Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Μάνα , μητέρα , μανούλα , μαμά !
 
 
 
Σε κάθε μητέρα σε κάθε γωνιά του κόσμου μας
Χρόνια Πολλά !
Η Μάνα Παναγιά να σκεπάζει
τις μανούλες όλου του κόσμου !
 
Χρόνια πολλά !!!
 
 
 

Σάββατο 10 Μαΐου 2014

11 Μα­ΐ­ου 2014 - Κυ­ρια­κὴ Δ΄ τοῦ Πα­ρα­λύ­του
ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀ­ριθ­μὸς 18
Κυ­ρια­κὴ Δ΄ τοῦ Πα­ρα­λύ­του
11 Μα­ΐ­ου 2014
Ἰ­ω­άν­νου ε΄, 1-15

Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη! 

Τρι­αν­τα­ο­κτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια ὁ πα­ρά­λυ­τος τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου ἐ­τα­λαι­πω­ρεῖ­το καὶ περ­νοῦ­σε τὴν δι­κή του δο­κι­μα­σί­α. Ἴ­σως δι­ά­νυ­σε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του κά­τω ἀ­πὸ τὴ στο­ὰ τῆς θαυ­μα­τουρ­γι­κῆς κο­λυμ­βή­θρας τοῦ Σι­λω­άμ. Μά­ται­α ὅ­μως πε­ρί­με­νε ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ποὺ θὰ τὸν συμ­πο­νοῦ­σε καὶ θὰ τὸν βο­η­θοῦ­σε νὰ μπεῖ στὴν κο­λυμ­βή­θρα μό­λις θὰ τα­ρασ­σό­ταν τὸ ὕ­δωρ.

Τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­χε χά­σει κά­θε ἐλ­πί­δα ὁ πα­ρα­λυ­τι­κός τῆς πε­ρι­κο­πῆς μας, ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­πο­βαί­νει καὶ πά­λι σω­τή­ρια. Ὁ μό­νος Φι­λάν­θρω­πος, ὁ Κύ­ριος καὶ Θε­ός μας, ποὺ κα­τὰ και­ροὺς ἔ­στελ­λε ἐ­κεῖ τὸν ἄγ­γε­λό του γιὰ νὰ τα­ράσ­σει τὸ νε­ρό, ὥ­στε ὁ πρῶ­τος ποὺ θὰ ἐ­ρί­πτε­το σὲ αὐ­τὸ νὰ γί­νε­ται ἀ­μέ­σως ὑ­γι­ής, ἦλ­θε τώ­ρα ὁ ἴ­διος. Ἀ­πευ­θύ­νε­ται στὸν πα­ρά­λυ­το καὶ τοῦ λέ­ει: «Θέ­λεις ὑ­γι­ὴς γε­νέ­σθαι;» Ὁ Κύ­ριος ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τή, ὄ­χι βέ­βαι­α για­τί ἀμ­φέ­βαλ­λε γιὰ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ πα­ρα­λύ­του, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ τὸν προ­βλη­μα­τί­σει καὶ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ δι­εισ­δύ­σει βα­θύ­τε­ρα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς σω­τη­ρί­ας του. Ὁ πα­ρά­λυ­τος δὲν ἀ­πήν­τη­σε εὐ­θέ­ως στὴν ἐ­ρώ­τη­ση, ἀλ­λὰ ἐμ­μέ­σως ἐ­ξέ­φρα­σε καὶ τὸ πα­ρά­πο­νο ποὺ τὸν δι­α­κα­τεῖ­χε: «Κύ­ρι­ε, ἄν­θρω­πον οὐκ ἔ­χω, ἵ­να ὅ­ταν τα­ρα­χθῇ τὸ ὕ­δωρ, βά­λῃ μὲ εἰς τὴν κο­λυμ­βή­θραν, ἐ­ν ᾧ δὲ ἔρ­χο­μαι ἐ­γὼ, ἄλ­λος πρὸ ἐ­μοῦ κα­τα­βαί­νει». Ὁ Κύ­ριος ἔ­δω­σε ἀ­μέ­σως τὴν ὑ­γεί­α στὸν πα­ρα­λυ­τι­κὸ καὶ τοῦ συ­νέ­στη­σε νὰ πά­ρει στὸν ὦ­μο του τὸ κρε­βά­τι του καὶ νὰ περ­πα­τᾶ πλέ­ον ὑ­γι­ής. «Έ­γει­ρε, ἄ­ρον τὸν κρά­βα­τόν σου καὶ πε­ρι­πά­τει». Τὸ θαῦ­μα εἶ­χε γί­νει. Ὁ μέ­χρι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ πα­ρά­λυ­τος ἔ­γι­νε ὑ­γι­ής. Πῆ­ρε στὸν ὦ­μο του τὸ κρε­βά­τι πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο τό­σα χρό­νια ἦ­ταν κα­τά­κει­τος.

