Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

22 Μαρτίου 2015 - Κυριακή Δ' Νηστειῶν
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 12
Κυ­ρια­κὴ Δ΄ Νη­στει­ῶν
22 Μαρ­τί­ου 2015
(Ἑ­βρ. στ΄ 13 – 20)

«Ἀ­δελ­φοί, τῷ Ἀ­βρα­ὰμ ἐ­παγ­γει­λά­με­νος ὁ Θε­ός, ἐ­πεὶ κα­τ' οὐ­δε­νὸς εἶ­χε μεί­ζο­νος ὀ­μό­σαι, ὤ­μο­σε κα­θ' ἑ­αυ­τοῦ» (Ἑ­βρ. στ΄, 13-20)

Γιά τόν ὅρ­κο πού ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός στόν Ἀ­βρα­άμ μᾶς μι­λά­ει ὁ στί­χος 13 τοῦ 6ου κε­φα­λαί­ου τῆς πρός Ἑ­βραί­ους ἐ­πι­στο­λῆς τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου. Στόν Ἀ­βρα­άμ, ὅ­ταν εἶ­χε δώ­σει ὁ Θε­ός τίς με­γά­λες ὑ­πο­σχέ­σεις, ἐ­πει­δή δέν εἶ­χε κα­νέ­ναν με­γα­λύ­τε­ρό Του, γιά νά ὁρ­κι­σθεῖ καί νά βε­βαί­ω­σει ἔ­τσι μέ ἀ­πό­λυ­το τρό­πο τόν Ἀ­βρα­άμ ὅ­τι ἀ­σφα­λῶς θά τίς ἐκ­πλη­ρώ­σει, ὁρ­κί­στη­κε στόν ἑ­αυ­τό Του. Με­τα­ξύ τῶν ὑ­πο­σχέ­σε­ων ἡ πιό σπου­δαί­α ἦ­ταν ὅ­τι ἀ­πό τόν Ἀ­βρα­άμ θά προ­έλ­θει ἕ­νας λα­ός πού θά αὐ­ξη­θεῖ σάν τήν ἄμ­μο τῆς θά­λασ­σας καί σάν τά ἄ­στρα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί αὐ­τή ἡ ὑ­πό­σχε­ση δό­θη­κε μέ ὅρ­κο. Ὁρ­κί­στη­κε ὁ Θε­ός, ποῦ; Στόν ἑ­αυ­τό Του.

Τό στί­χο τοῦ­το ἐ­πι­κα­λοῦν­ται ἐ­κεῖ­νοι πού ἐ­πι­μέ­νουν ὅ­τι οἱ χρι­στια­νοί πρέ­πει νά ὁρ­κί­ζον­ται. Με­τά τό προ­πα­το­ρι­κό ἁ­μάρ­τη­μα, ἡ ἁ­μαρ­τί­α ἁ­πλώ­θη­κε παν­τοῦ. Ἔ­χα­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι τήν ἐμ­πι­στο­σύ­νη καί τήν εἰ­λι­κρί­νεια με­τα­ξύ τους. Στήν ἀ­νάγ­κη λοι­πόν νά βρε­θεῖ κά­τι με­γά­λο πού νά δώ­σει κῦ­ρος στά λό­για τῶν ἀν­θρώ­πων, κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὁ ὅρ­κος στό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ. Καί ὅ­πως το­νί­ζει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος: «Οἱ ἄν­θρω­ποι ὁρ­κί­ζον­ται στό Θε­ό, πού εἶ­ναι ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­π’ ὅ­λους καί τό­τε ὁ ὅρ­κος αὐ­τός θέ­τει τέ­λος σέ κά­θε ἀν­τι­λο­γί­α καί ἀμ­φι­σβή­τη­ση γι’ αὐ­τά πού λέ­γον­ται». Ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι πολ­λές φο­ρές, γιά νά σκε­πά­σουν τά λά­θη τους καί τά ψεύ­δη τους, ὁρ­κί­ζον­ται στό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ καί γί­νον­ται ἔ­τσι ἐ­πί­ορ­κοι ἤ ψεύ­δορ­κοι, ὑ­βρι­στές τοῦ Ἁ­γί­ου Θε­οῦ. Τό ἐ­ρώ­τη­μα λοι­πόν ποὺ θά ἀ­παν­τή­σου­με εἶ­ναι: Ἐ­πι­τρέ­πε­ται ὁ ὅρ­κος σύμ­φω­να μέ τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή;

Ἡ Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη ἐ­πέ­τρε­πε στούς Ἰ­ου­δαί­ους τόν ὅρ­κο καί ἀ­πει­λεῖ μά­λι­στα μέ θά­να­το ἐ­κεί­νους πού θά κά­νουν ψεύ­τι­κο ὅρ­κο. «Κύ­ριον τὸν Θε­όν σου φο­βη­θή­σῃ… καὶ ἐ­πὶ τῷ ὀ­νό­μα­τι αὐ­τοῦ ὀ­μῇ» (Δευτ. στ΄, 13), δη­λα­δή νά ἔ­χεις τόν ἅ­γιο φό­βο καί τό με­γά­λο σε­βα­σμό πρός τόν Κύ­ριο τόν Θε­ό σου καὶ στό ὄ­νο­μα Αὐ­τοῦ νά ὁρ­κί­ζε­σαι. Ὁ Θε­ός ἐ­πέ­τρε­ψε τό­τε τόν ὅρ­κο γιά παι­δα­γω­γι­κό λό­γο. Ὅ­πως ὁ δά­σκα­λος στήν πρώ­τη τά­ξη δέν δι­δά­σκει δύ­σκο­λα μα­θή­μα­τα ἀλ­λά ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τά εὔ­κο­λα καί προ­χω­ρεῖ κα­τά τά­ξη στά δυ­σκο­λό­τε­ρα, κα­τά πα­ρό­μοι­ο τρό­πο ἔ­πρα­ξε καί ὁ Θε­ός. Δέν πα­ρέ­δω­σε ἀ­μέ­σως τό νό­μο τῆς τε­λει­ό­τη­τας για­τί δέν θά τόν τη­ροῦ­σαν. Ὅ­ρι­σε νά ὁρ­κί­ζον­ται, ὄ­χι στά εἴ­δω­λα –ὅ­πως ἴ­σχυ­ε γιά τούς εἰ­δω­λο­λά­τρες– ἀλ­λά στό ὄ­νο­μα τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ.

