Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Ἀνάλυση τῆς θεολογίας τῆς εἰκόνας τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου


π. Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος

Σήμερα θ’ ἀναλύσουμε τὴν εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου. Τὰ γεγονότα εἰκονίζονται ὅπως περιγράφονται μέσα στὸ Εὐαγγέλιο. Ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ὡς ἐναρκτήριο ἔργο - πράξη τοῦ Χριστοῦ - πρὶν ἀπὸ τὸ δημόσιο ἔργο Του. Ὁ Χριστὸς βαπτίζεται δημόσια. Ὁ Χριστὸς δὲν χρειαζόταν νὰ βαπτιστεῖ.

Ἡ βάπτιση ἔχει δύο λόγους θεολογικά. Δύο αἰτίες.

Πρώτον, ἡ ἀπαλοιφὴ τῶν μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς βαπτίσεως ἐκτελεσθέντων ἁμαρτημάτων. Καὶ δεύτερον, ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος.

Δύο πράγματα κάνει ἡ βάπτιση. Ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔκανες, καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Γιὰ τὶς μὲν ἁμαρτίες, μπορεῖτε νὰ πεῖτε ὅτι ἕνα μωρό, δὲν ἔκανε ἁμαρτία. Δὲν τὸ ξέρω ἂν ἔκανε ἢ ὄχι. Μπορεῖ καὶ ἕνα κλάμα τοῦ παιδιοῦ νὰ εἶναι ἐγωιστικό. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὶς συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Προσέξτε. Εἶναι πῶς τὸ βλέπεις αὐτὸ τὸ θέμα. Κανεὶς δὲν εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὕας. Δὲ φταῖμε ἐμεῖς. Τότε θὰ πεῖτε γιατί νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ ἕνα πράγμα ποὺ δὲν κάναμε. Προσέξτε. Ἂν ἐγὼ τώρα ἀνεύθυνος ὅν, πετάξω σὲ αὐτὸ τὸ δωμάτιο ἕνα ἀέριο δηλητηριῶδες καὶ ἐσεῖς ἀρρωστήσετε στοὺς πνεύμονες. Δὲ φταῖτε ἐσεῖς, ἀλλὰ ἡ δική μου τρέλλα τὸ ἔκανε.

Ἄρα κάποιος θὰ πρέπει νὰ σᾶς προστατέψει ἀπὸ τὶς συνέπειες τοῦ -προπατορικοῦ- λάθους ποὺ ἔκανα, πρὶν νὰ τὸ σκεφτεῖτε ἐσεῖς, ποὺ ἦταν ἡ ἔκχυση τοῦ ἀερίου σὲ αὐτὸ τὸ δωμάτιο. Ἡ προπατορικὴ ἁμαρτία, δὲν ἦταν προσωπικὸ θέμα ποὺ ἔκανε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὕα. Ἦταν ἡ ἁμαρτία ποὺ τάραξε τὰ πάντα. Ὅλη τὴν κτίση. Ἀκόμη καὶ τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴ φύση, μὲ τὰ ζῶα, μὲ τὰ πάντα. Καὶ ὅλα διαταράχθηκαν. Καὶ παρόλο ποὺ ὅσοι γεννιόμαστε, γεννιόμαστε ὡς ἀνεύθυνοι [ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα], γεννιόμαστε ὅμως σὲ μιὰ ταραγμένη ἁμαρτωλὴ ἀτμόσφαιρα.

Καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀκριβῶς προσπαθεῖ, ὅπως ἐσὺ προσπαθεῖς νὰ περισώσεις ἕνα παιδί, τὸ ὁποῖο χωρὶς νὰ φταίει βρίσκεται σὲ μιὰ μολυσμένη ἀτμόσφαιρα καὶ θέλεις νὰ τὸ προστατεύσεις, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία θέλει νὰ ἀπαλλάξει καὶ νὰ προστατέψει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὶς συνέπειες τοῦ ὑπάρχοντος προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Δὲν εἶναι δηλαδὴ μιὰ λογική του τί ἔκανα, ἢ δὲν ἔκανα ἐγώ. Γι’ αὐτὸ βλέπετε τὰ παιδιὰ μᾶς τὰ βαπτίζουμε μικρά, ἀκριβῶς γιὰ νὰ τὰ προστατεύσουμε ἀπὸ τὶς συνέπειες αὐτές. Γιατί ὡς ἀβάπτιστα ὄντα, θὰ μετέχουν σὲ ἕνα κόσμο ταραγμένο. Καὶ εἶναι σὰν νὰ εἶσαι σὲ ἕνα χῶρο, ὅπου το παιδί σου ἀρρωσταίνει καὶ τοῦ λὲς πὼς πρέπει νὰ γίνει δεκαπέντε χρονῶν γιὰ νὰ διαλέξει ἂν θέλει νὰ γιατρευτεῖ ἢ ὄχι. Μά, τότε θὰ εἶναι πολὺ ἀργά. Καὶ τόσα γεγονότα ποῦ κάνουμε στὴ ζωή μας;