Τὸ πα­ρά­πο­νο τοῦ πα­ρα­λυ­τι­κοῦ ποὺ με­τα­φρά­ζε­ται στὸ «ἄν­θρω­πον οὐκ ἔ­χω», μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται καὶ σή­με­ρα. Αὐ­τὸ δη­μι­ουρ­γεῖ καὶ τὸ δι­κό μας χρέ­ος καὶ τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ συμ­πα­ρα­στε­κό­μα­στε μὲ κά­θε τρό­πο καὶ νὰ ἐκ­φρά­ζο­με τὴν ἐν Χρι­στῷ ἀ­γά­πη μας σὲ κά­θε πο­νε­μέ­νο συ­νάν­θρω­πό μας. Ὁ πό­νος καὶ ἡ θλί­ψη ἀλ­λὰ καὶ ἡ κά­θε δο­κι­μα­σί­α πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στὴ ζω­ή μας καὶ λει­τουρ­γοῦν ὡς πρό­κλη­ση γιὰ νὰ στε­κό­μα­στε δί­πλα ἀ­πὸ τὸν κά­θε συ­νάν­θρω­πο ποὺ μᾶς ἔ­χει ἀ­νάγ­κη. Ἀ­κό­μα, σή­με­ρα ὑ­πάρ­χουν πά­ρα πολ­λοὶ «πα­ρα­λυ­τι­κοὶ» ποὺ δὲν χρει­ά­ζον­ται μό­νο ὑ­λι­κὴ ἢ σω­μα­τι­κὴ βο­ή­θεια ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως πνευ­μα­τι­κή. Ἄλ­λω­στε ἡ θε­ρα­πεί­α ποὺ πρό­σφε­ρε ὁ Χρι­στὸς μὲ τὰ δι­ά­φο­ρα θαύ­μα­τα ποὺ ἐ­πι­τε­λοῦ­σε δὲν ἀ­φο­ροῦ­σε μό­νο τὸ σῶ­μα ἀλ­λὰ καὶ τὴν ψυ­χή, τὴν ἀ­παλ­λα­γὴ δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὶς συ­νέ­πει­ές της. Στὴν ἐ­πο­χὴ μας ἰ­δι­αί­τε­ρα, ποὺ δι­α­πι­στώ­νου­με νὰ ὑ­πάρ­χει μί­α πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­γο­νί­α καὶ ἐ­ρη­μί­α, σ’ ἕ­ναν κό­σμο φο­βε­ρὰ χρε­ω­κο­πη­μέ­νο σὲ ἀ­ρε­τὲς καὶ ἀ­ξί­ες, ἀ­νοί­γει μπρο­στὰ μας ὁ δρό­μος γιὰ νὰ βο­η­θή­σου­με συ­να­θρώ­πους μας ποὺ βρί­σκον­ται βυ­θι­σμέ­νοι στὸ σκο­τά­δι τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ὥ­στε νὰ βροῦν τὸν δρό­μο τους καὶ νὰ φθά­σουν κον­τὰ στὸ Χρι­στό. Τὸν Μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς θε­ρα­πεύ­σει ἀ­πὸ κά­θε ἀ­σθέ­νεια ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ κά­θε μορ­φὴ κα­κοῦ. Νὰ τοὺς βο­η­θή­σου­με νὰ ἐν­τα­χθοῦν στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ νὰ γί­νουν ζων­τα­νὰ μέ­λῃ τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, ὥ­στε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ Μυ­στή­ρια νὰ βι­ώ­νουν τὴ Χά­ρη Του.

