κυβερνήτης, ένας αθλητικός νέος, πού δεν απείχε πολύ στην ηλικία από τους νέους επιβάτες του, αλλά αριστούχος και ίσως ο καλύτερος και ο πλέον δοκιμασμένος της Εταιρείας, τους καλωσόρισε στο σκάφος και τους υποσχέθηκε ένα ωραίο ταξίδι. Όλα ήταν έτοιμα. Ο Κυβερνήτης έριξε μια -τυπική- τελευταία ματιά στά όργανα του σκάφους, δια του ασυρμάτου είπε στό κέντρο το «Οκέϋ» καί έβαλε σε κίνηση τους κινητήρες. Το κέντρο του είπε τις τελευταίες πληροφορίες της μετεωρολογικής υπηρεσίας, πού ήταν πάρα πολύ καλές και του ευχήθηκε καλό ταξίδι. Σέ δύο λεπτά το αεροπλάνο φιλούσε για τελευταία φορά τη γη και ορμούσε με δύναμη στους αιθέρες, σαν ένα μεγάλο αρπακτικό πουλί, για να καταβροχθίσει την απόσταση των 500 μιλίων πού τους χώριζε με το αεροδρόμιο του προορισμού τους.
Το αεροσκάφος είχε διανύσει περίπου τα 100 μίλια και όλα έδειχναν ότι συμβάλλουν εις ένα ωραίο αεροπορικό ταξίδι, μέσα σε ένα καταγάλανο ουρανό. Οι επιβάτες δε, χόρταιναν να απολαμβάνουν το ωραίο θέαμα πού τους προσέφερε το μεγάλο ύψος. Κάτω από τα πόδια τους ένας πελώριος ανάγλυφος χάρτης, ζωντανός, με χωριά, βουνά, ποταμούς και πεδιάδες απλωνόταν. Η αεροσυνοδός δεν έπαυε να τους ξεναγεί και να τους ενημερώνει συνεχώς. Ο Κυβερνήτης έπαιρνε σειρά στο δικό του μικρόφωνο για να πιάσει συζήτηση με τους επιβάτες και να τους λέει τα μυστικά του αεροπλάνου και της τεχνικής του. Ήταν πράγματι ένα υπέροχο ταξίδι. Ο Κυβερνήτης άνοιξε τον ασύρματο και ζήτησε από το κέντρο το στίγμα του και τον καιρό. Αυτό με την σειρά του, του απάντησε και τον πληροφόρησε ότι μέχρι τέλους του ταξιδιού τους δεν προβλέπεται καμιά αλλαγή του καιρού. Έκλεισε τον ασύρματο και ζήτησε με το μικρόφωνο να μιλήσει με τους επιβάτες, όταν εμπρός του διέκρινε ένα κατάμαυρο σύννεφο. Έκλεισε το μικρόφωνο και έσφιξε το πηδάλιο να οδηγήσει το σκάφος κάτω από το σύννεφο και να μη χάσουν οι επιβάτες την οπτική επαφή τους με τη γη.
Ήταν κάτω από το σύννεφο όταν εμπρός του εμφανίστηκε δεύτερο, πλέον κατάμαυρο, με βροντές και αστραπές. Είχε πέσει σε καταιγίδα! Έδωσε ύψος στο σκάφος για να ξεφύγει, το ρολόι έδειχνε 8.000 πόδια, η καταιγίδα όμως δεν σταματούσε. Έδωσε και άλλο ύψος. Το ρολόι έδειχνε 10.000 πόδια, το μάξιμουμ της αντοχής του αεροπλάνου του, οι επιβάτες άρχισαν να θορυβούνται. Η ορατότης ήταν μηδέν. Το χαλάζι κτυπούσε σαν σφαίρες στα παράθυρα του σκάφους. Οι κεραυνοί και οι αστραπές φώτιζαν μόνον τον ουρανό σαν εχθρικό πυροβολικό που προσπαθούσε να τους καταρρίψει. Η αεροσυνοδός προσπαθούσε με ψυχραιμία να τους καθησυχάσει.