Γιὰ παράδειγμα, τὸ παιδί μας ποὺ τοῦ δίνουμε γάλα νὰ πιεῖ καὶ τοῦ δίνουμε ροῦχα νὰ βάλει καὶ τὸ πᾶμε σχολεῖο. Τὸ ρωτᾶμε; Δὲν τὸ ρωτᾶμε. Ἔχει τὴν ἐπιλογὴ μετὰ ὅταν ἀποκτήσει τὴν ἔλλογο σκέψη, νὰ πεῖ δὲν θέλω. Καὶ ἡ δική του ἐλευθερία εἶναι ἂν ἔχει βαπτιστεῖ νὰ πεῖ, ἐγὼ δὲ θέλω νὰ εἶμαι χριστιανός. Αὐτὸ εἶναι μιὰ δική του προσωπικὴ ἐλευθερία. Δὲν τὸ δεσμεύει τὸ βάπτισμα στὴν προσωπική του ἐλευθερία. Λοιπόν, τὰ λέω ὅλα αὐτὰ γιὰ νὰ γνωρίζετε τὴ θεολογία τοῦ βαπτίσματος.

Ὁ Χριστὸς ὅμως βαπτίστηκε χωρὶς νὰ ὑπάρχει καμιὰ ἀπὸ τὶς δύο ἐκδηλώσεις. Οὔτε ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ὑπῆρχε, οὔτε ἡ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας τῆς δικῆς Του ὑπῆρχε. Ἦταν ἀναμάρτητος. Τὸ κάνει ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ συγκαταβεῖ σὲ ὅλα τα ἀνθρώπινα καὶ νὰ δείξει τί πρέπει νὰ κάνουμε ἐμεῖς. Χωρὶς νὰ χρειάζεται [νὰ βαπτιστεῖ], βαπτίστηκε. Γιὰ αὐτὸ διερωτήθηκε καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καὶ τοῦ λέει: «Μά, ἐσένα θὰ βαπτίσω;» Καὶ Τοῦ ἁπαντὰ ὁ Χριστός: «Ἅφες ἄρτι». «Ἄστο τώρα. Ἀλλιῶς πρέπει νὰ γίνουν τὰ πράγματα. Πρέπει νὰ πληρώσουμε πάσαν δικαιοσύνην», τοῦ λέει ὁ Χριστὸς (Ματθ. κέφ. 3, στίχ. 15). Ποῦ «πάσαν δικαιοσύνην» σημαίνει: πάσαν ταπείνωση. Δικαιοσύνη γιὰ ἐμᾶς δὲν εἶναι νὰ ζητήσουμε δικαιοσύνη. Ἐμεῖς βάζουμε δικαιοσύνη στὸν κόσμο. Καὶ ἡ ἄκρα δικαιοσύνη εἶναι ἡ ἄκρα ταπείνωση ποὺ κάνει ἕνας ἄνθρωπος. Δίκαιος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ταπεινός. Ὄχι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ζητάει νὰ τὸν δικαιώσουν.

Ἔχουμε λοιπὸν τὴν εἰκόνα τῆς βαπτίσεως, ὅπου ἔχουμε φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδας. Μέσα στὸ ὕδωρ φυσικὰ βρίσκεται ὁ Χριστός. Ἔχουμε τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἔρχεται ὡσεὶ περιστερά. Καὶ ἀπὸ πάνω, ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Πατρός. Τὸν Πατέρα ποτὲ δὲν τὸν ἁγιογραφοῦμε. Ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Πατρός. Ἄρα ἔχουμε φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδας.

