Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΙΛΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΙΛΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

ΔΙΔΑΧΗ (ομιλία κ. Σταύρου Στείρου κατά την Ακολουθία του Κατανυκτικού Εσπερινού της Ε' Κυριακής των Νηστειών στον Ι. Καθεδρικό Ναό Αγίου Γεωργίου Βροντάδου Χίου)

ΔΙΔΑΧΗ (ομιλία κ. Σταύρου Στείρου κατά την Ακολουθία του Κατανυκτικού Εσπερινού της Ε' Κυριακής των Νηστειών στον Ι. Καθεδρικό Ναό Αγίου Γεωργίου Βροντάδου Χίου)



Σεβασμιότατε ποιμενάρχη μας
Αγαπητοί μου ενορίτες του Αγίου Γεωργίου και των άλλων ενοριών του Βροντάδου, ο Καθεδρικός μας ναός τελεί με θρησκευτική ευλάβεια από πολλών δεκαετηρίδων πάνδημο μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των απ’ αιώνος κεκοιμημένων γονέων και αδελφών Βρονταδουσίων, κατά τη διάρκεια του κατανυκτικού εσπερινού της Ε΄ Κυριακής των  Νηστειών.
Η όλη εκκλησιαστική εκδήλωση καθώς και το θείο κήρυγμα πριν από το μνημόσυνο, ονομάζεται ΔΙΔΑΧΗ και κατ΄ άλλους των αδελφών τα κόλλυβα όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του ναού. ‘Όπως γράφει ο  Kοσμάς ο Aιτωλός κράτησε με θρησκευτική ευλάβεια τις διδαχές του πατέρα του. Για την αποψινή διδαχή σκέφτηκα να γίνουμε κοινωνοί μερικών σκέψεων πάνω στο θέμα της Παράδοσης στη ζωή της Εκκλησίας.
Η Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας αποτελεί αλάθητη έκφραση των ενεργειών του Θεού, και δεν είναι διάφορη και ανεξάρτητη από την Αγία Γραφή, η οποία αποτελεί μέρος αυτής και καμία αντίθεση δεν υπάρχει στη διδασκαλία τους. Η Εκκλησία βέβαια ποτέ δεν ξεχώρισε αυτές τις δύο πηγές.
Σύμφωνα με την ερμηνεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υπάρχουν στην Κ.Δ. αρκετά, σαφή χωρία, που καθιστούν ισότιμη την Ιερά Παράδοση και την Αγία Γραφή:
"Αδελφοί στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις, ας εδιδάχθητε, είτε διά λόγου, είτε δι' επιστολής ημών" (Β' Θεσ. 2,15)
"Επαινώ δε υμάς αδελφοί, ότι πάντα μου μέμνησθε, καθώς παρέδωκα υμίν, τας παραδόσεις κατέχετε" (Α' Κορ. 11,2)
"Εγώ γαρ παρέλαβον από του Κυρίου, ό και παρέδωκα υμίν" (Α' Κορ. 11,23)
"Ω Τιμόθεε την παρακαταθήκην φύλαξον" (Α' Τιμ. 6,20)
"Το λοιπόν ουν αδελφοί, ρωτώμεν υμάς και παρακαλούμεν εν Κυρίω Ιησού, καθώς και παρελάβετε παρ' ημών το πως δει υμάς περιπατείν και αρέσκειν Θεώ " (Α' Θεσ. 4,1-2)
Ιερά Παράδοση, Αποστολική Παράδοση ή και απλώς Παράδοση, στην Ορθόδοξη Θεολογία αποκαλείται η διδασκαλία που προέρχεται από το προφορικό κήρυγμα του Χριστού και των Αποστόλων, μια διδασκαλία που φυλάχθηκε στη ζωή και τη συνείδηση της Εκκλησίας, υπό την επιστασία του Αγίου Πνεύματος.
«α και... παρελάβετε... ταύτα  πράσσετε»
Αυτό μας βεβαιώνει σήμερα ο Απ. Παύλος: «Όσα εμάθετε, και παρελάβετε, και ακούσατε, και είδατε σε μένα, αυτά να πράσσετε». Καλώντας ο Απόστολος τους Φιλιππησίους και όχι μόνο να ακολουθούν εκείνα, που με όλους τους δυνατούς τρόπους προσλήψεως πήραν από αυτόν, υπογραμμίζει κατά τον πληρέστερο τρόπο την έννοια της Παραδόσεως, στην ζωή της Ορθοδοξίας.
Είναι σημαντικό, ότι ο Απόστολος Παύλος δεν συνιστά να διαφυλάξουν απλώς οι αναγνώστες της επιστολής του αυτά, που πήραν από εκείνον, αλλά ζητεί και να τα εφαρμόσουν. Μιλεί για πράξη, για ζωή. Τους προτρέπει να τα ζήσουν. Γιατί αυτό ακριβώς είναι η Εκκλησία ως Ορθοδοξία. Μια αδιάκοπη συνέχεια ζωής, που εκφράζεται με τον όρο παράδοση. Η πορεία της Εκκλησίας, ως Σώματος Χριστού, μέσα στους αιώνες δεν συνιστά μετάδοση σε κάθε επερχόμενη γενεά μιας άψυχης μαρτυρίας, που περιορίζεται σε μερικά «ομολογιακά» κείμενα. Είναι η μετάδοση μιας εμπειρίας, μέσα στην οποία «παρατείνεται», η Ζωή του Χριστού. Με την σάρκωσή Του ο Λόγος του Θεού και την είσοδό Του στην ιστορία έφερε ένα νέο τρόπο ζωής στον κόσμο. Καλεί δε κάθε άνθρωπο να ενταχθεί στο Σώμα Του, στην Εκκλησία, για να ζει μέσα στην εν Χριστώ κοινωνία, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και σε αγάπη και ειρήνη με τους αδελφούς του. Γιατί, όπου υπάρχει αυτός ο τρόπος ζωής, «ο Θεός της ειρήνης» -μας βεβαιώνει ο Απόστολος- είναι μαζί μας.
Τούτο εκφράζεται συμβολικά, αλλά συνάμα και ρεαλιστικά, σ’ ένα κεντρικότατο γεγονός της εκκλησιαστικής ζωής, την χειροτονία του Πρεσβυτέρου. Μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων ο Επίσκοπος παραδίδει στον νεοχειροτονημένο τον καθαγιασμένο «Άγιον Άρτον» και του λέγει: «Λάβε την παρακαταθήκην ταύτην και φύλαξον αυτήν, έως της παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού» Πιο κατανοητή έκφραση του γεγονότος της παραδόσεως δεν μπορεί να υπάρξει. Ο Χριστός, ως πίστη - λατρεία -ζωή, πρέπει να μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο και από γενεά σε γενεά, για να σώζεται σε κάθε εποχή μέσα στην Εκκλησία ο κόσμος.
Παράδοση γνήσια υπάρχει, λοιπόν, όπου υπάρχουν και Άγιοι, οι αληθινοί και αυθεντικοί φορείς της. Αλλά τούτο δεν μπορεί να συμβεί έξω από την Μία Εκκλησία, την Εκκλησία των Αγίων. Ο άγ. Ειρηναίος  (β’ αι.), γνωστός, ως «Θεολόγος της παραδόσεως» διδάσκει, ότι μόνο στη Μία Εκκλησία -και όχι στις κάθε λογής αιρέσεις- βρίσκεται η «παράδοση του Χριστού και των Αποστόλων Του», αφού η ίδια η Εκκλησία είναι η Παράδοση. Και μέσα στην Εκκλησία, τα Πρόσωπα (Επίσκοποι -Πρεσβύτεροι) συνιστούν, πάνω από κάθε κείμενο, την αμετακίνητη εγγύηση για την γνησιότητα της παραδόσεώς της. Όπου υπάρχει στον κόσμο η Μία Εκκλησία (η Ορθοδοξία), υπάρχει και ενότητα παραδόσεως, που εκφράζεται ως ενότητα πίστεως, λατρείας και ζωής. Την ενότητα αυτή καμμιά εξωτερική διαφορά (γλώσσα, έθιμα, πολιτισμός) δεν είναι δυνατόν να καταστρέψει.