Ὁ Νό­μος λοι­πόν τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης ἦ­ταν ἀ­τε­λής. Γι’ αὐ­τό ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ Χρι­στός μας καί πα­ρέ­δω­σε τά ὕ­ψι­στα μα­θή­μα­τα καί συμ­πλή­ρω­σε τό Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο, νο­μο­θέ­τη­σε δι­α­φο­ρε­τι­κά καί γιά τόν ὅρ­κο. «Πάλιν ἠ­κο­ύ­σα­τε ὅ­τι ἐρ­ρέ­θη τοῖς ἀρ­χα­ί­οις, οὐκ ἐ­πι­ορ­κή­σεις, ἀ­πο­δώ­σεις δὲ τῷ Κυ­ρί­ῳ τοὺς ὅρ­κους σου. ᾿Ε­γὼ δὲ λέ­γω ὑ­μῖν μὴ ὀ­μό­σαι ὅ­λως» (Ματθ. ε΄ 33-34). Δη­λα­δή, «πά­λι ἔ­χε­τε ἀ­κού­σει ὅ­τι στούς προ­γό­νους σας, δό­θη­κε ἡ ἐν­το­λή: Δέν θά κα­τα­πα­τή­σεις τόν ὅρ­κο σου, ἀλ­λά σάν κα­θῆ­κον ἱ­ε­ρό πρός τόν Κύ­ριο θά τη­ρή­σεις τίς ὑ­πο­σχέ­σεις του, πού μέ ὅρ­κο ἀ­νέ­λα­βες. Ἐ­γώ ὅ­μως σᾶς λέ­ω νά μήν ὁρ­κι­σθεῖ­τε κα­θό­λου». Ἑ­πο­μέ­νως ὁ λό­γος τοῦ Χρι­στοῦ μας, ἡ και­νούρ­για ἐν­το­λή, εἶ­ναι ὅ­τι ὁ ὅρ­κος ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἀ­πο­λύ­τως.

Ἔ­τσι ὁ Κύ­ριος καί Θε­ός μας μ’ αὐ­τή τή νέ­α ἐν­το­λή ξερ­ρί­ζω­σε τή ρί­ζα τῆς ψευ­δορ­κί­ας καί ἐ­πι­ορ­κί­ας. Δι­ό­τι αὐ­τός πού δέν ὁρ­κί­ζε­ται κα­θό­λου, εἶ­ναι ἀ­παλ­λαγ­μέ­νος ἀ­πό τά φο­βε­ρά ἁ­μαρ­τή­μα­τα στά ὁ­ποῖ­α πέ­φτουν ἐ­κεῖ­νοι πού ὁρ­κί­ζον­ται. Σύμ­φω­νη φυ­σι­κά μέ τό λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου μας εἶ­ναι καί ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Πά­τε­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας πού κη­ρύτ­τουν ὅ­τι ὅ­ποι­ος ὁρ­κί­ζε­ται ἔ­στω καί ἀ­λη­θι­νά, πα­ρα­βαί­νει νό­μο τοῦ Θε­οῦ, ἁ­μαρ­τά­νει.

Αὐ­τό ση­μαί­νει τό «μὴ ὀ­μό­σαι ὅ­λως». Καί προ­χω­ρεῖ λί­γο πα­ρα­πέ­ρα: «Ἔ­στω δέ ὁ λό­γος ὑ­μῶν ναί ναί, οὐ οὔ. Τό δέ πε­ρισ­σόν τού­των ἐκ τοῦ πο­νη­ροῦ ἐ­στιν». Ὁ λό­γος σας νά εἶ­ναι ναί, ὄ­χι, καί αὐ­τό τό ναί ἤ τό ὄ­χι νά ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στήν ἀ­λή­θεια. Μά ὁ ἄλ­λος ἀμ­φι­βάλ­λει. Δι­κό του τό πρό­βλη­μα. Ἐ­μεῖς δέν θά κα­τα­φύ­γου­με στόν ὅρ­κο. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ χρι­στι­α­νι­κή το­πο­θέ­τη­ση. Αὐ­τό γιά τίς ἰ­δι­ω­τι­κές ὑ­πο­θέ­σεις. Ἀλ­λά ὅ­ταν τό κρά­τος μέ κα­λεῖ στό δι­κα­στή­ριο ὡς μάρ­τυ­ρα καί δι­α­τά­ζει νά ὁρ­κι­στῶ;

Εἶ­ναι μί­α ἐ­ρώ­τη­ση πού κα­τά και­ρούς ἀ­πα­σχο­λεῖ πολ­λούς χρι­στια­νούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἄ­θε­λά τους πολ­λές φο­ρές ἐμ­πλέ­κον­ται σέ δι­κα­στι­κές ὑ­πο­θέ­σεις. Τί πρέ­πει νά κά­νω; Ἐ­άν δέν ὁρ­κι­στῶ, θά ὑ­πο­στῶ τίς συ­νέ­πει­ες τοῦ νό­μου, θά μοῦ ἀ­παγ­γελ­θεῖ κα­τη­γο­ρί­α, θά τι­μω­ρη­θῶ. Ἀ­παν­τοῦ­με. Ἄν εἶ­σαι ὀ­λι­γό­πι­στος καί χλια­ρός χρι­στια­νός, θά φο­βη­θεῖς καί θά ὁρ­κι­στεῖς. Ἡ συ­νεί­δη­σή σου θά σέ ἐ­λέγ­χει ὅ­τι πα­ρέ­βης ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ. Ἄν εἶ­σαι πι­στός καί εὐ­σε­βής χρι­στια­νός καί ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νά ὑ­πο­στεῖς τίς συ­νέ­πει­ες τοῦ νό­μου, τό­τε στό δι­κα­στή­ριο ὕ­ψω­σε τή φω­νή σου καί πές: «Δέν ὁρ­κί­ζο­μαι γιά λό­γους συ­νει­δή­σε­ως. Εἶ­μαι Ὀρ­θό­δο­ξος Χρι­στια­νός».