Σᾶς τονίζω κάτι ποὺ ἔχω πεῖ καὶ ἄλλη φορᾶ. Τὸ Ἅγιό το Πνεῦμα εἶναι, «ὡσεὶ περιστερά». Προσέξτε. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ὡσεὶ ἄνθρωπος, εἶναι ὄντως ἄνθρωπος. Ἄλλη ἔννοια ἔχει το «σάν», καὶ ἄλλη το «ὡς». Λειτουργῶ ὡς γιατρός, ἂν εἶμαι γιατρός. Λειτουργῶ σὰν γιατρός, σημαίνει ὅτι μιμοῦμε ἕνα γιατρό. Τὸ Εὐαγγέλιο λέει, «ὡσεὶ» περιστερὰ (Ματθ. κέφ. 3, στίχ. 16). Δὲ σημαίνει ὅτι σαρκώθηκε, «περιστεροποιήθηκε» τὸ Ἅγιό το Πνεῦμα μέσα στὸ περιστέρι. Ἐνῶ ὁ Χριστός, ἡ Θεία Φύση Τοῦ Χριστοῦ, σαρκώθηκε μέσα στὸν ἄνθρωπο. Προσέξτε αὐτὸ τὸ γεγονός. Καὶ ἔχουμε ἕνα πρόσωπο, ἐν δύο φύσεσι. (Εἰς Χριστὸν ἐν δύο φύσεσι. Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος). Ὄχι ἕνα πρόσωπο μὲ δύο φύσεις. Προσέξτε, ὄχι μὲ δύο φύσεις. Ἕνα πρόσωπο στὸ ὁποῖο μετέχουν δύο φύσεις. Μὲ ἕνα μυστικὸ τρόπο. Μετέχουν δύο φύσεις. Ἀλλὰ ἕνα πρόσωπο ὑπάρχει, στὸ ὁποῖο μετέχουν οἱ δύο φύσεις. Ὁ Χριστὸς προσλαμβάνει μέσα στὸ πρόσωπό Του, τί προσλαμβάνει; Ἡ Θεία φύση προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση γιὰ νὰ τὴ γιατρέψει. Γιὰ αὐτὸ γίνεται αὐτὴ ἡ πρόσληψη. Τὸ ἀπρόσληπτον - ὅτι δηλαδὴ δὲν προσλαμβάνεται - εἶναι καὶ ἀθεράπευτον, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Τὸ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι πάντοτε νὰ προσλαμβάνει θεραπευτικά. Τὸ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Χριστός, εἶναι ὁ σεσαρκωμένος Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τὸ ἐν πρόσωπο ἐν δύο φύσεις.

Ἔχουμε τὴ φανέρωση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἐμφανίζεται ὡσεὶ περιστερά. Καὶ ἔχουμε συμβολισμὸ αὐτῆς τῆς περιστερᾶς. Βλέπετε στὸ Νῶε, πὼς ἦρθε τὸ περιστέρι καὶ τοῦ ἔφερε τὸ μήνυμα τῆς καταλλαγῆς τῶν ὑδάτων. Ὁ συμβολισμὸς εἶναι Παλαιοδιαθηκικός.

Ὁ Χριστὸς εἰσέρχεται μέσα στὸ ὕδωρ καὶ ἁγιάζει ὅλη τὴν κτίση. Ἐδῶ ὁ Χριστὸς εἶναι γυμνός. Τελείως γυμνός. Ἀλλοῦ του βάζουνε κάποιο ροῦχο στὴ μέση. Στὴ δική μας ἁγιογραφία, δὲ φοβόμαστε, οὔτε ἔχουμε ἐνδοιασμοὺς νὰ κάνουμε τὸ γυμνό. Δὲν εἴμαστε ἠθικολόγοι σὲ αὐτὰ τὰ θέματα. Ἀλλὰ σημασία ἔχει ποιὸ γυμνὸ ζωγραφίζεις. Καὶ σὲ μιὰ πράξη ζωῆς, πῶς μπορεῖς δηλαδὴ νὰ εἶσαι γυμνὸς στὸν κόσμο; Μπορεῖ νὰ πεῖ κάποιος: «Ἐγὼ εἶμαι ἐλεύθερος. Ἐγὼ δὲν ἔχω πρόβλημα. Μπορῶ νὰ εἶμαι γυμνός». Ποιὰ εἶναι ἡ προσέγγιση τῆς Ἐκκλησίας μας; Ἡ Ἐκκλησία τί γυμνὸ ζωγραφίζει; Ζωγραφίζει τὸ ἐν ἀσκήσει γυμνό. Τὸ ἀσκητικὸ γυμνό. Βλέπετε αὐτὸ τὸ γυμνὸ δὲν προκαλεῖ. Ὅλα αὐτά, τὰ βαθιὰ βαθουλώματα ὅπως βλέπετε, ποὺ εἶναι πάνω στὸ σαρκίο τοῦ Χριστοῦ, δηλώνουν μιὰ ἀσκητικότητα. Δὲν εἶναι προκλητικὲς οἱ γραμμὲς ποὺ χαράσσει ἡ Ἐκκλησία μας. Εἶναι κατανυκτικὲς οἱ γραμμές. Τὸ γυμνὸ λοιπὸν σὲ ἐμᾶς, δὲν εἶναι ντροπή. Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὕα ἦταν γυμνοὶ καὶ «οὐκ ἠσχύνοντο». Δὲν ὑπάρχει πρόβλημα γιὰ ἐμᾶς. Ἀλλὰ τὸ ντυμένο ξεπερνιέται σὲ σχέση μὲ τὸ γυμνό, ἂν ὑπάρχει ἄσκηση. Δηλαδὴ ἂν κάποιος μου πεῖ: «Ἐγὼ θέλω νὰ εἶμαι γυμνιστής». Θὰ τοῦ πῶ: δὲν ἔχω καμμιὰ ἀντίρρηση σὰν πνευματικός. Δὲν θὰ τοῦ πῶ: α, εἶσαι γυμνιστής, εἶσαι ἁμαρτωλός. Γιατί θὰ μοῦ πεῖ, ξέρεις καὶ ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία καὶ ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος ἦταν στὴν ἔρημο γυμνοί. Βεβαίως. Νὰ κάνεις σαράντα πέντε χρόνια μετάνοια καὶ δάκρυα στὴν ἔρημο καὶ μετὰ νὰ γίνεις γυμνός. Νὰ γίνεις γυμνιστής. Δὲν ἔχω καμιὰ ἀντίρρηση. Εἶναι ἄλλη προσέγγιση. Ἄρα δὲν μαλώνω καὶ λέω, ἀαα, γυμνὸ κτλ. Νὰ κάνεις ἄσκηση σὰν τὸν ἅγιο Ὀνούφριο, νὰ εἶσαι ἀσκητικός, καὶ σὰν τὴν ἁγία Μαρία τὴν Αἰγυπτία νὰ κλάψεις κτλ. καὶ νὰ εἶσαι γυμνός, κανένα πρόβλημα δὲν ἔχω.