Ἀ­γα­πη­τοὶ μου ἀ­δελ­φοί, τὸ πα­ρά­πο­νο τοῦ πα­ρα­λυ­τι­κοῦ «ἄν­θρω­πον οὐκ ἔ­χω», ἀ­πο­τυ­πώ­νει μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ τό­σο ζων­τα­νὰ βι­ώ­νου­με καὶ στὴ δι­κή μας ἐ­πο­χή. Ἂς πλη­σι­ά­σου­με λοι­πὸν τὸν κά­θε συ­νάν­θρω­πό μας ποὺ θὰ πρέ­πει νὰ βλέ­που­με στὸ πρό­σω­πό του τὴν εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ καὶ νὰ γί­νο­με πλη­σί­ον του σύμ­φω­να μὲ τὴ γνω­στὴ πα­ρα­βο­λὴ τοῦ Κα­λοῦ Σα­μα­ρεί­τη. Μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο μέ­σα ἀ­πὸ μί­α κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης μπο­ροῦ­με νὰ ἐ­να­πο­θέ­του­με ὁ­λό­κλη­ρο τὸν ἑ­αυ­τό μας μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν ἀ­γά­πη τοῦ Κυ­ρί­ου μας, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ὁ μό­νος ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς θε­ρα­πεύ­ει καὶ σω­μα­τι­κὰ καὶ ψυ­χι­κά. Ἀ­μήν.
ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Παναγία Ρόδο το Αμάραντο

Η ιερά εικόνα της Παναγίας του Αμαράντου Ρόδου τιμάται στη Μόσχα, στο Βορονέζ και σε άλλες πόλεις της Ρωσίας, όπου φυλάσσονται αντίγραφα αυτής. Στην εικόνα η Υπεραγία Θεοτόκος κρατά το Θείο Βρέφος στο δεξί της χέρι και στο αριστερό της χέρι υπάρχει ένα μπουκέτο από κρίνους. Αυτό το μπουκέτο συμβολικά δηλώνει το αμάραντο άνθος της παρθενίας της Αειπαρθένου.

Κυριακή 4 Μαΐου 2014


π. Αλέξανδρου Σμέμαν: Κυριακή των Μυροφόρων

Από το βιβλίο
π.Αλέξανδρος Σμέμαν
«Εορτολόγιο- Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος»
Εκδ. Ακρίτας

Ακούγοντας τη διήγηση για τη σταύρωση και το θάνατο του Χριστού, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, με εντυπωσιάζει συνεχώς μια λεπτομέρεια της ιστορίας: η μέχρι τέλους αφοσίωση μιας χούφτας ανθρώπων, κυρίως γυναικών, για τις οποίες το ευαγγέλιο δεν λέει σχεδόν τίποτε άλλο.Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως οι μαθητές του Χριστού, όλοι τους, έφυγαν και τον άφησαν μόνο. Ο Πέτρος Τον αρνήθηκε τρεις φορές. Ο Ιούδας Τον πρόδωσε. Τα πλήθη ακολουθούσαν το Χριστό ενώ κήρυττε, και όλοι περίμεναν να πάρουν κάτι απ’ Αυτόν: προσδοκούσαν βοήθεια, θαύματα και θεραπείες, περίμεναν την απελευθέρωσή τους από τη μισητή Ρωμαϊκή κατοχή, περίμεναν απ’ Αυτόν να ασχοληθεί με τις επίγειες μέριμνές τους. [...]
Δεν είναι δε το οδυνηρότερο μέρος αυτών των τελευταίων ημερών η προδοσία των στενών φίλων και μαθητών, στους οποίους ο Χριστός είχε αληθινά και ολοκληρωτικά δοθεί; Στον κήπο της Γεσθημανή, ακόμη και οι τρεις στενότεροι μαθητές Του δεν άντεξαν, αλλά αποκοιμήθηκαν ενώ ο Χριστός βρισκόταν στην τελική αγωνία, με τον ιδρώτα Του «ωσεί θρόμβοι αίματος» και προετοιμαζόταν για ένα φοβερό θάνατο. Γνωρίζουμε πως ακόμη κι ο Πέτρος, που τόσο ηχηρά είχε υποσχεθεί να πεθάνει για το Χριστό, κλονίστηκε την τελευταία στιγμή και Τον αρνήθηκε, Τον απέρριψε και Τον πρόδωσε. Και «τότε», γράφει ο ευαγγελιστής, «οι μαθηταί πάντες αφέντες αυτόν έφυγον» (Ματθ. 26, 56).
Όχι όμως όλοι, όπως αποδείχθηκε. Ο Σταυρός έφερε την ώρα της απλής ανθρώπινης αφοσίωσης και αγάπης. Αυτοί που την ώρα της «επιτυχίας» φαίνονταν τόσο απόμακροι, που δεν τους βρίσκουμε σχεδόν ποτέ στις σελίδες των ευαγγελίων, στους οποίους ο Χριστός ποτέ δεν προανήγγειλε την ανάστασή Του, και για τους οποίους τα πάντα τέλειωσαν και χάθηκαν τη νύχτα του Σταυρού, αυτοί ήταν παρέμειναν στο Σταυρό με ακλόνητη ανθρώπινη αγάπη. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει, «εισήκεισαν δε παρά τω σταυρώ του Ιησού η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή» (Ιωάν. 19, 25). Αργότερα, μετά το θάνατο του Ιησού, Οψίας δε γενομένης ήλθεν άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας, τούνομα Ιωσήφ, ος και αυτός εμαθήτευσε τω Ιησού, ούτος προσελθών τω Πιλάτω ηττήσατο το σώμα του Ιησού, τότε ο Πιλάτος εκέλευσεν αποδοθήναι το σώμα, και λαβών το σώμα ο Ιωσήφ ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά, και έθηκεν αυτό εν τω καινώ αυτού μνημείω ο ελατόμησεν εν τη πέτρα, και προσκυλίσας λίθον μέγαν τη θύρα του μνημείου απήλθεν. (Ματθ. 27, 57- 60).