Ὅ­ταν βρε­θοῦ­με, ἀ­δελ­φοί μου, ἀν­τι­μέ­τω­ποι μέ τό νό­μο τῶν ἀν­θρώ­πων καί τό νό­μο τοῦ Θε­οῦ ἄς ποῦ­με κι ἐ­μεῖς ἐ­κεῖ­νο πού εἶ­παν οἱ ἀ­πό­στο­λοι στό συ­νέ­δριο τῶν Ἰ­ου­δαί­ων: «πει­θαρ­χεῖν δεῖ Θε­ῷ μᾶλ­λον ἤ ἀν­θρώ­ποις», γιά νά ἔ­χου­με τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ. Ἀ­μήν.
ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

15 Μαρτίου 2015 - Κυριακὴ Γ΄ Νηστειῶν
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 11
Κυ­ρια­κὴ Γ΄ Νη­στει­ῶν
15 Μαρ­τί­ου 2015
(Ἑ­βρ. δ΄ 14 – ε΄, 6)

«Κρα­τῶ­μεν τῆς ὁ­μο­λο­γί­ας» (Ἑ­βρ. δ΄, 14)

Σή­με­ρα, ἀ­δελ­φοί μου, βρι­σκό­μα­στε στή μέ­ση τῆς Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας προ­βάλ­λει ἐ­νώ­πιόν μας τόν Τί­μιο Σταυ­ρό τοῦ Κυ­ρί­ου καί μᾶς κα­λεῖ νά Τόν προ­σκυ­νή­σου­με γιά νά λά­βου­με Χά­ρη.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Δέσποινα παντευλόγητε...

Δέσποινα παντευλόγητε, Υπέραγνε Παρθένε,
Παράδεισε πανθαύμαστε, κήπε καλλωπισμένε,
Σε δυσωπώ, Πανάχραντε, χαρίτωσον τον νουν μου,
κατεύθυνον τας σκέψεις μου, φώτισον την ψυχήν μου.
Κόρη με ποίησον αγνόν, πράον, σεμνόν, ανδρείον,
ησύχιον και κόσμιον, ευθύν, όσιον, θείον,
επιεική, μακρόθυμον, των αρετών δοχείον,
άμεμπτον, ανεπίληπτον, των αγαθών ταμείον.
Δος μοι σοφίαν, σύνεσιν και μετριοφροσύνην,

φρόνησιν και απλότητα και ταπεινοφροσύνην.
Δος μοι νηφαλιότητα, όμμα πεφωτισμένον,
διάνοιαν ολόφωτον, πνεύμα εξηγνισμένον.
Απέλασον την οίησιν, την υπερηφανίαν,
τον τύφον, την φυσίωσιν, και την αλαζονείαν,
την ύβριν, το αγέρωχον, την υψηλοφροσύνην,
γλώσσα μεγαλορρήμονα, ισχυρογνωμοσύνην.
Την αστασία την φρικτήν, την περιττολογίαν,
την πονηρία την πολλήν, και την αισχρολογίαν.
Χάρισαί μοι, Πανάχραντε, την ηθικήν ανδρείαν,
το θάρρος, την ευστάθειαν, δος μοι την καρτερίαν.
Δος μοι την αυταπάρνησιν, την αφιλαργυρίαν,
ζήλον μετ’επιγνώσεως και αμνησικακίαν.
Δος μοι ακεραιότητα, ευγένειαν καρδίας,
πνεύμα ευθές, ειρηνικόν, και πνεύμα αληθείας.
Φυγάδευσον, Πανάχραντε, τα πάθη της καρδίας,
τα πολυώνυμα, Αγνή, της ηθικής δειλίας.
Την αναδρίαν την αισχράν, το θράσος, την δειλίαν,
την ατολμίαν την δεινήν και την απελπισίαν.
Άρον μοι, Κόρη, τον θυμόν και πάσαν ραθυμίαν,
την αθυμία, την οργήν, ως και την οκνηρίαν.
Τον φθόνον, την εμπάθειαν, το μίσος, την κακίαν,
την μήνιν, την εκδίκησιν και την μνησικακίαν.
Την έριδα την ευτελή και την πολυλογίαν,
την γλωσσαλγίαν την δεινήν και την βωμολοχίαν.
Δος μοι, Παρθένε, αίσθησιν, δος μοι ευαισθησίαν.
Δος μοι συναίσθησιν πολλήν και ευσυνειδησίαν.
Δος μοι, Παρθένε, την χαράν Πνεύματος του Αγίου.
Δος μοι ειρήνην τη ψυχή, ειρήνην του Κυρίου.
Δος μοι αγάπην, έρωτα θείον, εξηγηγνισμένον,
πολύν, θερμόν και καθαρόν και εξηγιασμένον.
Δος πίστιν ζώσαν, ενεργόν, θερμήν, αγνήν, αγίαν,
ελπίδα αδιάσειστον, βεβαίαν και οσίαν.
Άρον απ’εμού, Παρθένε, τον κλοιόν της αμαρτίας,
την αμέλειαν, την μέθην, την ανελεημοσύνην,
τα κακάς επιθυμίας, την δεινήν ακολασίαν,
γέλωτας της ασελγείας και την πάσαν κακουργίαν.
Σωφροσύνην δος μοι, Κόρη, δος εγκράτειαν, νηστείαν,
προσοχήν και αγρυπνίαν και υπακοήν τελείαν.
Δος μοι προσοχήν εν πάσι και διάκρισιν οξείαν,
σιωπήν και ευκοσμίαν, και υπομονήν οσίαν.
Επιμέλειαν παράσχου, Δέσποινα, προς εργασίαν,
προς τελείωσιν και ζήλον αρετών προς γυμνασίαν.
Την ψυχήν μου, την καρδίαν και τον νουν μου, Παναγία,
τήρει εν αγιωσύνη, φύλαττε εν παρθενία.