Αὐτὸ εἶναι μιὰ ἄλλη προσέγγιση βλέπετε. Καμιὰ φορᾶ μαλώνουμε ἠθικιστικὰ γιὰ πράγματα ποὺ ἐμεῖς τὰ προβάλλουμε. Κι ἐδῶ ὁ Χριστὸς στὴν εἰκόνα γυμνὸς ἁγιογραφεῖται.

Εἰσέρχεται ὁ Χριστὸς ἐν τῷ ὕδατι, καὶ κατὰ τὰ μέτρα τῆς δικῆς μας βαπτίσεως, ὁ βαπτιζόμενος πρέπει νὰ εἰσέλθει τρεῖς φορὲς ἐν τῷ ὕδατι. Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὑπάρχει ἡ τριτὴ κατάδυση [τρεῖς φορές], ποὺ ὑπάρχει ἡ πρόσληψη ὅλης της κτίσεως. Ἔτσι βαπτίζονται τὰ παιδιά μας. Ἡ παράδοσή μας τὸ θέλει, τὰ παιδιὰ νὰ βαπτίζονται [διὰ τριτῆς καταδύσεως]. Ὄχι νὰ βάζουμε τὸ παιδάκι στὸ νερὸ νὰ κάθεται καὶ νὰ τοῦ βρέχουμε λιγάκι τὸ κεφάλι. Τριτὴ κατάδυση δὲν ἔχουν οἱ ρωμαιοκαθολικοί. Ἐξάλλου τὸ ρωμαιοκαθολικὸ βάπτισμα εἶναι ἄκυρο. Γι’ αὐτὸ ἐμεῖς κανονικά τους ρωμαιοκαθολικοὺς πρέπει νὰ τοὺς βαπτίζουμε πάλι. Λόγω του ὅτι, τουλάχιστον, δὲν ἔχουν κανονικὸ βάπτισμα. Ἔχουν βάπτισμα διὰ ραντισμοῦ. Ἐνῶ ἡ παράδοσή μας μιλᾶ - καὶ ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε τρεῖς φορὲς στὸ ὕδωρ - διὰ τριτῆς καταδύσεως. Αὐτὰ εἶναι πολὺ συγκεκριμένα πράγματα καὶ κανεὶς δὲν πρέπει νὰ παίζει μὲ αὐτά.

Γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό, ὑπάρχει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ ὁποῖος τὸν βαπτίζει. Βάζει τὴ δεξιά του χείρα πάνω στὴν κεφαλὴ τοῦ Κυρίου καὶ τὸ ἄλλο τὸ χέρι τὸ ἔχει ἀνοιχτό, ποὺ σημαίνει ἀποδοχή, ὅτι δηλαδὴ ἀποδέχεται τὸ γεγονός. Ἀποδοχὴ γεγονότος καὶ ταυτόχρονα προσευχή. Καὶ πράξη κινήσεως ποὺ ἀκουμπάει τὸ Χριστό. Τὸ κάθε μυστήριο γίνεται διὰ ὑλικῶν μέσων. Καὶ διὰ τῆς ἁφῆς. Βλέπετε ὁ ἱερέας διαβάζει εὐχή, βάζει τὸ πετραχήλι καὶ ἀκουμπάει τὸ χέρι τοῦ πάνω στὸ κεφάλι. Ὅλα γίνονται διὰ μιᾶς σαρκικῆς προσλήψεως. Καὶ ὁ Χριστὸς ἀκουμποῦσε τὸν ἄρρωστο ὅταν τὸν ἔκανε καλά. Ὅταν τὸν ἀκούμπησε ἡ αἱμορροοῦσα εἶπε, «ὕψατό μου τὶς» (Λουκ. κέφ. 8, στίχ. 46). Κάποιος μὲ ἀκούμπησε. Ὑπάρχει δηλαδὴ καὶ μιὰ σαρκικὴ πρόσληψη ἐδῶ. Ὁ Πρόδρομος, ὅπως βλέπετε εἶναι σὲ στάση πορευομένου, ἔχει τὰ πόδια τοῦ ἀνοιχτά. Ὁ Πρόδρομος εἶναι ἀποστελλόμενος.