Στη Δύση, η αλλοίωση της παραδόσεως μέσα στο φραγκικό - περιβάλλον, οδήγησε στο σχίσμα Ανατολής - Δύσεως. Κατά τους αγίους μας Πατέρες, όπου εμφανίζεται αίρεση, εκεί έχει προηγηθεί αλλοίωση της παραδόσεως.Τα βιβλία της Καινής Διαθήκης άρχισαν να γράφονται είκοσι περίπου έτη μετά την Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, το τελευταίο από αυτά συγγράφηκε περί το 90 μ.Χ..  Έως ότου λοιπόν γραφούν όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και αποτελεσθεί ο Κανόνας (η συλλογή των βιβλίων) της Κ. Διαθήκης, η διδασκαλία του Κυρίου και των Αποστόλων παραδιδόταν από στόμα σε στόμα προφορικά. Επιπλέον στα Ευαγγέλια και τα άλλα βιβλία της Κ. Διαθήκης δεν γράφτηκαν όλα όσα δίδαξε και είπε και έκανε ο Κύριος. Όπως γράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης Είναι  τόσο πολλά αυτά που έκανε και είπε ο Ιησούς Χριστός, ώστε, εάν γράφονταν ένα-ένα λεπτομερώς δεν θα χωρούσαν όλα τα βιβλία του κόσμου. Γραπτώς αλλά και προφορικώς λοιπόν παραδόθηκαν από τους αγίους Αποστόλους στους διαδόχους τους και από εκείνους στους δικούς τους διαδόχους και έφθασαν μέχρι σε μας αυτές οι διδασκαλίες. Τοιουτοτρόπως η Ιερά Παράδοση βάσει πάντοτε της Αγίας Γραφής και της Αποστολικής Παραδόσεως και της λατρευτικής ζωής της ολοένα αναπτυσσομένης Εκκλησίας ολοκληρώθηκε και συμπληρώθηκε τον όγδοο αιώνα με την έβδομη Αγία και Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 787 μ.Χ.. Έτσι σύμφωνα με τη ζωή της Εκκλησίας και τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και της Αποστολικής. Παραδόσεως απαρτίσθηκε η ιερή Εκκλησιαστική Παράδοση, η οποία περιλαμβάνει και μερικά τα οποία δεν αναφέρονται μεν συγκεκριμένα στην Αγία Γραφή, είναι όμως σύμφωνα με τη διδασκαλία της.
Η Ιερή Παράδοση περιέχει ό,τι διδάσκει και η Αγία Γραφή, αλλά και μερικά που, όπως και παραπάνω είπαμε, δεν τα έχει η Αγία Γραφή. Να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα προς κατατόπισή μας. Το να κτίζουμε τις εκκλησίες μας και να προσευχόμαστε κατά Ανατολάς καθώς και το τι να λέμε στις προσευχές μας δεν το λέει η Γραφή, είναι της Παραδόσεως. Ομοίως το να κάνουμε το σημείο του Σταυρού όταν περνάμε μπροστά από εκκλησία να φυλάμε το χέρι του ιερέα και αυτό της Παραδόσεως είναι. Η τέλεση του Βαπτίσματος, όπως γίνεται, η ευλογία του ύδατος της ιερής κολυμβήθρας, ο νηπιοβαπτισμός, η χρίση του βαπτιζομένου με άγιο έλαιο, η τριττή κατάδυση στο νερό της κολυμβήθρας, η χρίση και σφράγιση του βαπτισθέντος με το Άγιο Μύρο, της Παραδόσεως είναι και αυτά. Να μάθουμε να πηγαίνουμε από μικρά παιδιά στην εκκλησία , να φορένουμε  να πιάνουμε τα εξαπτέρυγα και αργότερα τα λάβαρα στις περιφορές και τις λιτανείες η μητέρα μας και η γιαγιά μας μας το έμαθε. Από την Παράδοση επίσης είναι ο τρόπος, κατά τον οποίο τελείται η θεία Λειτουργία, όπως και οι διάφοροι λειτουργικοί τύποι, οι ευχές μυστικά ήεκφώνως της αγίας Αναφοράς και του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων, ο τρόπος της κοινωνίας των πιστών. Ακόμα πότε πρέπει να κτυπούν ή πλέον να κτυπιούνται οι καμπάνες, πότε να τοποθετείται το μανουάλι μπροστά από το Χριστό ή την Παναγία, πότε ο ιερέας να φέρει έμπροσθεν στο Ευαγγέλιο την Ανάσταση ή την Σταύρωση. Ακόμη οι νεκρώσιμες ακολουθίες, τα μνημόσυνα, τα μνημονεύματα ζώντων και τεθνεώτων και άλλα. Όλα αυτά τα διδασκόμαστε από την άγραφη, όπως ήταν στην αρχή, Παράδοση. Αυτή λοιπόν η Ιερή Παράδοση, η οποία περιλαμβάνει την Αποστολική Παράδοση και την Εκκλησιαστική Παράδοση, είναι η δεύτερη πηγή της Ορθοδόξου πίστεως. Σαν επίλογος και επισφράγιση της Ιερής Παραδόσεως τέθηκαν από την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο οι εξής λόγοι: «Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν… ὁ Χριστός ὡς ἐβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν… Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τήν οἰκουμένην ἐστήριξε».
Πράγματι κοντεύει η δική μας γενιά να βρεθεί στην πρώτη γραμμή του ενεργούς ή όχι ποιμνίου της εκκλησίας. Οι μεγαλύτεροι φεύγουν και όσα προλάβαμε να μάθουμε από αυτούς  το μάθαμε. Πλησιάζει η ώρα που θα πρέπει και μείς τώρα να μεταφέρουμε και να παραδώσουμε στα παιδιά μας στους μαθητές μας ότι κληρονομήσαμε. Είμαστε όντως τυχεροί που κάποιοι συμπολίτες μας κατέγραψαν τις παραδόσεις όπως τις έμαθαν και τις βίωσαν οι ίδιοι. Ωστόσο ένα βασικό στοιχείο της παράδοσης είναι να μεταφέρεται από γενιά σε γενιά προφορικά. Η παράδοση όσο και αν μας φαίνεται περίεργο γράφεται σε περιόδους παρακμής  της πολιτιστικής και εκκλησιαστικής μας συνέχειας και όχι σε περίοδο ακμής. Γιατί να γράψομε κάτι αφού μπορούμε ανά πάσα στιγμή να βρούμε έναν μεγαλύτερο και πρώτα απ’ όλα τους γονείς και τους παππούδες μας για να μας το θυμίσει και να μας κατατοπίσει σε οτιδήποτε μας διαφεύγει; Όταν όμως οι μεγαλύτεροι φεύγουν τότε νοιώθουμε  μετέωροι και το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια μας.
Έχουμε λοιπόν οι νεότεροι χρέος  έναντι των παιδιών και των μαθητών μας να τους παραδώσουμε ανόθευτα όσα μάθαμε κι εμείς από τους γονείς μας και τους παππούδες μας ώστε μεγαλώνοντας να μη μας κατηγορήσουν ότι τους αφήσαμε χωρίς βιώματα και παραδείγματα.                                                                                          
Σταύρος Στείρος