Αρχ. Δαμασκηνός Λιονάκης

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

8 Μαρτίου 2015 - Κυριακή Β' Νηστειῶν
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 10
Κυ­ρια­κὴ Β΄ Νη­στει­ῶν
8 Μαρ­τί­ου 2015
(Ἑ­βρ. α΄ 10 – β΄, 3)

«…πῶς ἡ­μεῖ­ς ἐκ­φευ­ξό­με­θα τη­λι­καύ­της ἀ­με­λή­σαν­τες σω­τη­ρί­ας;»
(Ἑ­βρ. β΄, 3)

Ἀ­λή­θεια, ἀ­δελ­φοί μου, πῶς θά πλη­σι­ά­σου­με τή Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα καί τά Πά­θη τοῦ Κυ­ρί­ου μας, ἄν δέν προ­σέ­ξου­με τό ἔρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας μας; Θά μι­λή­σου­με γιά ἕ­να ἁ­μάρ­τη­μα, πού ἐ­νῶ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πό τά ἑ­φτά θα­νά­σι­μα ἁ­μαρ­τή­μα­τα, δέν δί­νου­με τήν πρέ­που­σα προ­σο­χή καί ἄλ­λος πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἄλ­λος λι­γό­τε­ρο, εἴ­μα­στε ἔ­νο­χοι. Τό ἁ­μάρ­τη­μα αὐ­τό εἶ­ναι ἡ ἀ­μέ­λεια.

Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μέ ἔν­το­νο τρό­πο μᾶς θέ­τει ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα: «Ἐ­άν ὁ πα­λαι­ός νό­μος, πού ἐ­λέ­χθη στόν Μω­υ­σῆ ἀ­πό τούς ἀγ­γέ­λους, ἀ­πε­δεί­χθη ἔγ­κυ­ρος καί ἰ­σχυ­ρός καί κά­θε πα­ρά­βα­ση καί πα­ρα­κο­ή ἔ­λα­βε ὡς μι­σθό της τήν δί­και­η τι­μω­ρί­α, πῶς ἐ­μεῖς θά δι­α­φύ­γου­με τὴν τι­μω­ρί­α, ἐ­άν πα­ρα­με­λή­σου­με μί­α τό­σο με­γά­λη καί ἀ­νε­κτί­μη­τη σω­τη­ρί­α;» Ἄν­θρω­ποι πού ἀ­μέ­λη­σαν τό κα­θῆ­κον τους στά χρό­νια τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης τι­μω­ρή­θη­καν μέ φο­βε­ρές τι­μω­ρί­ες, ὅ­πως ὁ κα­τα­κλυ­σμός, ἡ κα­τα­στρο­φή τῶν Σο­δό­μων, οἱ ἀρ­ρώ­στι­ες καί ἄλ­λες κα­τα­στρο­φές πού ὑ­πέ­στη­σαν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι. Ἀλ­λά πιό με­γά­λες τι­μω­ρί­ες πε­ρι­μέ­νουν ἐ­μᾶς τούς χρι­στια­νούς πού, ἐ­νῶ εἴ­δα­με καί ἀ­κού­σα­με τά πιό θαυ­μα­στά πράγ­μα­τα καί ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τίς πιό με­γά­λες εὐ­ερ­γε­σί­ες τοῦ Θε­οῦ, δεί­χνου­με ἀ­μέ­λεια στήν ἐ­κτέ­λε­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν μας κα­θη­κόν­των γιά τό ζή­τη­μα τῆς σω­τη­ρί­ας τῆς ψυ­χῆς.

Ἀλ­λά τί εἶ­ναι ἀ­μέ­λεια; Ὁ Θε­ός ἔ­δω­σε στόν ἄν­θρω­πο δι­α­νο­η­τι­κά, σω­μα­τι­κά καί πνευ­μα­τι­κά χα­ρί­σμα­τα, τά τά­λαν­τα, ὅ­πως τά ὀ­νο­μά­ζει ὁ Χρι­στός μας σέ μί­α πα­ρα­βο­λή. Τά ἔ­δω­σε μέ τήν ἐν­το­λή νά μήν τά ἀ­φή­νει ἀ­νεκ­με­τάλ­λευ­τα, νά μήν τά θά­βει στό λάκ­κο τῆς τεμ­πε­λιᾶς, ἀλ­λά νά δου­λεύ­ει καί ἔ­τσι νά προ­ο­δεύ­ει συ­νε­χῶς.

Ἡ γῆ γιά νά θρέ­ψει τόν ἄν­θρω­πο πρέ­πει νά καλ­λι­ερ­γη­θεῖ. Νά ξερ­ρι­ζω­θοῦν τά ἀγ­κά­θια, νά κα­θα­ρι­στεῖ ἀ­πό τίς πέ­τρες, νά ὀρ­γω­θεῖ, νά δε­χθεῖ τό σπό­ρο, νά πο­τι­σθεῖ∙ ὅ­λα αὐ­τά ἀ­παι­τοῦν κό­πους. Ἡ ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι πώς μέ τόν ἱ­δρώ­τα τοῦ προ­σώ­που του ὁ ἄν­θρω­πος θά τρώ­ει τό ψω­μί του. Ὁ γε­ωρ­γός λοι­πόν ἀλ­λά καί ὁ βο­σκός καί ὁ ψα­ράς κι ὁ μα­ραγ­κός, ὁ ναυ­τι­κός, ὁ δά­σκα­λος ὅ­λοι πρέ­πει νά ἀ­γα­ποῦν τήν ἐρ­γα­σί­α τους καί νά τήν ἐ­κτε­λοῦν μέ πολ­λή ἐ­πι­μέ­λεια. Εὐ­λο­γί­α Θε­οῦ ὑ­πάρ­χει στά μέ­ρη ὅ­που ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἐρ­γά­ζον­ται ἀ­νά­λο­γα μέ τίς δυ­νά­μεις τους καί κα­νέ­νας δέν τεμ­πε­λιά­ζει.