Ἐνῶ οἱ ἄγγελοι, σὲ αὐτὴ τὴ διακονία τους, στὴ βάπτιση εἶναι λειτουργικὰ πνεύματα. Ὄχι ἁπλῶς εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα. Εἶναι λειτουργικὰ πνεύματα. Λειτουργοῦν τὸν Χριστό. Ἔχουν τὰ πόδια κλειστά. Ὁ Πρόδρομος εἶναι ἀποστελλόμενος στὴν εἰκόνα ὅπως βλέπετε. Ὁ ἀποστελλόμενος, γι’αὐτὸ καὶ ἔχει ἀνοιχτά τα πόδια του, γιατί κινεῖται πρὸς τὸν Χριστό. Ἔχει νὰ κάνει μιὰ ὑπηρεσία, μιὰ διακονία. Κοιτάξτε καὶ τοὺς ἀγγέλους. Νὰ γνωρίζουμε τὰ βασικὰ στοιχεῖα. Βλέπουμε τὴν κορδέλα τῶν ἀγγέλων ποὺ μάθαμε τί σημαίνει. Ἀλλὰ προσέξτε, τὰ πόδια εἶναι κλειστὰ ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς λειτουργικότητας, τῆς στάσεως διακονίας ἢ λειτουργίας. Καὶ ταυτόχρονα χέρια κλεισμένα ὅπως βλέπετε. Ἂν εἶχαν κάποια διακονία νὰ κάνουν, μιὰ συγκεκριμένη ἀποστολὴ ὅπως ὁ Πρόδρομος, τὰ χέρια τους θὰ ἦταν ἀνοιχτά. Ἐδῶ τα χέρια εἶναι κλειστά. Καὶ ὅπως ἔχουμε πεῖ, αὐτὸ προσομοιάζει μὲ τὸ λειτουργικὸ ἔνδυμα ποὺ λέγεται φελόνιο. Τὸ φοράει ὁ ἱερέας τὴν ὥρα τῆς λειτουργίας καὶ καλύπτει τὰ χέρια του, γιατί δὲν κάνει δικό του ἔργο. Κάνει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ.

Στὸ κάτω μέρος τῆς εἰκόνας ὑπάρχουν δύο ἀνθρωπάκια τὰ ὁποῖα ἔχουν συμβολικὴ σημασία. Συμβολίζουν τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα. Βλέπετε στὴν Ἁγία Γραφὴ προσωποποιοῦνται καὶ τὰ ἄψυχα πράγματα. «Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω». (Ψάλμ. 113). Ἐστράφη. Σὰν νὰ ἔκανε μιὰ κίνηση ἂν εἶχε θέλημα. Αὐτὰ προσωποποιοῦνται. Παίρνουν δηλαδὴ μιὰ προσωπικότητα. Γιὰ αὐτὸ ἐδῶ ζωγραφίζουμε τὰ δυὸ βασικὰ ἐκφραστικὰ μέσα του ὕδατος, τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν στὴν Ἁγία Γραφή. Ἔχουμε τὸ χῶρο τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης καὶ τοῦ Ἰορδάνη. Τὰ δυὸ ὕδατα. Ἡ Ἐρυθρὰ θάλασσα προτυπώνει τὸν Ἰορδάνη. Καὶ παρόλο ποὺ εἶναι ἄψυχα γεγονότα, ἀλλάζει ἡ ροὴ τῶν πραγμάτων τους. Στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα σχίζεται τὸ νερὸ καὶ περνάει ὁ Μωυσῆς μὲ τοὺς Ἑβραίους. Σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἀλλάζει ἡ ροὴ τοῦ ποταμοῦ ποὺ δέχεται μέσα τὸν Χριστό.