Το σκάφος σαν παιχνιδάκι μέσα στην φοβερή αγκαλιά της καταιγίδας, άρχιζε να τρίζει και το ρολόι έδειχνε 12.000 πόδια. Ο Κυβερνήτης ψύχραιμος άρχισε να κατεβάζει το σκάφος χαμηλά. 8.000πόδια, 6,000 πόδια, 5.000 πόδια, 4.000 πόδια, 3.000 πόδια, 2.000 πόδια, η ίδια κατάστασις! Στό φόβο μήπως προσκρούσει σε καμιά κορυφή βουνού, άρχισε πάλι να ανεβαίνει. Φτάνει στα 8.000 πόδια και ανοίγει τον ασύρματο να μάθει από τον πύργο ελέγχου το στίγμα του, πού βρίσκεται και να τους πληροφορήσει ότι έχει πέσει σε καταιγίδα, παρά τις καλές μετεωρολογικές ειδήσεις, αλλά διαπίστωσε ότι δεν λειτουργεί. Άνοιξε αμέσως το ραδιόφωνο, η ίδια σιγή. Ένα κρύο χέρι έσφιξε την καρδιά του. Άνοιξε το χάρτη και προσπάθησε μόνος του να προσδιορίσει τη θέση του.
Μάταιος κόπος. Με την προσπάθεια να ξεφύγει από την καταιγίδα είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Στά μάτια του συγκυβερνήτου του άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια του πανικού. Ο Κυβερνήτης διάβασε μέσα στα μάτια του βοηθού του την αγωνία καί πριν του μιλήσει έκαμε ακόμα μία προσπάθεια με τον ασύρματο και το ραδιόφωνο. Μάταιος κόπος, η μεγάλη καταιγίδα παραδόξως τα είχε καταστρέψει! Προσπάθησε πάλι με τον χάρτη, το αυτό αποτέλεσμα. Σέ παρόμοιες καταστάσεις, το θάρρος και η ψυχραιμία του Κυβερνήτου, φέρουν καλά αποτελέσματα. Γύρισε στον συγκυβερνήτη του που τον κοίταζε ακίνητος, μαρμαρωμένος καί του ζήτησε ψυχραιμία, διότι η κατάστασή τους είναι πολύ κρίσιμη και πρέπει να αποφευχθεί ο πανικός των επιβατών. Ο πανικός όμως δεν απείχε πολύ από τους επιβάτες. Η αεροσυνοδός μη ξέροντας απολύτως την κρισιμότητα της κατάστασης, κατέβαλε κάθε φιλότιμη προσπάθεια να τους καθησυχάσει.
Πράγματι, η κατάσταση ήταν πάρα πολύ κρίσιμη. Ο κυβερνήτης, χωρίς προσανατολισμό, ασύρματο, ραδιόφωνο και στίγμα, μέσα στη φοβερή θύελλα που δεν είχε τέλος, δε μπορούσε να πιλοτάρει το σκάφος με σιγουριά. Άρχισε να κάμει κύκλους και να ανεβοκατεβαίνει, προσπαθώντας να βγει μέσα από την θύελλα. Το σκάφος τυφλά οδηγείτο από τον ψύχραιμο μέχρι στιγμής Κυβερνήτη. Όμως οι ώρες περνούσαν, θα έπρεπε να είχαν προσγειωθεί προ δυόμισι ώρες περίπου και ακόμη βρισκόταν στα ύψη. Τα καύσιμα άρχισαν να λιγοστεύουν επικίνδυνα. Καμιά βοήθεια, κανένα φωτεινό σημείο. Οι επιβάτες γνωρίζοντας εκ των προτέρων το χρόνο πού εχρειάζετο το ταξίδι τους και βλέποντας ότι έχουν καθυστερήσει πάρα πολύ, ξέσπασαν σε κλάματα και υστερισμούς, Ακόμη και η αεροσυνοδός έχασε τον έλεγχό της και δεν μπορούσε να προσφέρει καμιά βοήθεια στους επιβάτες.