Ὅ­που ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι δέν ἐρ­γά­ζον­ται μέ ζῆ­λο καί ἐ­πι­μέ­λεια, ἐ­κεῖ πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ἀ­τα­ξί­α καί σύγ­χυ­ση. Ὅ­πως ἔ­λε­γαν οἱ ἀρ­χαῖ­οι μας πρό­γο­νοι: «ἀρ­γί­α μή­τηρ πά­σης κα­κί­ας». Ἄν γιά πα­ρά­δειγ­μα ὁ μη­χα­νι­κός αὐ­το­κι­νή­των δέν εἶ­ναι ἐ­πι­με­λής στήν ἐρ­γα­σί­α του καί ἡ ἐ­λατ­τω­μα­τι­κή μη­χα­νή θά κα­τα­στρα­φεῖ καί δυ­στύ­χη­μα θά γί­νει. Ἄν ὁ φύ­λα­κας τῆς σι­δη­ρο­δρο­μι­κῆς γραμ­μῆς ἀ­με­λή­σει τό κα­θῆ­κον του, θά γί­νει αἰ­τί­α σύγ­κρου­σης τραί­νων μέ δυ­σά­ρε­στα ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Πό­σα δυ­στυ­χή­μα­τα δέν ἔ­χουν συμ­βεῖ γιά ἕ­να λε­πτό ἀ­προ­σε­ξί­ας!

Ἄς προ­χω­ρή­σου­με ὅ­μως λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ὑ­πάρ­χει ἀ­μέ­λεια στά ἔρ­γα πού ἀ­φο­ροῦν τήν ὑ­λι­κή καί σω­μα­τι­κή ζω­ή τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά ὑ­πάρ­χει καί βα­ρύ­τε­ρη πού ἀ­φο­ρᾶ κά­τι ἀ­πεί­ρως ἀ­νώ­τε­ρο ἀ­πό τό σῶ­μα, τήν ψυ­χή. Ἀλ­λοί­μο­νο ἄν ὅ­λη τή δρα­στη­ρι­ό­τη­τά του ὁ ἄν­θρω­πος τήν ἐ­ξαν­τλεῖ γιά τό σῶ­μα καί ἀ­με­λεῖ τό ὕ­ψι­στο θέ­μα τῆς σω­τη­ρί­ας τῆς ψυ­χῆς του, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει ἀ­νε­κτί­μη­τη ἀ­ξί­α. Καί μό­νο τό γε­γο­νός ὅ­τι ὁ Θε­ός κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος καί ὑ­πέ­στη τήν σταύ­ρω­ση γιά νά σώ­σει τόν ἄν­θρω­πο, αὐ­τό καί μό­νο τό γε­γο­νός ἄν τό σκε­φθεῖ ὁ ἄν­θρω­πος, ἀρ­κεῖ γιά νά ἀ­πο­δεί­ξει τήν ἀ­ξί­α τῆς ψυ­χῆς.

Ὁ Χρι­στός μᾶς τό­νι­σε αὐ­τή τήν ἀ­λή­θεια κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά: «Τί γάρ ὠ­φε­λή­σει ἄν­θρω­πον ἐ­άν κερ­δή­σῃ τόν κό­σμον ὅ­λον, καί ζη­μι­ω­θῇ τήν ψυ­χήν αὐ­τοῦ;» (Μάρκ. η, 36). Τό νά χά­σει κα­νείς τή σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς του εἶ­ναι ἡ πιό με­γά­λη συμ­φο­ρά. Τό νά σώ­σει κα­νείς τήν ψυ­χή του εἶ­ναι τό πιό με­γά­λο ἐ­πί­τευγ­μα.

Ὁ Θε­ός θέ­λει τή σω­τη­ρί­α μας. Μέ ἕ­ναν ὅ­ρο: νά προ­σφέ­ρει καί ὁ ἄν­θρω­πος τή θέ­λη­σή του. Νά πι­στέ­ψει στό Χρι­στό καί νά ἐρ­γά­ζε­ται πνευ­μα­τι­κά. Νά προ­σεύ­χε­ται, νά νη­στεύ­ει τίς μέ­ρες πού ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ὁ­ρί­ζει, νά συμ­με­τέ­χει στά Μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καί προ­πάν­των στή Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α μέ τήν κα­τάλ­λη­λη προ­ε­τοι­μα­σί­α καί τήν ὑ­πα­κο­ή στόν Πνευ­μα­τι­κό. Μέ τήν προ­σφο­ρά ἠ­θι­κῆς καί ὑ­λι­κῆς βο­ή­θειας στό συ­νάν­θρω­πο.

Ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ, ἀ­δελ­φοί μου, δέν μᾶς ἀ­πει­λεῖ. Μᾶς προ­ει­δο­ποι­εῖ ὅ­μως ὅ­τι τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἀ­μέ­λειας γιά τή σω­τη­ρί­α μας θά εἶ­ναι κα­τα­στρε­πτι­κά γιά τό πα­ρόν καί γιά τό αἰ­ώ­νιο μέλ­λον μας. Ἄς προ­σπα­θή­σου­με νά μοι­ά­σου­με μέ τίς φρό­νι­μες παρ­θέ­νες καί μέ ἐ­κεῖ­νον πού ἐρ­γα­ζό­με­νος τά πέν­τε τά­λαν­τα τά δι­πλα­σί­α­σε, γιά νά κλη­ρο­νο­μή­σου­με τή Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Ἀ­μήν.
ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Φοβόμαστε να ταπεινωθούμε...