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

H ειρήνη στους Τρεις Ιεράρχες ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓ. ΚΑΡΑΤΖΑ Θεολόγου – Καθηγητή του ΕΠΑΛ Βροντάδου Ομιλία που εκφωνήθηκε στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Χίου στα πλαίσια του σχολικού εορτασμού της μνήμης των Τριών Ιεραρχών. (Παρασκευή 29-1-2016)

H ειρήνη στους Τρεις Ιεράρχες

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓ. ΚΑΡΑΤΖΑ 
Θεολόγου – Καθηγητή του ΕΠΑΛ Βροντάδου
Ομιλία που εκφωνήθηκε στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Χίου στα πλαίσια του σχολικού εορτασμού της μνήμης των Τριών Ιεραρχών. (Παρασκευή 29-1-2016)

Σεβαστέ πατέρα, κύριοι Διευθυντές των Σχολικών μονάδων, κύριοι συνάδελφοι εκπαιδευτικοί, αγαπητές μαθήτριες και μαθητές, κυρίες και κύριοι˙ κάθε χρόνο τέτοια μέρα, οι άνθρωποι των γραμμάτων, και ειδικότερα όσοι εμπλεκόμαστε στη μαθησιακή διαδικασία, δάσκαλοι και μαθητές όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, τιμάμε τους Τρεις μεγάλους Ιεράρχες και οικουμενικούς διδασκάλους, τον Άγιο Βασίλειο τον Μέγα (τον γνωστό σ’ όλους μας Άγιο Βασίλη), τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο ή Ναζιανζηνό και τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο. Φέτος, μάλιστα, συμπληρώνονται 172 χρόνια από τότε που με απόφαση της η τότε Σύγκλητος του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών καθιέρωσε την 30η Ιανουαρίου, εκτός από ημέρα τιμής και μνήμης των Τριών Ιεραρχών, και ως ημέρα των ελληνικών Γραμμάτων. Επιπλέον, τη σημερινή μέρα τιμάμε και όλους όσους έχουν διατελέσει δάσκαλοι, καθηγητές, δωρητές και ευεργέτες των σχολείων μας.

Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε στην Καισαρεία της Καππαδοκίας το 329 μ. Χ. Σπούδασε Ρητορική, Γραμματική, Αστρονομία, Φιλοσοφία, Ιατρική και Γεωμετρία. Διακρίθηκε για την αφοσίωση του στην Ορθόδοξη πίστη, αλλά και για το πλούσιο φιλανθρωπικό του έργο, μοιράζοντας όλη την περιουσία του στους φτωχούς. Ίδρυσε τη Βασιλειάδα, ένα πολύ μεγάλο φιλανθρωπικό ίδρυμα, που περιλάμβανε νοσοκομεία, ορφανοτροφείο, ξενώνες, γηροκομείο και είχε σκοπό τη δωρεάν περίθαλψη όσων είχαν ανάγκη. Πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 379 και η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του κάθε πρώτη του Γενάρη. 

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας το 329 και σπούδασε στα καλύτερα σχολεία της εποχής του. Μετά τις σπουδές του έμεινε για δέκα χρόνια στη Αθήνα διδάσκοντας ρητορική. Αργότερα πήγε στον Πόντο, όπου συνάντησε το φίλο του Βασίλειο και έμεινε μαζί του. Ο Γρηγόριος βοήθησε στην αντιμετώπιση της αίρεσης του Αρείου στην Κωνσταντινούπολη. Με τα φλογερά του κηρύγματα έκανε αρκετούς Αρειανούς να πιστέψουν στην Ορθόδοξη διδασκαλία. Έτσι, οι χριστιανοί τον ονόμασαν Θεολόγο. Πέθανε στις 25 του Γενάρη του 391, σε ένα ερημικό μέρος, όπου ασκούταν στην προσευχή, τη νηστεία και τη μελέτη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 25 του Γενάρη.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας. Σπούδασε Ρητορική και Θεολογία και μετά έζησε σε διάφορα μοναστήρια. Έγραψε πολλά βιβλία, καθώς και την Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εκφωνούσε ωραίους θρησκευτικούς λόγους. Ο κόσμος έλεγε χαρακτηριστικά ότι από το στόμα του έρεε χρυσός κι έτσι ονομάστηκε Χρυσόστομος. Εξορίστηκε στον Πόντο και μετά στην Αρμενία, όπου και πέθανε εξασθενημένος σε ηλικία 62 χρονών. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 13 Νοεμβρίου.