Κυριακή των Μυροφόρων ήτοι ή γ΄από του πάσχα



Mετά από κάθε μεγάλη εορτή η Εκκλησία μας συνηθίζει να μας καλεί σε εορταστική σύναξη για να τιμήσουμε τους δευτεραγωνιστές του δράματος και του ιερού γεγονότος πού πανηγυρίσαμε. Έτσι μετά το Πάθος και την τριήμερον έγερσιν και την μνήμη της ψηλάφησης του Θωμά, η Εκκλησία προβάλει κάποια ηρωϊκά και αξιομίμητα πρόσωπα πού έλαβαν συμμετοχή στα Πάθη και έγιναν μάρτυρες της ανάστασης του Χριστού: Τους δύο ιουδαίους άρχοντες Ιωσήφ, ηγεμόνα της Αριμαθαίας και τον νομοδιδάσκαλο Νικόδημο και αυτές τις Μυροφόρες Γυναίκες πού ακολούθησαν τον Χριστό στον Γολγοθά και τον Τάφο και αξιώθηκαν να γίνουν μάρτυρες της Αναστάσεως, ότι ηγάπησαν πολύ.

Ο Ιωσήφ ο ευσχήμων και δίκαιος, είναι ένα πρόσωπο, πού εμφανίζεται στα ευαγγέλια αμέσως την ημέρα του Πάθους και μετά τον θάνατο του Χριστού. Αιτεί το σώμα από τον Πιλάτο και θάβει τον διδάσκαλο του, σε καινό μνημείο πού προετοίμαζε για τον εαυτό του. Πληροφορούμαστε επίσης πώς ήταν επίσημο πρόσωπο και πώς περίμενε και αυτός την βασιλεία του Θεού, πράγμα πού μπορεί να σημαίνει πώς ήταν ένας κρυφός μαθητής του Χριστού, διά τον φόβο των Ιουδαίων ή ένας πολύ ευλαβής και ευσεβής άνθρωπος. Ο Νικόδημος είναι αυτός ο νυχτερινός μαθητής του Ιησού με τον οποίο διαλέχτηκε κάποτε σε υψηλό θεολογικό επίπεδο και πού προσπάθησε εις μάτην να υποστηρίξει τον Χριστό ενώπιον του συνεδρίου. Αυτός έφερε μια τεράστια ποσότητα μύρων στην ταφή του Χριστού για να τιμήσει τον διδάσκαλο Του.Και οι δύο ήταν άνθρωποι της εξουσίας και με υπόληψη ενώπιον των ιουδαϊκών και ρωμαϊκών αρχών.Και όμως αυτή την τους την υπόληψη και κοινωνική θέση καταφέρνουν από την αγάπη την πολλή ή από την καρδιακή τους εντιμότητα και με γενναιότητα ψυχής να μην την υπολογίσουν. Ενώ ακόμα ο όχλος μαίνεται και οι άρχοντες της αμαρτίας επικρατούν και ο Ιησούς φαίνεται ότι νικάται και εξουθενώνεται και μαθητές και απόστολοι διασκορπίζονται και κρύβονται, τα δυο αυτά ιερά πρόσωπα δείχνουν γενναιότητα και αυτοθυσία. Περιστοιχίζουν τον ηττημένο και αποσυνάγωγο και εβδελυγμένον θεωρούμενον ως νεκρόν, ον απεδοκίμασαν οι θρησκευτικοί άρχοντες του λαού τους και τον θάβουν επιμελώς και τιμητικά με βασιλικές τιμές.