«...Ο Θεός δεν φοβήθηκε αλλά ο ίδιος ταπεινώθηκε κι ευλόγησε την ταπείνωση. Εμείς όμως, την φοβόμαστε γιατί το κοσμικό φρόνημα που κυβερνά τη ζωή μας έχει αφαιρέσει από μέσα μας κάθε σεμνότητα και κάθε πίστη.
Αλλά έρχονται κάθε τόσο ώρες δύσκολες στη ζωή του κάθε ανθρώπου, όπου χρειάζεται να ξεκαθαρίσει τη θέση του. Να δείξει με τα έργα του αν πιστεύει απόλυτα στην αλήθεια του Χριστού. Να συναισθανθεί τα σφάλματά του και ν' αφήσει το βίο του ολόκληρο να μοσκοβολήσει από την ευωδία της ταπεινοφροσύνης.
Το Ευαγγέλιο μας λέγει πως θα υψωθεί μονάχα εκείνος που έχει ταπεινώσει τον εαυτό του. Ο Κύριος του ουρανού και της γης ήρθε στον κόσμο με άκρα ταπείνωση. Κι εμείς που κομπάζουμε πως τον ακολουθούμε, περιφρονούμε τη μεγάλη αυτή αρετή και διστάζουμε να δεχτούμε την ταπείνωση ως κανόνα ζωής. Αλλά η χάρη του Θεού δεν επισκέπτεται παρά μονάχα τους ταπεινούς».


Πηγή: Κ. Τσιρόπουλος, «Διάλογος του Χριστιανισμού με την εποχή μας», Το κανδυλάκι

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Σε Σένα μόνο έχω εμπιστοσύνη!

ΤΙ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΣΗΜΕΡΑ;
ΜΗΠΩΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΑΡΑ ΤΟΝ ΘΕΟ;


Όταν μπαίνουμε στο λεωφορείο, ένας άνθρωπος οδηγεί το λεωφορείο, και όμως τον εμπιστευόμαστε. Μπαίνουμε στο λεωφορείο, καθόμαστε και μπορεί να μας πάρει και ο ύπνος, τόσο ήσυχοι είμαστε, τόση σιγουριά νιώθουμε.

Τι σημαίνει αυτό;
Ότι έχουμε... εμπιστοσύνη στον οδηγό του αυτοκινήτου.

Μπαίνουμε στο αεροπλάνο και κρέμεται είτε η δική μας ζωή είτε όλων των επιβατών, στα χέρια και στην επινόηση και στην κατανόηση του πιλότου, και όμως είμαστε σίγουροι.

Ζητάμε και καλή θέση, ζητάμε και παράθυρο για να απολαμβάνουμε τη θέα, να πίνουμε και το καφεδάκι μας και να καμαρώνουμε ότι πετάμε στους αιθέρες.

Τι σημαίνει αυτό;
Ότι έχουμε εμπιστοσύνη σε έναν άνθρωπο που λέγεται πιλότος.
 

Μας δίνει ο γιατρός μια συνταγή, μας δίνει κάποια φάρμακα και πηγαίνουμε στον φαρμοκοποιό, του δίνουμε τη συνταγή, παίρνουμε τα φάρμακα και φεύγουμε. Και τα παίρνουμε με πολλή ευλάβεια τα φάρμακα. Πειθαρχούμε απόλυτα στις οδηγίες του γιατρού. Έχουμε εμπιστοσύνη δηλαδή και στον φαρμαοκοποιό, αλλά και στον γιατρό.

Αλλά αν έχουμε εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, γιατί δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον Θεό; Γιατί κλονίζεται η δική μας εμπιστοσύνη;
 

Πάμε και γονατίζουμε και θέλουμε με το που χτυπάμε μια φορά την πόρτα του Θεού και των Αγίων, έχουμε την απαίτηση αμέσως να μας ανοίξουν.

Έχουμε Πίστη;
 
Έχουμε εμπιστοσύνη;

Αν έχουμε εμπιστοσύνη στον οδηγό, στον πιλότο, στον γιατρό, στον φαρμακοποιό, γιατί δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον Θεό;

Ας αφήσουμε πάνω στα χέρια του Θεού το όλον της ζωής μας και να είμαστε σίγουροι ότι ο Κύριος θα επιλαμβάνεται όλων των αναγκών και των προβλημάτων της ζωής μας.

ΚΥΡΙΕ!!!
Δεν έχω εμπιστοσύνη σε τίποτε άλλο, ούτε στον εαυτό μου, ούτε στα λεφτά μου, ούτε στα αξιώματά μου, ούτε στους δυνατούς, ούτε στους μεγάλους, ούτε στους τρανούς, ούτε στα παρόντα, ούτε στα μέλλοντα.
ΣΕ ΣΕΝΑ ΜΟΝΟ, ΚΥΡΙΕ, ΕΧΩ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ!!!

  

Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 19 Ἐπί τῇ ἑορτῇ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας (2015)
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 1 9

Πρός
τόν Ἱ­ε­ρόν Κλῆ­ρον
καί τόν εὐ­σε­βῆ λα­όν
τῆς κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως

Ἀ­γα­πη­τά μου παιδιά,

Ὁ ἄν­θρω­πος, κα­τά τήν πο­ρεί­α τῆς ἐ­πί­γειας ζω­ῆς του, ἀ­πο­κτών­τας συν­αί­σθη­ση τῆς ὑ­παρ­ξια­κῆς του ὀν­τό­τη­τος εὑ­ρέ­θη­κε ἀ­δύ­να­μος πρό τοῦ μυ­στη­ρί­ου τοῦ θα­νά­του. Βυ­θι­σμέ­νος μέ τό σῶ­μα στήν ὕ­λη, δε­μέ­νος μέ τήν δύ­να­μη τῆς βα­ρύ­τη­τος στό χῶ­ρο καί στό χρό­νο, ἔ­χει ἀ­πο­χω­ρι­σμέ­νο τό πνεῦ­μά του ἀ­πό τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τό χά­σμα με­τα­ξύ χρό­νου καί αἰ­ω­νι­ό­τη­τος εἶ­ναι γι’ αὐ­τόν ἀ­γε­φύ­ρω­το, για­τί τοῦ λεί­πει ἡ ἀ­ναγ­καί­α ἱ­κα­νό­της καί ἡ δύ­να­μη νά τό δρα­σκε­λή­σει. Πο­λι­ορ­κη­μέ­νος ἀ­πό τόν θά­να­το πε­ρι­παί­ζει αὐ­τούς πού τοῦ λέ­γουν: «ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι αἰ­ώ­νιος καί ἀ­θά­να­τος». Γιά νά εἶ­ναι ἀ­θά­να­τος, πρέ­πει στό κέν­τρο τῆς αὐ­το­συ­ναι­σθή­σε­ώς του νά αἰ­σθά­νε­ται τόν ἑ­αυ­τό του ἀ­θά­να­το. Ὁ­λό­κλη­ρο τό πρό­βλη­μά του ἔγ­κει­ται στό πῶς νά ἀ­να­ζω­πυ­ρή­σει αὐ­τό τό σβη­σμέ­νο αἴ­σθη­μα. Αὐ­τό μπο­ρεῖ νά τό κά­νει ὁ Θε­ός, ὁ Ὁ­ποῖ­ος τόν ἀ­θά­να­το Ἑ­αυ­τό Του ἐ­νε­σάρ­κω­σε μέ­σα στήν ἀν­θρώ­πι­νη αὐ­το­αί­σθη­ση. Αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς ἔ­κα­με ὁ Χρι­στός, ὅ­ταν ἐ­νην­θρώ­πη­σε καί ἔ­γι­νε Θε­άν­θρω­πος. Γι’ αὐ­τό στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ὁ Θε­άν­θρω­πος Χρι­στός ἔ­γι­νε καί πα­ρα­μέ­νει ἡ μο­να­δι­κή ὁ­δός καί ὁ μο­να­δι­κός ὁ­δη­γός ἀ­πό τόν χρό­νο στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ἀ­πό τήν αὐ­το­αί­σθη­ση τῆς θνη­τό­τη­τος στήν αὐ­το­αί­σθη­ση τῆς ἀ­θα­να­σί­ας, ἀ­πό τήν αὐ­το­γνω­σί­α τοῦ πε­πε­ρα­σμέ­νου στήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τος.

Ἡ αἰ­ω­νί­ως ζῶ­σα προ­σω­πι­κό­της τοῦ Θε­αν­θρώ­που Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α.

Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἡ θε­αν­θρώ­πι­νη αἰ­ω­νι­ό­της ἐν­σαρ­κω­μέ­νη στά ὅ­ρια τοῦ χρό­νου καί τοῦ χώ­ρου. Εὑ­ρί­σκε­ται σ’­αὐ­τό τόν κό­σμο, ἀλ­λά δέν εἶ­ναι «ἐκ τοῦ κό­σμου τού­του». Εὑ­ρί­σκε­ται σ’­αὐ­τό τόν κό­σμο γιά νά τόν ἀ­νυ­ψώ­σει μέ­χρι τόν ἄ­νω, ἀ­πό ὅ­που προ­έρ­χε­ται καί ἡ ἴ­δια. Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι οἰ­κου­με­νι­κή, κα­θο­λι­κή, θε­αν­θρώ­πι­νη, αἰ­ώ­νια, γι­’­αὐ­τό ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­συγ­χώ­ρη­τη βλα­σφη­μί­α ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Χρι­στοῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος νά κά­νου­με τήν Ἐκ­κλη­σί­α ἐ­θνι­κό ἵ­δρυ­μα. Ὁ σκο­πός της εἶ­ναι νά ἑ­νώ­σει ἐν Χρι­στῷ ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους.

Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἡ προ­σω­πι­κό­της τοῦ Θε­αν­θρώ­που Χρι­στοῦ, θε­αν­θρώ­πι­νος ὀρ­γα­νι­σμός, ὄ­χι ἀν­θρώ­πι­νη ὀρ­γά­νω­ση. Εἶ­ναι ἀ­δι­αί­ρε­τη, ὅ­πως τό πρό­σω­πο τοῦ Θε­αν­θρώ­που, ὅ­πως καί τό σῶ­μα τοῦ Θε­αν­θρώ­που. Γι’ αὐ­τό ἀ­πο­τε­λεῖ βα­σι­κό λά­θος νά δι­αι­ρεῖ­ται ὁ ἀ­δι­αί­ρε­τος θε­αν­θρώ­πι­νος ὀρ­γα­νι­σμός τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας σέ μι­κρές ἐ­θνι­κές ὀρ­γα­νώ­σεις. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δέν πρέ­πει νά προ­σαρ­μό­ζε­ται πρός τόν λα­ό, ἐ­νῶ τό κα­νο­νι­κό εἶ­ναι τό ἀν­τί­θε­το: ὁ λα­ός νά προ­σαρ­μό­ζε­ται πρός τήν Ἐκ­κλη­σί­α, δη­λα­δή νά φυ­τεύ­ε­ται καί νά καλ­λι­ερ­γεῖ­ται μέ­σα στή ψυ­χή τοῦ λα­οῦ μας ἡ αἴ­σθη­ση καί ἡ ἐ­πί­γνω­ση ὅ­τι κά­θε μέ­λος τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι πρό­σω­πο κα­θο­λι­κό, πρό­σω­πο αἰ­ώ­νιο καί θε­αν­θρώ­πι­νο, ὅ­τι εἶ­ναι τοῦ Χρι­στοῦ καί γι’ αὐ­τό ἀ­δελ­φός ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων καί δι­ά­κο­νος ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων καί τῶν κτι­σμά­των.