Καὶ ὑπάρχουν τὰ βράχια. Θὰ δοῦμε πολλὲς φορὲς βράχια στὴν ἁγιογραφία μας. Ἔκφραση βράχων. Εἶναι παράξενα αὐτὰ τὰ βράχια. Ποτὲ δὲν εἶναι κάποια ὡραία βουνὰ κτλ. Εἶναι ἀνώμαλα ἢ ἀνισόπεδα σὲ σχέση μὲ τὴν ἰσορροπία τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως βλέπετε στὴν εἰκόνα, αὐτὸ ἐδῶ εἶναι ἕνα βουνό. Τὸ ὕψος τοῦ Πρόδρομου εἶναι πολὺ κοντὰ στὸ ὕψος αὐτοῦ του βουνοῦ. Ἀλλάζει βλέπεται ἡ ἰσορροπία. Ἀλλάζει καὶ ἡ προοπτική της εἰκόνας. Μᾶς ἐνδιαφέρουν τὰ πρόσωπα. Ἡ κτίσις ὑποτάσσεται στὸν Κτίσαντα. Μπορεῖ αὐτὸ τὸ βουνὸ νὰ εἶναι τὸ ὅρος Σινά, καὶ νὰ δεῖτε πάνω στὸ ὅρος Σινὰ νὰ εἶναι ὁ Μωυσῆς πιὸ ψηλὸς ἀπὸ τὸ ὅρος Σινά, ποὺ εἶναι 2.240 μέτρα. Ἀλλὰ τὰ ὅρη εἶναι ἔτσι ἐλαφρῶς κεκλιμένα (ἔχουν μιὰ κλίση πρὸς τὰ κάτω), ἔχουν κύψει δηλαδή, σὲ μιὰ στάση κατανυκτικῆς προσευχῆς. Καὶ ὅλη ἡ κτίση δηλαδὴ ὑποτάσσεται στὸ γεγονός, γι’ αὐτὸ ὅπως βλέπετε ἔχουν αὐτὴ τὴν κάμψη. Θαρρεῖς καὶ κλείνουν τὰ κεφάλια τους. Ὅπως οἱ ἄγγελοι ἐδῶ ποὺ ἔχουν κεκλιμένα τὰ κεφάλια τους.

Ἐδῶ ὑπάρχει μία «παραξενιὰ» ποὺ συναντῶ στὸν Θεοφάνη ἀπὸ τὴν Κρήτη, μερικὲς φορὲς παρουσιάζει ἕνα προφίλ. Αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ τὸ ἑρμηνεύσω γιατί τὸ κάνει. Ποτὲ δὲν δεχόμαστε τὸ προφὶλ στὶς εἰκόνες μας. Βάζει, ποὺ καὶ ποὺ ὁ Θεοφάνης κάτι τέτοια προφίλ. Γιὰ ἐμένα παραμένουν ἀνερμήνευτα. Ἕνας τόσο μεγάλος ἁγιογράφος νὰ τὸ κάνει αὐτό; Δὲν ξέρω τὸ γιατί. Ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἐντάχθηκε ἡ στάση τοῦ προφὶλ μέσα στὸ χῶρο τῆς ἁγιογραφίας μας.

Στὴν εἰκόνα ὑπάρχουν καὶ κάποια μικρὰ δεντράκια καὶ κάποιοι ἄλλοι συμβολισμοί. Ὅπως μία ἀξίνα ποὺ κεῖται ὑπὸ τῶν δέντρων. Ὅπως λέει τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, εἶναι ἡ ἀξίνα κάτω ἀπὸ τὸ δέντρο. Περιμένει πότε τὸ δέντρο θὰ μεγαλώσει. Θὰ δώσει καρπούς; Ἢ δὲν θὰ δώσει καρπούς; Ἂν δὲ δώσει καρποὺς θὰ τὸ κόψουν. Ἂν δώσει καρποὺς θὰ τὸ κρατήσουν. Ἔρχεται λοιπὸν ὁ Πρόδρομος μὲ τὴ ρομφαία τὴ δίστομη, τὸ μαχαίρι τὸ δίστομο δηλαδή, αὐτὸ τὸ ὄργανο μὲ τὸ ὁποῖο κόβεις, δηλαδὴ τὴ γλώσσα του καὶ τὸ κήρυγμά του νὰ πεῖ κάτι καὶ πρέπει νὰ ἀναμετρηθοῦμε μὲ αὐτὰ τὰ λόγια.

Αὐτὴ εἶναι πολὺ σύντομα ἡ εἰκόνα τῆς Βαπτίσεως.

Ἂν ἔχετε κάτι νὰ μὲ ρωτήσετε.

Ἐρώτηση: Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίστηκε ὡσεὶ περιστερά. Ἤτανε σὰν περιστέρι πραγματικό; Ἢ μήπως ἤτανε σὰν μιὰ ἀστραπὴ σὲ σχῆμα περιστεριοῦ;

Ἀπάντηση: Ὄχι, ἦταν σὰν κανονικὸ περιστέρι. Ὡσεὶ περιστερά. Ἀλλὰ δὲ σημαίνει ποὺ σαρκώθηκε τὸ Ἅγιό το Πνεῦμα μέσα στὸ περιστέρι. Συμβολικὰ ἐμφανίστηκε.