Ζούμε σε μια εποχή πού η εξουσία ταυτίζεται άμεσα με την πνευματική και υλική διαφθορά και η διαφθορά αυτή διαχέεται ως ατομισμός και δίψα για διάκριση, επιβίωση, αυτοπροβολή, συντήρηση του ειδώλου( Image) και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Όποιος δεν βαδίζει με τον συρμό και πολύ περισσότερο όποιος δεν αγωνίζεται να επιβληθεί εξουσιαστικά στο κοινωνικό στερέωμα όχι μόνο καταποντίζεται αλλά και αναγνωρίζεται ως περιθωριακός και μηδαμινός.Η στάση των ευσχημόνων ανδρών δεν είναι προκλητική μόνον για την εποχή τους. Είναι εκτός έθους και στην σημερινή ανταγωνιστική και απόλυτα εικονολατρική εποχή. Είναι πολύ γενναίο να πηγαίνεις ενάντια στο ρεύμα και στις κοινωνικές αρχές και συμβάσεις, είναι ανοίκειο να επιβάλεις εσύ το πρέπον επειδή υπάρχει προσωπική ηθική συνείδηση, γιατί η συνείδηση των πολλών είναι η μεγέθυνση της ατομικότητας τους. Ιερό είναι το επιβαλλόμενο και ό,τι επικρατεί. Λοιπόν, οι ευσεβείς είναι ασεβείς για τον κόσμο και οι φειλεύσπλαχνοι μαίνονται, άρα και οι έντιμοι είναι επικίνδυνοι και κάθε αλτρουισμος τρέφει την καχυποψία.Ο νους μας δεν μπορεί να συλλάβει δύο άρχοντες να υπερβαίνουν τα νενομισμένα και να φέρονται με τέτοια ανθρώπινη τρυφερότητα και εντιμότητα σε έναν αποστάτη του γένους και της κοινωνίας. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος είναι οι ήρωες της αγάπης και της αυτοθυσίας, αυτό πού εμείς που λεγόμαστε οι πολλοί και το σύνολον έχουμε απαίτηση απο την άρχουσα τάξη να ασπαστεί και να υποδυθεί: τον ρόλο της θυσίας και της προσφοράς, το σπάσιμο κάθε αλυσίδας πού συγκρατεί την τυρανία του φόβου, της επιβολής και της διάκρισης. Η φιλευσπλαχνία και η αγάπη για την αλήθεια, την έμπρακτη αλήθεια είναι το αεί ζητούμενον.Φτάνει εμείς ως σύνολο να απεκδυθούμε την διαφθορά και την προκατάληψη και να εννοήσουμε πώς οι άρχοντες δεν είναι οι ιεροφάντες του καθεστώτος και του πρέποντος και εμείς οι ακόλουθοι τους, αλλα οι ποιητές του αυτονόητου που έρχονται και να μας εκφράσουν, αλλά και να μας διδάξουν δίνοντας το παράδειγμα της γενναίας απόφασης. Αλλιώς αποτελούμε μαζί τους ένα αξιολύπητο σύνολο.