Μάταια ο κυβερνήτης προσπαθούσε με το μικρόφωνο να τονώσει το ηθικό τους. Ο συγκυβερνήτης, ένα ράκος, ανίκανος να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια. Μέσα στην αγωνία του ο κυβερνήτης ρίχνει την ματιά του στόν πίνακα των καυσίμων. Κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε. Είχανε δεν είχανε ακόμη 20 λεπτά καύσιμα. Από την στιγμή αυτή άρχισε να κάμπτεται και αυτός. Του ήλθε να κλάψει! Κρατήθηκε. Σχεδόν ήτανε βέβαιος για την καταστροφή. Έβαλε τον αυτόματο πιλότο, έσκυψε πάνω στο πηδάλιο και αφέθηκε στο μοιραίο.
Σάν κινηματογραφική ταινία, στις τελευταίες αυτές στιγμές, περνούσαν από το μυαλό του όλα τα γεγονότα της ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια. Σέ μια στιγμή ταράχτηκε. Μα βέβαια. Στήν οθόνη των σκέψεων του παρουσιάστηκε η Ελλάδα, η Μυτιλήνη, η Συκαμνιά. Ήταν Έλληνας και η μητέρα του κατάγεται από την Συκαμνιά της Μυτιλήνης, Θυμήθηκε που μικρός ήλθε στην γενέτειρα της μητέρας του, στήν Συκαμνιά, να γνωρίσει τη γιαγιά του, τους συγγενείς του. Θυμήθηκε ακόμη ότι η ευσεβής μητέρα του, του μιλούσε συνεχώς για τον θαυματουργό Ταξιάρχη του Μανταμάδου. Θυμήθηκε ότι μαζί της πήγε στον Μανταμάδο μικρός, για να προσκυνήσουν την θαυματουργό εικόνα του Ταξιάρχη.
Ένοιωσε το ρίγος που τότε ένοιωσε, όταν αντίκρισε την ανάγλυφη εικόνα του Αρχαγγέλου. Στ’ αυτιά του, ζωηρά ακούγονται και τώρα τα λόγια, τότε, των γερόντων πού του έλεγαν: «ο Αράπης, παιδί μου, όταν τον καλέσεις με πίστη, (έτσι ακόμη και σήμερα λένε τον Ταξιάρχη, λόγω της μελανής εικόνας του), είναι πάντοτε κοντά σου, πρόθυμα να σε βοηθήσει, χειροπιαστά θαύματα έχουμε εμείς στους πολέμους». Αναρίγησε! Αναθάρρησε! Πίστευσε πραγματικά στον Μεγαλόχαρο και σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, μέσα από την καρδιά του φώναξε με δύναμη «Ταξιάρχη μου, Αράπη μου, σώσε μας, σώσε μας και εγώ λαμπάδα ίση με το μπόϊ μου θα Σου ανάψω καί ολόχρυσο ομοίωμα του αεροπλάνου μας θα Σου κρεμάσω».
Την στιγμή αυτή, μέσα στό Γραφείο της Εκκλησίας των Ταξιαρχών, όπου μου αφηγείται τα περιστατικά ο Νικόλαος Χατζόγλου, ο κυβερνήτης του αεροσκάφους, σηκώνεται όρθιος, κατακίτρινος και τρέμοντας κάνει τον σταυρό του. Ζει ακόμη μια φορά τα περιστατικά τα μοναδικά της ζωής του και με κόπο συνεχίζει: «Τότε, εμπρός μου άνοιξαν τα κατάμαυρα σύννεφα και φάνηκε ο καταγάλανος ουρανός και όπως ανοίγει η αυλαία και φαίνεται το σκηνικό του θεάτρου, έτσι κάτω από τα πόδια μας, μέσα στον ήλιο λουσμένο φάνηκε το αεροδρόμιο του προορισμού μας. Έπιασα το πηδάλιο χαρούμενος και σε λίγο προσγειωνόμασταν ατό αεροδρόμιο. Έριξα μια ματιά στα καύσιμα και παρατήρησα ότι μας είχαν απομείνει ακόμη 5 λεπτά βενζίνη περίπου.
Με την πρώτη ευκαιρία πήρα την άδειά μου και σήμερα είμαι εδώ, Πάτερ μου, για να αποδώσω στον Άγιο, σωτήρα μας, την ευγνωμοσύνη και την λατρεία μας και να αποθέσω εμπρός Του με ευλάβεια το τάμα μου.