Ἐρώτηση: Οἱ ἄγγελοι γιατί πάντα φορᾶνε ἐνδυμασίες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης;

Ἀπάντηση: Ναί. Ἔτσι ἐμφανίζονται. Δὲν εἶναι ὑλικὸ ἔνδυμα. Οἱ Ἄγγελοι εἶναι οἱ περιβεβλημένοι μὲ τὸ φῶς… «Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Πρὸς Γαλάτας κέφ. 3, στίχ. 27). Εἶναι ἕνα ἔνδυμα φωτός. Εἶναι ἐνδεδυμένοι μὲ φῶς. Κι ἐμεῖς ἔτσι [μ’αὐτὸ τὸν τρόπο] τὸ προσεγγίζουμε.

Ἐρώτηση: Μήπως ἡ κάθε ἐποχὴ παρουσιάζει τοὺς Ἀγγέλους μὲ τὶς δικές της ἐνδυμασίες, ὅπως γιὰ παράδειγμα μὲ στολὲς ρωμαϊκές;

Ἀπάντηση: Ὄχι. Πάντα μὲ φωτεινὰ ροῦχα τοὺς ἀπεικονίζουμε. Αὐτὰ εἶναι πολὺ μεταγενέστερα καὶ εἶναι λαογραφικὲς ἀντιλήψεις οἱ ὁποῖες πέρασαν στὴν ἁγιογραφία. Εἰδικὰ στὴν τουρκοκρατία πέρασαν πάρα πολλὰ τέτοια ἀνθρωποπαθῆ στοιχεῖα. Γιὰ παράδειγμα, [ὅπως] μεγέθη στρατιωτικὰ κ.ο.κ. Αὐτὰ εἶναι λάθος. Ἐμεῖς ἀκόμη καὶ τοὺς ἁγίους μεγαλομάρτυρες Γεώργιο καὶ Δημήτριο δὲν τοὺς ἁγιογραφοῦμε μὲ μιὰ φορτωμένη στρατιωτικὴ στολή. Οὔτε τοὺς βάζουμε πάνω στὸ ἄλογο ν’ἀντιμετωπίζουν τὸν δράκο κτλ. Τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά. Εἶναι ἕνας ἅγιος ὁ ὁποῖος φοράει τὸν θώρακα τῆς πίστεως. Καὶ τὴν περικεφαλαία της ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν Θεό. Τὰ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. «Θώρακα πίστεως καὶ ἀγάπης καὶ περικεφαλαίαν ἐλπίδα σωτηρίας» (Πρὸς Θεσσαλ. Ά’, κέφ. 5, στίχ. 8). Αὐτὰ ἀπεικονίζουμε στὴν ἁγιογραφία. Δὲν εἶναι τὰ ὅπλα τοῦ στρατιώτη. Ὁ ἅγιος τα μετασχημάτισε καὶ ἀποκτάει ἔτσι ἄλλα ὅπλα. Τὰ ὅπλα τῆς πίστεως. Κι ἐμεῖς αὐτὰ ἁγιογραφοῦμε. Εἶναι λάθος ὅλα τα ἄλλα λαογραφικὰ στοιχεῖα. Καὶ δεκάδες τέτοιες παραστάσεις πέρασαν καὶ ἀπὸ μίμηση δυτικῶν εἰκόνων, ἀλλὰ κατεξοχὴν ἀπὸ λαογραφικὲς ἀντιλήψεις τὸν καιρὸ τῆς τουρκοκρατίας, ὅταν εἴχαμε τὶς παραδόσεις τῆς προσδοκίας τῆς κόκκινης μηλιᾶς καὶ ἄλλα τέτοια πράγματα.

Ἐρώτηση: Ὑπῆρχαν ἄνθρωποι παρόντες στὴ βάπτιση τοῦ Χριστοῦ; Ἐπειδὴ δὲν τοὺς παρουσιάζουμε στὴν εἰκόνα τῆς βαπτίσεως.

Ἀπάντηση: Ναὶ ὑπῆρχαν. Πάντα γύρω ἀπὸ τὸν Ἰωάννη ὑπῆρχαν ἄνθρωποι. Ἑκατοντάδες ἄνθρωποι. Καὶ πρόσεξε, οἱ πρῶτοι μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ μαθητὲς τοῦ Ἰωάννη. Κάνουν -θὰ λέγαμε - μιὰ μεταγραφή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος τοὺς λέει θὰ πᾶτε μαζί Του. Ἄρα ὅταν πάει ὁ Χριστὸς νὰ βαπτισθεῖ ὑπάρχει κι ἄλλος κόσμος. Καὶ αὐτὸ εἶναι σίγουρο, δὲν εἶναι πιθανότητα. Σίγουρα ἀνάμεσά τους ὑπάρχουν καὶ μελλοντικοὶ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μετὰ τοὺς λέει ὁ Πρόδρομος: «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι» (Ἰωάνν. κέφ. 3, στίχ. 30). Ἄρα ἐκεῖ ὑπάρχουν αὐτόπτες μάρτυρες, μελλοντικοὶ μαθητές, οἱ ὁποῖοι καταγράφουν τὸ Εὐαγγέλιο. Τόσο ἁπλά. Ὅτι δὲν εἴδαμε ὅμως, δὲν τὸ περιγράφουμε.