Δυστυχώς, αγαπητοί μου, η φετινή εορτή των τριών μεγάλων Αγίων Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας και προστατών της Ελληνορθόδοξης παιδείας συνέπεσε να εορτάζεται μέσα σ’ ένα κλίμα γενικής αναταραχής, που έχει προκαλέσει η συνεχώς τα τελευταία χρόνια διογκούμενη παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία έχει, δυστυχώς, εμφανίσει εδώ και πολλούς μήνες πολεμικές συρράξεις σε πολλά μέρη της γης. Ο Γ’ Παγκόσμιος πόλεμος έχει κατά πολλούς ξεκινήσει επηρεάζοντας και τη χώρα μας. Θύματα των γεωπολιτικών παιχνιδιών και των οικονομικών συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων της γης είναι τα ατελείωτα καραβάνια των προσφύγων, που διαπλέουν το Αιγαίο καθημερινά αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, μια ζωή ειρηνική στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. 

Γι’ αυτό το λόγο, σήμερα, έκρινα σωστό και επιτακτικό να μην αναφερθώ εκτενώς στη ζωή, τις σπουδές και το συγγραφικό έργο των Τριών Ιεραρχών (όλα αυτά είναι σε όλους μας λίγο πολύ γνωστά και χιλιοειπωμένα), αλλά να επικεντρωθώ στις θέσεις του καθενός από τους Τρεις Ιεράρχες ξεχωριστά για το μείζον και σήμερα ζήτημα της ειρήνης.

Πρώτα - πρώτα, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θεωρεί την ειρήνη ως το γλυκύτερο πράγμα στον κόσμο. 

Οι Τρεις Ιεράρχες δεν διστάζουν να μιλήσουν ανοιχτά και να καταγγείλουν τους υπευθύνους των συγκρούσεων και των πολέμων. Για τον Χρυσόστομο, η πλεονεξία των πλουσίων, που έχει σαν συνέπεια την ανισοκατανομή των αγαθών, είναι η αιτία των κοινωνικών συγκρούσεων.

Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί απαράδεκτο τα αγαθά της ειρήνης να τα χαίρονται ελάχιστοι άνθρωποι, ενώ χιλιάδες να αποκλείονται απ’ αυτά.

Για το Χρυσόστομο, αιτία της καταστροφής της ειρήνης είναι ο έρωτας για τα χρήματα, την εξουσία και τη δόξα. Τίποτε δεν συμβάλλει τόσο πολύ σε μάχη και σε πόλεμο, όσο ο έρωτας για τα παρόντα, όσο δηλαδή η επιθυμία για δόξα, χρήματα ή για καλοπέραση.

Προϋπόθεση, κατά τον Χρυσόστομο για την επικράτηση της ειρήνης στις σχέσεις ανθρώπων και λαών είναι η αγάπη, όχι σαν θεωρητικολογία, αλλά σαν στάση ζωής. Η έλλειψη αγάπης οδηγεί στην κοινωνική αδικία, που έχει ως συνέπειά της την αναστάτωση. Εάν όλοι αγαπούσαν ο ένας τον άλλον αμοιβαία, σε τίποτα πλέον δεν θα μπορούσε κανείς να αδικήσει, τουναντίον, μάλιστα, και οι φόνοι, και οι μάχες, και οι πόλεμοι, και οι επαναστάσεις, και οι άρπαγες, και οι πλεονεξίες, και όλα τα κακά θα παραμερίζονταν, ώστε να φθάναμε στο σημείο να αγνοούμε ακόμα και ονομαστικά την κακία.

Οι Τρείς Ιεράρχες δεν κάνουν ειρηνολογία, δεν ζητούν από τους ανθρώπους να επιδιώξουν μια ειρήνευση εξωτερική και τυπική. Ο στόχος τους δεν είναι η ειρηνική συνύπαρξη χωρίς περιεχόμενο. Η ειρήνη, αν μείνει μόνο στα λόγια, λέει ο Μέγας Βασίλειος, καταντάει κοροϊδία. Υπογραμμίζουν πως η ειρήνη συμπορεύεται με τη δικαιοσύνη και την αγάπη. Ξεκαθαρίζουν στα κείμενά τους, ότι μιλούν για την αληθινή ειρήνη, αυτή που ενώνει πραγματικά τους ανθρώπους μεταξύ τους και με το Θεό.

Σύμφωνα με τους τρεις εκείνους μεγάλους Πατέρες των ελληνικών γραμμάτων, για να επιτευχθεί η εξωτερική ειρήνη, ο άνθρωπος πρέπει προηγούμενα να έχει πετύχει την ειρήνευση του εσωτερικού του κόσμου. Είναι λένε ανώφελο κάποιος να αγωνίζεται να ειρηνεύσει τους άλλους, ενώ δεν έχει κατορθώσει να πετύχει την εσωτερική γαλήνη και ηρεμία. Μόνο κατορθώνοντας την εσωτερική ειρήνη ο Χριστιανός, γίνεται πραγματικά ειρηνοποιός δηλαδή, Υιός Θεού. Μόνο τότε, οι όποιοι αγώνες του για την ειρήνη του κόσμου θα έχουν ευεργετικά αποτελέσματα για τους άλλους. Μόνο τότε, το όραμα του προφήτη Μιχαία θα αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα. Θα κάνουν τα σπαθιά τους άροτρα και τα δόρατά τους δρεπάνια. Κανένα έθνος δεν θα ξαναϋψώσει πάλι το σπαθί του εναντίον άλλου έθνους, ούτε θα ξαναμάθουν πια να πολεμούν.

Κλείνοντας, ας ευχηθούμε όλοι μαζί, η θάλασσα του Αιγαίου που χωρίζει το αγαπημένο μας νησί της Χίο με την απέναντι μικρασιατική ακτή από την οποία διαπλέουν καθημερινά οι βιαίως ξεριζωμένοι από τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων της γης πρόσφυγες να μην ξαναγίνει ο υγρός τάφος για κανένα μικρό παιδί και γενικά για κανέναν ταλαιπωρημένο συνάνθρωπό μας. Και αυτό θα γίνει πράξη μόνο όταν οι εμπόλεμες δυνάμεις και οι μεγάλοι της γης πράξουν τα δέοντα για να σταματήσει το συντομότερο δυνατό ο πόλεμος και επιστρέψουν οι πρόσφυγες στις εστίες τους και στα ειρηνικά τους έργα.