Ποι­ά εἶ­ναι τά μέ­σα μέ τά ὁ­ποῖ­α μπο­ρεῖ ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α νά πραγ­μα­το­ποι­εῖ αὐ­τό τό θε­αν­θρώ­πι­νο σκο­πό; Εἶ­ναι τά θε­αν­θρώ­πι­να μέ­σα, εἶ­ναι οἱ θε­αν­θρώ­πι­νες ἀ­σκή­σεις καί ἀ­ρε­τές: Ἡ ἄ­σκη­ση τῆς πί­στε­ως, ἡ ἀ­ρε­τή τῆς προ­σευ­χῆς καί τῆς νη­στεί­ας, ἡ ἀ­ρε­τή τῆς ἀ­γά­πης, ἡ ἀ­ρε­τή τῆς πρα­ό­τη­τος καί τῆς τα­πει­νώ­σε­ως, ἡ ἀ­ρε­τή τὴς ὑ­πο­μο­νῆς καί τῆς τα­πει­νώ­σε­ως.

Ἡ ἀ­πο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας εἶ­ναι νά κά­νει τίς θε­αν­δρι­κές αὐ­τές ἀ­ρε­τές - ἀ­σκή­σεις, με­θό­δους τῆς ζω­ῆς τοῦ λα­οῦ. Σ’αὐτό ἔγ­κει­ται ἡ σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς ἀ­πό τόν κό­σμο καί ἀ­π’­ ὅ­λες τίς ψυ­χο­φθό­ρες ἀν­θρω­πο­κτό­νες καί ἄ­θε­ες κι­νή­σεις καί ὀρ­γα­νώ­σεις τοῦ κό­σμου. Ἀ­πέ­ναν­τι στήν εὐ­γε­νι­κή ἀν­θρω­πο­φα­γί­α τοῦ συγ­χρό­νου πο­λι­τι­σμοῦ πρέ­πει νά ἀν­τι­τά­ξου­με τίς ὀρ­θό­δο­ξες χρι­στο­φό­ρες προ­σω­πι­κό­τη­τες, οἱ ὁ­ποῖ­ες μέ τήν πρα­ό­τη­τα τοῦ προ­βά­του θά νι­κοῦν τά ἐ­ξημ­μέ­να πά­θη τῶν λύ­κων καί μέ τήν ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τῶν πε­ρι­στε­ρῶν θά σώ­ζουν τήν ψυ­χή τοῦ λα­οῦ ἀ­πό τήν πο­λι­τι­στι­κή δυ­σω­δί­α. Γι’ αὐ­τό κύ­ριο χρέ­ος τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας εἶ­ναι νά δη­μι­ουρ­γεῖ τούς χρι­στο­φό­ρους ἀ­σκη­τές. Ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ δι­α­φο­ρά με­τα­ξύ τοῦ ἀν­θρω­πί­νου κό­σμου καί τοῦ κό­σμου τοῦ Χρι­στοῦ: τό ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­ναι πε­πε­ρα­σμέ­νο καί χρο­νι­κό, τό τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι ἀ­ναλ­λοί­ω­το καί αἰ­ώ­νιο.

Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α ὡς ὁ μο­να­δι­κός φο­ρεύς καί φύ­λαξ τοῦ τε­λεί­ου καί παμ­φώ­του Προ­σώ­που τοῦ Θε­αν­θρώ­που Χρι­στοῦ πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ἀ­πο­κλει­στι­κῶς μέ τά θε­αν­θρώ­πι­να - ὀρ­θό­δο­ξα μέ­σα, τίς ἀ­σκη­τι­κές ἐν χά­ρι­τι ἀ­ρε­τές.

Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη ψυ­χή τοῦ λα­οῦ μας τεί­νει πρός τούς Ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες, τούς Ὀρ­θο­δό­ξους ἀ­σκη­τές. Ἡ προ­σω­πι­κή καί ἡ οἰ­κο­γε­νεια­κή καί ἐ­νο­ρια­κή ἄ­σκη­ση καί ἰ­δί­ως στήν προ­σευ­χή καί τήν νη­στεί­α, εἶ­ναι τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α πάν­το­τε δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­σκη­τι­κές ἀ­να­γεν­νή­σεις. Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι ἄ­σκη­ση καί ζω­ή. Ἡ Ἐνο­ρί­α πρέ­πει νά γί­νει ἀ­σκη­τι­κό κέν­τρο. Αὐ­τό γί­νε­ται μέ τήν προ­σευ­χή, τή νη­στεί­α, τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή τῆς Ἐνο­ρί­ας, τή λει­τουρ­γι­κή ζω­ή, τά κύ­ρια μέ­σα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, μέ τά ὁ­ποῖ­α ἐ­πι­δρᾶ ἐ­πά­νω στούς ἀν­θρώ­πους. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐ­νο­ρί­α πρέ­πει νά ἀνα­γεν­νη­θεῖ καί μέ φι­λό­χρι­στη καί φι­λά­δελ­φη ἀ­γά­πη νά δι­α­κο­νεῖ τα­πει­νά τόν Χρι­στό καί ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους μέ πρα­ό­τη­τα καί τα­πεί­νω­ση, μέ θυ­σί­α καί αὐ­τα­πάρ­νη­ση. Καί ἡ δι­α­κο­νί­α αὐ­τή ὀ­φεί­λει νά δι­α­πο­τί­ζε­ται καί νά τρέ­φε­ται ἀ­πό τήν προ­σευ­χή καί τήν λει­τουρ­γι­κή ζω­ή. Αὐ­τό εἶ­ναι τό βα­σι­κόν, τό ἀ­πα­ραί­τη­τον τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Γι­’­αὐ­τό: Τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν.

Κυ­ρια­κή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας 2015

Μέ πα­τρι­κές εὐ­χές

Ὁ Μη­τρο­πο­λί­της

+ Ὁ Χί­ου, Ψα­ρῶν καί Οἰ­νουσ­σῶν Μᾶρ­κος
ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