Στεκόμαστε και στην στάση των Μυροφόρων Γυναικών για τις οποίες θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά περισσότερα.Βουβά αλλά ενεργά πρόσωπα. Στέκονται κάτω από τον Σταυρό. Παρακολουθούν το Θείο Δράμα στιγμή προς στιγμή, απόντων των φίλων και μαθητών. Συνοδεύουν τον Νεκρό ως τον Τάφο. Και πάλι αγνοώντας την δύναμη και την βαναυσότητα της φρουράς, επειδή η τεράστια αγάπη νικάει τον φόβο, τρέχουν μέσα στην νύχτα στον τάφο για να μυρίσουν τον νεκρό.Η διήγηση των ευαγγελίων είναι πολύ συγκινητική. Στα τόσα τρομερά γεγονότα και σημεία, στο σκοτάδι, στον σεισμό, στον θάνατο της ελπίδας, στις ραδιουργίες των αρχόντων, στο μένος και την σκληρότητα του όχλου, παρεμβάλεται μια σκηνή καθημερινή και πολύ απλή: Κάποιες γυναίκες  θρηνούν τον νεκρό, σαν οποιοδήποτε νεκρό πεφιλημένο, όπως όλες οι γυναίκες του κόσμου, όπως σε κάθε νεκρό σε κάθε τόπο και χρόνο. Τηρούν την αργία του Σαββάτου σαν κάτι το θρησκευτικό, ανθρώπινο και συνηθισμένο. Και πρωΐ της Κυριακής όπως κάθε γυναίκα πού συμπονά, αγαπά και φροντίζει, τρέχουν προς τον Τάφο για να τιμήσουν τον αγαπημένο νεκρό. Οι στρατιώτες και ο λαός αφήνουν απείραχτες και αδίωκτες αυτές τις γυναίκες. Ίσως τις θεωρούν ταπεινές και αμελητέες.Οι γυναίκες πού θρηνούν τον νεκρό τους.Και όμως αυτή η ταπείνωση και η λαθότητα ειναι μεγαλειώδεις!Αυτή η αυτονόητη, αρχέγονη, κοινή μα τόσο τεράστια αγάπη της γυναίκας, πού διακονεί, συμπονά, συμπαραστέκεται, φροντίζει, αυτή η πανανθρώπινη συνήθεια πού είναι κοινό έθος σε κάθε γυναίκα κάθε λαού και κάθε εποχής, εξαγιάζεται και ανταμοίβεται. Η αγάπη πάντα νικά και ανταμείβεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Όμώς η αγάπη της γυναίκας ήρθε η ώρα να τελειωθεί και να λάβει ολοκλήρωση: Το ευαγγέλιο της Ανάστασης, η συνάντηση με τον Αναστημένο, το Χαίρετε, η ανταμοιβή να λάβουν το ρόλο των πρώτων ευαγγελιστών όλων των εποχών. Η αγάπη, η ανόθευτη αγάπη επιτέλους παίρνει το πρώτο βραβείο. Όποιος αγαπά απλοϊκά και αυτονόητα, αγαπάται από τον Χριστό και πλείονα χάριν κομίζει, την χάρη της αναστάσιμης χαράς και ειρήνης.

Με το παράδειγμα των δύο ανδρών και την ανταμοιβή των μυροφόρων, ας ασκήσουμε την απόλυτη αγάπη και αφοσίωση και μείς στον Νυμφίο και Διδάσκαλο της Εκκλησίας και να αξιωθούμε της πασχάλιας χαράς και ειρήνης στους αιώνες.Χριστός Ανέστη!



σαββατον 18-5-2013 ππκρ.


Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

+ πατήρ Γεώργιος Εμμ. Τζιώτης
Του Παύλου Καλογεράκη

Ο πρωτοπρεσβύτερος πατέρας Γεώργιος Εμμ. Τζιώτης πρεσβεύει πλέον υπέρ του ποιμνίου του πλησίον του Θεού και Κυρίου του, τον οποίον τόσο πολύ αγάπησε και υπηρέτησε κατά την επίγεια ζωή του.

Για τον παπά Γιώργη, χωρίς να είμαι προφανώς ο ειδικότερος, θέλω να καταγράψω δυο λόγια εκτίμησης και αληθείας.

Στα Δημοτικά Σχολεία που υπηρέτησε, όλοι μαρτυρούν ότι το εκπαιδευτικό του έργο ήταν ταυτόχρονα βαθύτατα παιδαγωγικό και γνωσιολογικό. Πολύ αγαπητός στους συναδέλφους του και ανεπανάληπτος για τους μαθητές του, οι οποίοι σε κάθε ευκαιρία αναφερόταν και αναφέρονται με πολύ συγκίνηση για το υπέροχο, κατανοητό και ευχάριστο μάθημά του.