Βασική βιβλιογραφία: Αργυρόπουλου Ανδρέα Χ. , Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών, Αθήνα Δεκέμβριος 2009. ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΑΣ

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Υπαπαντή του Ιησού Χριστού


Λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Υπαπαντή του Ιησού Χριστού
TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Λόγος εις την Υπαπαντήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και εις την Θεοτόκον και εις τον Συμεών
Δεν φορεί μόνο σάρκα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, αλλά και περιτέμνεται σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο, για να μην έχη πρόφασι η απιστία των Ιουδαίων. Γιατί έρχεται προς τον νόμο για χάρι του ίδιου του νόμου, για να ελευθερώση τους μαθητές του μέσω της πίστεως που βασιζόταν στον νόμο. Και παίρνει σάρκα και περιτέμνεται κι αυτός μαζί με τους Ιουδαίους. Πήρε το ίδιο με αυτούς σώμα, πήρε και την ίδια περιτομή. Έκανε α­ναντίρρητη την συγγένειά Του με αυτούς, ώστε να μη τον αρνη­θούν, Αυτόν, ο οποίος ήταν ο Χριστός που έρχεται από την γενιά του Δαυίδ, και που αυτοί προσδοκούσαν. Έδειξε το γνώρισμα της συγγενείας Του με αυτούς. Γιατί, αν ακόμη και μετά την περιτομή Του έλεγαν «δεν ξέρουμε από πού είναι»[1], εάν δεν είχε περιτμηθή κατά σάρκα, η άρνησίς τους θα είχε κάποια εύλογη πρόφασι.
«Όταν συμπληρώθηκαν οι οκτώ ημέρες»: Γιατί ο νόμος ορίζει την ογδόη ημέρα να γίνεται η περιτομή, και όταν φθάση η ογδόη, έρχεται μέσα ο γιατρός και πιάνει το μαχαιράκι και κάνει τα της τέχνης του. Δεν ισχύει δε τότε η αργία του Σαββάτου λόγω της περιτομής.
Ας ρωτήσουμε λοιπόν τους Ιουδαίους: Ανάπαυσις το Σάββατο· τέλεια αργία αυτή την ημέρα... Για ποια λοιπόν αιτία η ογδόη εκτοπίζει την εβδόμη; Γιατί η ο­γδόη γίνεται ανώτερη από την εβδόμη; Όμως οι Ιουδαίοι δεν γνωρίζουν τα των Ιουδαίων. Ενώ η Εκκλησία του Χριστού και τον Χριστό γνωρίζει και τις Ιου­δαϊκές διδασκαλίες. Περιτέμνεται λοιπόν το παιδί την ογδόη ημέρα, επειδή κατά την ογδόη η Ανάστασις, δηλαδή η Κυριακή, έμελλε να αποβή η περιτομή[2] όλου του κόσμου. Γιατί άλλωστε δεν διέταξε ο Μωυσής να γίνεται η περιτομή την έκτη ημέρα; Γιατί όχι την εννάτη ή την δεκάτη; Είναι λοιπόν προφανής η σημασία της ο­γδόης ημέρας, κατά την οποία γίνεται η Ανάστασις του Κυρίου. Όποιος λοιπόν δεν πιστεύει στην Ανάστασι είναι απερίτμητος στην καρδιά, αφού με την απιστία του αποξενώνεται από τον Θεό. Ενώ η περιτομή της πίστεως είναι αληθινή γνώσις και αίσθησις. Γι' αυτό, αγαπητέ μου, η περιτομή δίδεται θεωρητικά στους πι­στούς υπό την έννοια του αγίου βαπτίσματος. Το δε άγιο βάπτισμα είναι τύπος της Αναστάσεως του Χριστού. Να περάσης λοιπόν από την σάρκα στο πνεύμα και από τα σωματικά στο μεγαλείο του πνεύματος και θα βρης εκεί μεν περιτομή σαρκική, εδώ δε περιτομή πνευματική και κάθαρσι από τις αμαρτίες. Ογδόη ημέρα είναι η περιτομή· η δε ογδόη ημέρα είναι και η ανάστασις· της δε αναστάσεως τύπος είναι το βάπτισμα. Δέστε πώς από τα μικρά προοδεύουμε στα μεγαλύτερα, από τα σω­ματικά στα πνευματικώτερα. Να έλθουν λοιπόν οι Ιουδαίοι κι αυτοί και να προοδεύσουν. Γιατί πρέπει να προοδεύσουν από τα σαρκικά και να μην αρκεστούν σ' αυτά.
Λοιπόν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος δεν ήλθε να καταλύση τον νόμο, αλλά να τον εκπληρώση, περιετμήθη κι αυτός μαζί με τους Ιουδαίους. Λέγει λοιπόν ο Ευαγγελιστής: «Συμπληρώθηκαν οκτώ ημέρες για την περιτομή του και του δόθηκε το όνομα Ιησούς, όπως ωνομάστηκε από τον άγγελο προτού να συλληφθή στην κοιλιά της μητέρας του». Εμείς δηλαδή παίρνουμε το όνομα μετά την γέννησί μας, ενώ ο Ιησούς παίρνει το όνομά του προτού να γεννηθή. Γιατί υπήρχε και προτού να συλληφθή. Ωνομάστηκε δε Ιησούς, επειδή το έργο του ήταν έργο Σωτήρος.
«Και όταν συμπληρώθηκαν, λέει, οι ημέρες του καθαρισμού τους σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσέως». Τίνος καθαρισμού; Της Μαρίας και του Ιωσήφ. Διέταζε δηλαδή ο νόμος, η γυναίκα που μόλις είχε γεννήσει να καθαρίζεται και να φυλάγη τις ημέρες και να μην βγαίνη εξω.