Στά χέρια του, που έτρεμαν, εμφανίστηκε ένα ολόχρυσο ομοίωμα αεροπλάνου. Ήταν το μεγάλο του τάμα. Τον κοίταξα με συγκίνηση. Στά δακρυσμένα μάτια του διέκρινες την ικανοποίηση πού νοιώθει κανείς όταν πραγματοποιεί μία μεγάλη του υποχρέωση. Ένιωσα τη γλώσσα μου βαριά για να μιλήσει. Τα μάτια μου να πονούν καθώς προσπαθούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα. Αρκέσθηκα μόνον να ψελλίσω το:
«Εχων Σέ προστάτην και βοηθόν, φύλακα καί ρύστην της ψυχής μου της ταπεινής, Μιχαήλ Πρωτάρχα καί Μέγα Ταξιάρχα, εν ώρα του κινδύνου, Σύ μοι βοήθησαν»
Από το βιβλίο «Το ιστορικό και τα θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου», του πρωτοπρεσβυτέρου Ευστρατίου Δήσσου
Πηγή: Το σταυρουδάκι

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

 

Θαυμαστή εμφάνιση του Αγίου Χαραλάμπους στον Άγιο Αρσένιο και τον ψάλτη του Πρόδρομο

Ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης στο Βίο του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου (Χατζεφεντή) διασώζει μια θαυμαστή εμφάνιση του Αγίου Χαραλάμπους στον Άγιο Αρσένιο και τον ψάλτη του Πρόδρομο Κορτσινόγλου.
«Μια φορά στην μνήμη του Αγίου Χαραλάμπους», έλεγε ο Πρόδρομος, «πήγαμε στην Παναγιά (στο Κάντσι) να κάνουμε ολονυκτία. Όταν φτάσαμε στους Αίνους, βγήκε και ο Χατζεφεντής από το Ιερό, για να ψάλλουμε μαζί. Ενώ ψάλαμε στο ίδιο αναλόγιο, βλέπω ξαφνικά έναν Ασπρομάλλη Γέρο στο απέναντι αναλόγι, ο οποίος ήταν σκυφτός και ακουμπούσε στην πατερίτσα του, κι άρχισα να τρέμω από ευλάβεια.
Ο Χατζεφεντής όταν με είδε, με ρώτησε.
-Μήπως κρυώνεις;
Και εγώ του είπα «όχι» και του έδειξα τον Ασπρομάλλη Γέρο που ήταν απέναντί μας. Ο Χατζεφεντής δεν ταράχτηκε καθόλου και του μίλησε Τουρκικά.
-Ελάτε να ψάλλουμε μαζί.
Ο Ασπρομάλλης όμως δεν απάντησε, παρά μας έκανε νόημα να συνεχίσουμε μόνοι μας. Επειδή εγώ δεν πρόσεχα πια στο βιβλίο αλλά κρυφοκοιτούσα τον Γέρο εκείνο και ο νους μου ήταν σ’αυτόν, αυτό είχε δημιουργήσει χασμωδία και ο Ασπρομάλλης αναγκάστηκε να φύγει. Φεύγοντας δε, τον είδαμε να εξαφανίζεται στην μικρή λίμνη του Αγιασμού, και τα νερά του Αγιασμού να πετιούνται μέσα στο Ναό.
Ο Χατζεφεντής είπε ότι ο Ασπρομάλλης εκείνος Γέρος ήταν ο Άγιος Χαράλαμπος.
Τελειώσαμε και την Θεία Λειτουργία και μετά πήγαμε στο χωριό και εκεί διηγήθηκα το γεγονός. Τότε πολλοί Φαρασιώτες έτρεξαν στο Εξωκκλήσι της Παναγίας και πήραν με ευλάβεια από το Αγίασμα, που είχε πεταχθεί μέσα στο Ναό από το θαύμα του Αγίου».
Μετά το γεγονός αυτό ο Χατζεφεντής έμεινε έγκλειστος στο κελλί του σαράντα ημέρες και έλεγε ότι δεν είχε διάθεση, και οι χωριανοί νόμιζαν ότι ήταν αδιάθετος. Άλλοι δε έλεγαν ότι θα φοβήθηκε από το γεγονός αυτό.
πηγή:Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου «Ευαγγ. Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999, σελ. 62-63.
ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ : trelogiannis..blogspot.com