Ο εφημέριος παπά Γιώργης από τα ξημερώματα- κυριολεκτικώς – στο πόδι. Όχι μόνο για τις λειτουργίες και τις ακολουθίες, αλλά και για χίλια δυο άλλα καθήκοντα. Για τους ανήμπορους και τους εμπερίστατους. Για τους νέους με τις ομάδες αγάπης και τα κατηχητικά. Για τους ενήλικες με τους κύκλους μελέτης. Για τους ηλικιωμένους με την οικονομική και ηθική του στήριξη. Πάρα πολλά έπραττε, λίγα μαθαίναμε χρονικώς καθυστερημένα, και αυτά «εκ παραδρομής».

Για τον ναό του Αγίου Ιακώβου ήταν και μάστορας και φροντιστής και καθαριστής και επιστάτης. Ήταν, ξεκάθαρα, το σπίτι του. Ήταν η συνεχής φροντίδα του, η έγνοια του. Η συνεργασία του με όλους τους κατά καιρούς επιτρόπους ήταν όχι απλώς δημιουργική αλλά και διδακτικά αποτελεσματική. Ο Άγιος Ιάκωβος έγινε ο ιδιαίτερα αγαπητός ναός του κέντρου της πόλεως Χίου για πολλούς συμπολίτες μας.

Για τον ιερέα πατέρα Γεώργιο Τζιώτη μιλά το αθρόο εκκλησίασμα Κυριακών, εορτών και ιερών ακολουθιών. Η ουράνια προσήλωση στην τέλεση της κάθε λειτουργίας ή ακολουθίας, με την γίηνη απλότητα ανθρώπινης αγάπης, πλαισιωμένη από τους υπέροχους καλλίφωνους ψάλτες του ναού, καλλίφωνος και ο ίδιος, προσέδιδε πλήρη ιερότητα στην κάθε στιγμή.

Ας είναι η μνήμη του αιώνια
ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ
Ἡ Ὁσία Ματρώνα ἐκ Ρωσίας

Ἡ Ὁσία Ματρώνα γεννήθηκε τὸ 1881 στὸ χωριὸ Σέμπινο Ἐπιφανίσκαγια τοῦ νομοῦ τῆς Τούλα, ποὺ σήμερα ὀνομάζεται Κιμόφσκι, ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, τὸν Δημήτριο καὶ τὴ Ναταλία.

Ἡ Ὁσία εἶχε ἀκόμη τρία ἀδέλφια, τὸν Ἰβὰν, τὸν Μιχαὴλ καὶ τὴν Μαρία. Οἱ γονεῖς της, ἐπειδὴ ἦταν φτωχοί, σκέφθηκαν νὰ δώσουν τὸ παιδὶ ποὺ περίμεναν στὸ ὀρφανοτροφεῖο τοῦ Γκολίτσιν.

Ὅμως ἡ μητέρα τῆς Ματρώνας εἶδε, πρὶν τὴν γέννησή της στὸ ὄνειρό της ὅτι ἦλθε καὶ κάθισε πάνω στὸ δεξί της χέρι ἕνα πουλὶ μὲ ἀνθρώπινη μορφὴ ἀλλὰ χωρὶς μάτια. Τότε θεώρησε τὸ ὄνειρό της ὡς σημεῖο πρὸς τὸν Θεό, ὅτι τὸ παιδὶ ποὺ θὰ φέρει στὸν κόσμο θὰ εἶναι σκεῦος ἐκλογῆς καὶ ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ μὴν τὸ δώσουν στὸ ὀρφανοτροφεῖο.
Ἡ Ὁσία γεννήθηκε τυφλή. Στὴ βάπτισή της, ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸν ἱερέα Βασίλειο, εὐλαβὴ καὶ προορατικό, σχηματίσθηκε πάνω ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα ἕνα ἀνάλαφρο σύννεφο ποὺ ἀνέδιδε εὐωδία. Ἦταν καὶ αὐτὸ σημεῖο ποὺ φανέρωνε τὴν πνευματικὴ πρόοδο ποὺ θὰ εἶχε ἡ Ἁγία.