«Όταν λοιπόν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού σύμφωνα με τον νό­μο του Μωυσέως» — καίτοι δεν υφίστατο τέτοια ανάγκη για την Παρθένο, αλλ' όμως εκπληρωνόταν ετσι ο νόμος —  «τον ανέβασαν στα Ιεροσόλυμα, για να τον προσφέρουν στον Κύριο, όπως έχει γραφή στον νόμο του Κυρίου». Όπου ο λόγος είναι για σωματικό καθαρισμό, λέει «σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσέως»· όπου για προσφορά του Αγίου, «όπως έχει γραφτή, λέει, στον νόμο του Κυρίου». Όχι ότι ο νόμος του Μωυσέως δεν ήταν νόμος του Κυρίου· διότι, όσα λέει ένας προφή­της κινούμενος από το Άγιο Πνεύμα, δεν τα λέει μόνος, αλλά ο Κύριος του τα υπαγορεύει. Επειδή όμως και ο καθαρισμός είχε χαρακτήρα σωματικό, γι’ αυτό λέει «νόμο του Μωυσέως». Όταν όμως προσφερόταν το πρωτότοκο, λέει «κατά τον νόμο του Κυρίου» τιμώντας έτσι το νεογέννητο.
«Όπως είναι γραμμένο στον νόμο του Κυρίου: κάθε αρσενικό που διανοίγει μήτρα να ονομασθή άγιο και αφιερωμένο στον Κύριο». Αυτή λοιπόν η φράσις και η διάταξις ολόκληρη και η αφορμή της διατάξεως βάλθηκε γι' αυτόν που επρόκειτο να διανοίξη μήτρα. Γιατί όλα τα πρωτότοκα των ζώων και των ανθρώπων ουδέ­ποτε διήνοιξαν μήτρα, αλλά ήταν απλώς και μόνο πρωτότοκα. Εκείνος όμως που γεννήθηκε από μητέρα παρθένο, αυτός μόνο διήνοιξε μήτρα. Κάνε μου λοιπόν την χάρι και πρόσεξε ότι η διατύπωσις όλου αυτού του νόμου έγινε για εκείνον μόνο που επρόκειτο να γεννηθή από μητέρα παρθένο. Πώς όμως να την κατανοούσαν οι Ιουδαίοι; Γιατί σαν σαρκικοί που είναι απέχουν πολύ από του να καταλάβουν τα νοήματα της πνευματικής διδασκαλίας.
Έπειτα ανεβαίνουν «για να προσφέρουν θυσία, σύμφωνα με αυτό που λέει ο νόμος του Κυρίου, ένα ζευγάρι από τρυγόνια ή δύο νεοσσούς από περιστέρια»[3]. Έγιναν δε και αυτά τυπικά, κατά τον νόμο, ώστε να μην υπάρχη καμμιά έλλειψις στην πιστή εκτέλεσι του νόμου. Αυτά είναι συγκεκαλυμμένα νοήματα του Μωσαϊ­κού νόμου. Ας έλθουμε όμως στην εξήγησι του Ευαγγελίου.
«Και να, υπήρχε ένας άνθρωπος στην Ιερουσαλήμ που ωνομαζόταν Συμεών. Και ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος και ευλαβής και το Πνεύμα του Θεού ήταν ­επάνω του. Αυτός είχε λάβει αποκάλυψι από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα τελείωνε την ζωή του προτού δη τον Χριστό τον Κυρίου». Γέροντας ήταν ο Συμεών και πε­ρίμενε την εκπλήρωσι της υποσχέσεως. Έμενε στον ναό μέσα και μονολογούσε: Όπου και να γεννηθή, οπωσδήποτε εδώ θα παρουσιασθή.
«Αυτός ήλθε κατ' έμπνευσιν του Πνεύματος στον ναό» εκείνη την ώρα που οι γονείς έφερναν εκεί το παιδί. Διότι βέβαια πολλές φορές ερχόταν, αλλά με δική του πρόθεσι. Τότε όμως οδηγημένος από το Άγιο Πνεύμα στην κατάλληλη στιγμή, έρχεται, για να λάβη την εκπλήρωσι της υποσχέσεως.
«Αυτός δέχτηκε στην αγκαλιά του τον Ιησού και ευλόγησε τον Θεό και είπε: Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη». Από πού τον αφήνεις ελεύθερο; Από τον στίβο της ζωής. Γιατί είναι γεμάτα λύπη τα βιοτικά πράγματα. Η ζωή είναι φυλακή. Εκείνος λοιπόν ήθελε να ελευθερωθή. Εάν όμως κάποιος την αναχώρησι από την εδώ ζωή την θεωρή ζημία αυτός δεν είναι ακόμη τέλειος στην πίστι.
Εκείνος όμως έλεγε: «Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη». Διότι αυτός που πρόκειται να κάμη ειρήνη με τον κόσμο έφθασε· ο ειρηνοποιός έχει έλθει- εκείνος που συνδέει τον ουρανό με την γη και μετατρέπει την γη σε ουρανό με την ευαγγελική διδασκαλία έχει κατα­φθάσει.
Ο Συμεών φωνάζει: «Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη, γιατί είδαν τα μάτια μου την σωτηρία σου», λέει. Τι είναι αυτό που λέει; Προηγουμένως δηλαδή πίστευα με την διάνοιά μου και γνώριζα με τον λογισμό μου. Τώρα όμως είδαν και τα μάτια μου. Και εκείνο που προσδοκούσα με την καρδιά μου, να που το είδαν τα μάτια μου εκπληρωμένο. Και ποιο είναι αυτό; «Είδα, λέει, την σωτηρία σου». Ποια σωτηρία; «Αυτήν που ετοίμασες ενώπιον όλων των λαών». Όχι του λαού του ενός ούτε του λαού του Ισ­ραήλ μόνο, αλλά «ενώπιον όλων των λαών». Γιατί αυτός που γεννήθηκε είναι δι­δάσκαλος όλων των ανθρώπων.
«Φως που θα είναι αποκάλυψις για τους εθνικούς και δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Γιατί φως; Επειδή ακριβώς οι εθνικοί βρίσκονταν στο σκοτάδι. Ε­πειδή τα σκοτισμένα ειδωλολατρικά έθνη φωτίζονταν.
«Φως που θα είναι αποκάλυψις για τους εθνικούς και δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Εδώ η δόξα και εκεί η αποκάλυψις. Εκεί η αρχή της διδασκαλίας, εδώ η πρόοδος της μαθήσεως.
«Δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Αλλά εδώ σίγουρα θα ρωτήση κάποιος: Και πού είναι οι Ισραηλίτες; Έχεις τον Πέτρο, έχεις τον Παύλο, έχεις τον Ιωάν­νη, έχεις τις τρεις χιλιάδες, έχεις τις πέντε χιλιάδες, έχεις την Εκκλησία της Ιε­ρουσαλήμ, έχεις αυτούς που πίστεψαν από τις τάξεις των Ιουδαίων. Γιατί μέσα στους πιστούς βρισκόταν το έθνος. «Εάν ο Κύριος των Δυνάμεων δεν άφηνε για σπόρο μια μικρή μερίδα πιστού λαού ανάμεσά μας, θα είχαμε γίνει σαν τα Σόδομα και θα είχαμε όμοια τύχη με τα Γόμορρα»[4]. Διότι λέει επίσης ο Θεός: «Κράτησα για τον εαυτό μου επτά χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι δεν γονάτισαν να προσκυνήσουν τον Βάαλ»[5]. Έτσι μέσα στον λαό φυλαγόταν το σπέρμα της πίστεως και δεν χάθη­κε ο λαός — μη γένοιτο — ούτε εξαχρειώθηκαν όλοι οι Ιουδαίοι. Αφού και τώρα, σ' αυτή την μακάρια κατάστασι και κλήσι των Χριστιανών πολλοί είναι οι καλεσμέ­νοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί. Ο Χριστός δηλαδή κάλεσε όλη την οικουμένη και ετοί­μασε το άγιο τραπέζι του Ευαγγελίου. Αλλά όταν έλθη στη Δευτέρα Παρουσία, μπαίνει μέσα και κάνει ξεδιάλεγμα και εξετάζει με προσοχή τους συνδαιτυμόνες. Κι αν βρη κανένα να μη έχη ένδυμα κατάλληλο για γάμο του λέει: «Φίλε, πώς μπήκες εδώ μέσα χωρίς γαμήλιο ένδυμα;»[6] Και θα τον βγάλη έξω καθώς ακού­σαμε στα Ευαγγέλια. Ώστε, όπως και εκεί έγινε εκλογή, έτσι και εδώ θα γίνη ε­κλογή. Μήπως δηλαδή, επειδή έχουμε κληθή, πρέπει στο εξής να αλαζονευώμαστε, σαν να έχουμε, αλήθεια, εξασφαλίσει την τελειότητα; Λοιπόν, η πτώσις εκείνων ας γίνη δική μας ασφάλεια. Έτσι, αγαπητέ, ούτε ο λαός χάθηκε ολόκληρος, ούτε όλος εξαχρειώθηκε, ούτε όλος απίστησε, ούτε όλος κατεδίωξε τους Αποστόλους, αλλά με το κήρυγμα των Αποστόλων πίστευσαν αμέσως τρεις χιλιάδες, χωρίς τις γυ­ναίκες και τα παιδιά. Και έγινε στην Ιερουσαλήμ Εκκλησία αναρίθμητη, ενώ α­κόμη δεν είχε καταστραφή ο Ναός, ενώ ακόμη δεν είχαν εκδιωχθή oι Ιουδαίοι, ενώ ακόμη δεν είχε γκρεμισθή η Ιερουσαλήμ. Οικοδομήθηκε Εκκλησία και τα λό­για του Ιωάννη έγιναν ξεκάθαρη αλήθεια: «Εκείνος πρέπει να μεγαλώνη, εγώ δε να μικραίνω»[7].
Ο Συμεών λοιπόν που είναι προφήτης λέγει: «Δόξα για τον λαό σου τον Ισ­ραήλ». Γιατί ήταν δόξα γι' αυτούς που προσδοκούσαν η συνάντησις εκείνου τον οποίο προσδοκούσαν.
Και αναλογίζονταν ο Ιωσήφ και η Μαρία αυτά που άκουγαν: Ο άγγελος έφερε την ευχάριστη είδησι, οι μάγοι τον εγνώρισαν, οι ποιμένες τον έμαθαν, οι στρατιές των αγγέλων χόρευαν, το αστέρι από πάνω τον ανήγγειλε, ο Συμεών προφητεύει, η Άννα η κόρη του Φανουήλ προφητεύει, η γη αγαλλόταν, ο ουρανός μίλησε με το αστέρι, οι μάγοι αρνήθηκαν τον τύραννο, οι ποιμένες προσκύνησαν τον αρχιποιμένα, όλα τον εγνώρισαν, η μητέρα ήξερε, ο Ιωσήφ πληροφορήθηκε, έτρεμαν για όσα έγιναν, όμως κατάλαβαν την έκβασι των γεγονότων.
«Και ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στην Μαριάμ την μητέρα του: Αυτός πρόκειται να γίνη πτώσις και έγερσις για πολλούς μέσα στον Ισραήλ και σημείο αντιλεγόμενο». Πτώσις για ποιους; Σαφώς γι' αυτούς που απιστούν, αυτούς που αντιλέγουν, αυτούς που τον σταυρώνουν. Και έγερσις για ποιους; Αυτούς που τον αναγνωρίζουν και τον ομολογούν με ευγνωμοσύνη.
«Και σημείο αντιλεγόμενο». Ποιο σημείο αντιλεγόμενο; Το σημείο του Σταυ­ρού, που η Εκκλησία το θεωρεί σωτηρία του κόσμου, που οι Ιουδαίοι το εχθρεύονται και που πολλές φορές και ο ουρανός το διεκήρυξε. Αμφισβητείται το σημείο, για να νικήση η αλήθεια. Γιατί χωρίς αντίλογο δεν μπορεί να γίνη ολοκληρωμένη νίκη. Έπρεπε λοιπόν να εμφανισθή η αντιλογία, για να εκδώση την απόφασί του ο δικαστής, αφού μακροθυμήση μέχρι το τέλος των αιώνων. Γι' αυτό λέει «και ση­μείο αντιλεγόμενο». Αντιλέγουν δε εκείνοι που απιστούν.
Και συ, λέει, θεωρείσαι μητέρα. Άραγε λοιπόν εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού, επειδή συμφώνησες να γίνης μητέρα, επειδή τον εγέννησες, επειδή έκρινες καλό να του δανείσης την μήτρα σου; (Διότι η κοιλιά σου έγινε δοχείο της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος). Άραγε λοιπόν θα μείνης εκτός πειρασμού, επειδή έγινες Θεο­τόκος, επειδή συνέλαβες χωρίς πείρα γάμου, επειδή καταστάθηκες Μητέρα του Δημιουργού σου; Άραγε εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού; Ούτε κι εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού, αλλά «κι εσένα την ίδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυ­χή». Γιατί, Κύριε μου; Σε τι αμάρτησα; Σε τίποτε δεν αμάρτησες βέβαια. Όταν όμως Τον δης κρεμασμένο στον Σταυρό, όταν Τον δης να υποφέρη για όλο τον κό­σμο, όταν δης στον Σταυρό τα χέρια Του τρυπημένα και καρφωμένα στο ξύλο, τότε θα αρχίσης να αμφιβάλλης και να λες: Αυτός είναι εκείνος για τον οποίο μου μί­λησε ο άγγελος; Αυτός είναι εκείνος στον οποίο έγινε το θαύμα της συλλήψεως; Παρθένος ήμουν και γέννησα και έμεινα πάλι παρθένος. Γιατί λοιπόν αυτός σταυρώνεται;
«Κι εσένα την ιδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή». Ώστε, σύμφωνα με την προφητεία του δικαίου Συμεών, κανένας δεν έμεινε εκτός πειρασμού. Ο Πέτρος, ο κορυφαίος από τους μαθητές, τον αρνήθηκε τρεις φορές. Οι άλλοι μα­θητές τον εγκατέλειψαν και έφυγαν. Ούτε είχε άλλωστε ο τσομπάνος ανάγκη από τα πρόβατα για να τον προστατεύσουν, ενόσω αυτός έδιωχνε τους λύκους, ούτε ο αγωνιστής είχε ανάγκη από βοηθούς, αλλά όλοι τους έφυγαν. Και ο Χριστός έμει­νε μόνος κρεμασμένος στον Σταυρό σαν κριάρι έτοιμο για θυσία. Λοιπόν και αυ­τής την ψυχή την διεπέρασε η ρομφαία: ο πειρασμός δηλαδή και η αμφιβολία.
«Κι εσένα την ίδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή, ώστε να αποκα­λυφθούν από πολλές καρδιές οι λογισμοί». Πάσχει λοιπόν ο Ιησούς, για να ελέγξη την απιστία και για να γεμίση από ευγνωμοσύνη τις καρδιές αυτών που Τον πιστεύουν. Αντιλέγεται το σημείο, για να ελεγχθούν αυτοί που αντιλέγουν από κακία. Γιατί, αν η αλήθεια ήταν από κάθε άποψι αναντίρρητη για τους ανθρώ­πους, τότε η ευσέβεια θα έμενε αδοκίμαστη. Όμως με το να γίνεται παραχώρησις στην αντιλογία, δοκιμάζεται η ελεύθερη εκλογή της αλήθειας. Αντιλέγεται το ση­μείο. Γιατί πώς αλλιώς θα δοκιμάζονταν οι μάρτυρες στους διωγμούς; Πώς θα α­γωνίζονταν και θα αναδεικνύονταν νικητές με την καρτερία τους; Δες πόσο ωφέ­λησε η αντιλογία, αφού έφτιαξε όχι πιστούς απλώς, όπως θάλεγε κανείς, αλλά και μάρτυρες που έφθασαν μέχρι τα βασανιστήρια και τον θάνατο και παρουσίασαν μια απόδειξι της χάριτος του Χριστού με την καρτερία τους.
Όταν λοιπόν ο Συμεών λέει «ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον», εννοείται ότι ούτε την πτώσι την προξενεί αυτός, ούτε την ανάστασι την προσφέρει με την βία, αλλά «κείται εις πτώσιν» αυτών που σκοντάφτουν στον λίθο του προσκόμματος και «εις ανάστα­σιν» εκείνων που πιστεύουν με την αγαθή τους προαίρεσι. Διότι λέει «κείται». Σαν να έλεγε κανείς: Το φως ανατέλλει για να βλέπουν οι υγιείς, ενώ αυτοί που τους πονούν τα μάτια να απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο από την λάμψι του φωτός. Γιατί πώς αλλιώς θα ήταν δυνατόν οι πρώτοι να πέσουν και να είναι αξιοκατάκριτοι, ενώ οι δεύτεροι να σηκωθούν με χρηστές ελπίδες που προέρχονται από την καλή τους προαίρεσι, αν δεν υπήρχε το «αντιλεγόμενο σημείο»; Γιατί λέει ο Συ­μεών «και εις σημείον αντιλεγόμενον»; Για να μη προξενήση η αντιλογία απορία στους πιστούς. Το να αμφισβητείται δε και η αλήθεια του Θεού, είναι φανερό ότι αυτό γίνεται, επειδή το επιτρέπει ο Θεός. Κανένας δηλαδή δεν μπορεί να προβάλη καμμιά αντίρρησι, αν δεν το επιτρέψη αυτό ο Θεός. Είναι όντως αναγκαία η παραχώρησι αυτή εκ μέρους του Θεού, για να φανερωθούν οι άξιοι.
Θα έλθη όμως εποχή που δεν θα υπάρχη πια καμμιά αντίρρησις. Όταν δηλαδή το σημείο του Σταύρου θα λάμψη σαν προάγγελος του Κυρίου από τον ουρανό, «τότε θα κλίνη κάθε γόνυ στα επουράνια και στα επίγεια και στα καταχθόνια και κάθε γλώσσα θα ομολογήση ότι ο Χριστός είναι Κύριος προς δόξαν του Θεού Πατρός»[8]. Όσο δηλαδή το σημείο αυτό φαίνεται μόνο του και είναι απλό σημείο και δεν φαίνεται πουθενά ο σημαινόμενος, το σημείο θα αντιλέγεται. Όταν όμως ο ίδιος ο σημαινόμενος αποκαλύψη τον εαυτό του κατά την Δευτέρα Παρουσία, τότε πια κανείς δεν θα τολμά να αντιλογήση στο σημείο, γιατί ο σημαινόμενος θα έχη καταφθάσει με ολοφάνερη την θεότητά του εναντίον εκείνων που Τον αρνούν­ται. Τότε εκείνοι που προηγουμένως είχαν δεχθή το σημείο θα δοξασθούν από αυ­τόν που εκείνο υποδήλωνε, ενώ εκείνοι που αμφισβήτησαν το σημείο θα καταδικα­σθούν από τον υποδηλωθέντα. Και αυτό θα είναι τότε το τέλος της αντιλογίας, το τέλος της πλάνης, το τέλος της αμφιβολίας, το τέλος της απιστίας, η αρχή δε των βραβείων και των στεφάνων. Αυτά μακάρι όλοι μας να τα επιτύχουμε με την χάρι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.

[1]  πρβλ. Ιωάν. ζ' 41-43
[2]  Η ανάστασις των νεκρών κατά την δευτέρα παρουσία θα αποτελέση την «περιτομή» δηλ. την ο­ριστική απομάκρυνσι του κακού και της αμαρτίας από ολόκληρη την κτίσι.
[3]  Λευϊτ. ε’ 11, ιβ’ 8
[4]  Ησ. α’ 9
[5]  Ρωμ. ια’ 4· πρβλ. Γ’ Βασ. ιθ’ 18
[6]  Ματθ.  κβ’ 12
[7]  Ιωάν. γ’ 30
[8]  Φιλιπ. β’ 10-11
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΣΟΣΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

ιερά μονή παντοκράτορος μελισσοχωρίου


ΠΗΓΗ : http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com