Τὸ μόνο μέρος ποὺ πήγαινε συνέχεια, ἐπειδὴ ἦταν τυφλή, ἦταν ἡ ἐκκλησία. Ὅταν ἡ μητέρα της δὲν τὴν εὕρισκε στὸ σπίτι, ἤξερε ὅτι ἡ Ματρώνα ἦταν στὴν ἐκκλησία. Ἀπὸ τὴν παιδική της ἡλικία ἀκόμη, τῆς εἶχε δοθεῖ τὸ προορατικὸ καὶ διορατικὸ χάρισμα. Γνώριζε τὶς ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων, τὰ προβλήματά τους, τὶς ἀστοχίες τους καὶ ἔτσι τοὺς προειδοποιοῦσε καὶ τοὺς συμβούλευε.

Ἡ Ὁσία ἐπισκέφθηκε πολλὰ προσκυνήματα τῆς Ρωσίας. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ προσκυνήματά της βρέθηκε μπροστὰ στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κροστάνδης, ποὺ τότε ζοῦσε ἀκόμα. Χωρὶς νὰ δεῖ τὴν Ὁσία, εἶπε νὰ ἀνοίξουν χῶρο καὶ φώναζε: «Ματρώνα, ἔλα ἐδῶ», χωρὶς νὰ τὴν γνωρίζει. Καὶ συνέχισε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης: «Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ διάδοχός μου. Αὐτὴ εἶναι ὁ ὄγδοος στῦλος τῆς Ρωσίας». Ἡ Ἁγία ἦταν τότε δεκατεσσάρων ἐτῶν.

Σὲ ἡλικία δεκαεπτὰ ἐτῶν ἡ Ματρώνα ὄχι μόνο δὲν ἔβλεπε, ἀλλὰ σταμάτησε καὶ νὰ περπατάει. Ἔζησε ἔτσι παράλυτη πενήντα χρόνια. Παρόλα αὐτά, ποτὲ δὲν παραπονέθηκε καὶ ἔλεγε ὅτι εἶναι πνευματικὴ ἡ αἰτία γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ τῆς συνέβαιναν καὶ μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει τὶς αἰτίες. Ἔλεγε σὲ ἐκείνους ποὺ τὴν ἐπισκέπτονταν:

«Θὰ ἔλθει ὁ καιρὸς ποὺ θὰ σᾶς βάλουν μπροστά σας ψωμὶ καὶ σταυρό, γιὰ νὰ διαλέξετε. Θὰ περάσουμε δύσκολους καιροὺς καὶ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ διαλέξουμε τὸν σταυρό».

Τὸν κόσμο ποὺ τὴν ἐπισκεπτόταν τὸν εὐλογοῦσε, ἔβαζε τὰ χέρια της πάνω στὴν κεφαλή τους καὶ τοὺς διάβαζε προσευχές. Στὸ μέτωπό της, ἀπὸ τοὺς πολλοὺς σταυροὺς ποὺ ἔκανε, σχηματίσθηκε λακουβίτσα. Ὁ Θεὸς τὴν ἀξίωσε καὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας καὶ ἔτσι πολλοὺς θεράπευσε καὶ ὠφέλησε πνευματικά.

Ὁ Ἅγιος Θεὸς τῆς ἀποκάλυψε πὼς πλησίαζε ἡ ἡμέρα τῆς ἐξόδου της ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο. Τρεῖς ἡμέρες πρὶν τὴν κοίμησή της, ἔδωσε ὁδηγίες γιὰ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία της καὶ τὸν ἐνταφιασμό της.

Ἡ Ὁσία Ματρώνα κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1952 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ κοιμητήριο τῆς μονῆς τοῦ Δανιήλ.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α΄. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἀδιάσειστον στύλον Ρωσίας ὄγδοον, τήν στερουμένην ὀμμάτων ἐκ γενετῆς, εὐλαβῶς ἀνυμνήσωμεν Ματρώναν τήν ἀοίδιμον, ὡς σκεῦος θείων δωρεῶν καί ἀγάπης ἀκραιφνοῦς  πρός πάντας ἐμπεριστάτους βοῶντες σκέδασον ζόφον παθῶν ἠμῶν φωτί Σῆς χάριτος.

Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου
Τήν δυναμένην τοῦ Πνεύματος χάριτι προβλέπειν πάντα ἐσόμενα μέλψωμεν, Ματρώναν, Ρωσίας ἀγλαϊσμα ὡς γυναικών θεαυγῶν ἰσοστάσιον καί κόσμου μεσίτριαν ἔνθερμον.

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ www.agios.dimitrios.kouvaras.blogspot.gom