Πηγή: Ἀέναη ἐπΑνάσταση

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

 Ἱστορίες Κρυπτοχριστιανῶν: Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Μολλᾶ Μουσταφᾶ στὴν Τραπεζούντα

Δὲν ἦταν οὔτε τριάντα χρόνων ἡ Δέσποινα ὅταν ἔχασε τὸν Σάββα, τὸν ἄνδρα της, καὶ ἔμεινε χήρα μὲ τὸ τρίχρονο παιδάκι της, τὸν Νίκο. Ὁ μακαρίτης ἦταν καλὸς ἄνθρωπος καὶ χρυσὸς νοικοκύρης. Μὲ τὶς δυὸ λίρες – 216 γρόσια – μισθὸ ποὺ ἔπαιρνε, ζοῦσε τὴν γυναίκα καὶ τὸ παιδάκι του, χωρὶς νὰ τοὺς στερήσει τίποτε. Οἰκονόμος ὁ ἴδιος, καλὴ οἰκοκυρούλα ἡ γυναίκα του, τὰ βόλευαν μιὰ χαρά, σὲ βαθμὸ ποὺ ἡ γειτονιὰ τοὺς ἔπαιρνε καὶ γιὰ πλούσιους.

Εἶχαν ἕξι χρόνια παντρεμένοι. Τὴν βραδιὰ ποὺ θὰ γιόρταζαν τὴν ἐπέτειο τῶν γάμων τους, ἔφεραν τὸν Σάββα νεκρὸ στὸ σπίτι του. Τὴ στιγμὴ ποὺ πλήρωνε τὸν μανάβη τὰ φροῦτα ποὺ ἀγόρασε, γονάτισε ξαφνικὰ καὶ ξεψύχησε πάνω στὸ δρόμο.

Τρέξαν οἱ καλοὶ ἄνθρωποι καὶ φέραν γιατρό. Μὰ ἦταν περιττό. Εἶχε πάθει συγκοπή. Ὁ γιατρὸς δὲν εἶχε νὰ κάμει τίποτε. Τὴν ἄλλη μέρα τὸν θάψανε στὴν Ἐλεοῦσα.

Μὲ τὰ διακόσια δεκαέξι γρόσια ποὺ ἔπαιρνε τὸ μήνα ὁ Σάββας δὲν ἦταν δυνατὸ ν’ ἀφήσει τίποτα κατὰ μέρος.

Ἔπειτα ἦταν τόσο νέος καὶ γερός, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ σκεφθεῖ τὸν θάνατο. Κι ὅπως δὲν ὑπῆρχαν τότε οἱ διάφορες κοινωνικὲς ἀσφαλίσεις κι ὅλα τα μικρὰ ἀποκούμπια ποὺ βρίσκει σήμερα κουτσὰ – στραβὰ ἡ φτωχὴ οἰκογένεια ποὺ χάνει τὸν δουλευτὴ προστάτη της, ἡ χήρα καὶ τ’ ὀρφανὸ μείνανε ἔτσι ἀναπάντεχα ἀπὸ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη, χωρὶς κανένα πόρο ζωῆς.

Ὅταν τέλειωσαν ὅλες οἱ θλιβερὲς διατυπώσεις τῆς κηδείας, καὶ τὴν νύχτα τῆς ἴδιας ἡμέρας, ἔφυγε ἀπὸ τὸ χαροκτυπημένο σπίτι καὶ ἡ τελευταία πονόψυχη γειτόνισσα, ἡ Δέσποινα ἔμεινε μόνη, κοντὰ στὸ παιδάκι της, ποὺ εἶχε ἀποκοιμηθεῖ νωρίτερα, γιὰ νὰ σκεφθεῖ πάνω σ’ ὅλη τὴν τραγωδία ποὺ ἄρχιζε γιὰ κείνη καὶ γιὰ τὸ μικρό της.

Καὶ πράγματι ἦταν τραγικὴ ἡ θέση τῆς κακομοίρας.

Δὲν εἶχε κανένα συγγενῆ, οὔτε δικό της οὔτε ἀπ’ τὴν πλευρὰ τοῦ μακαρίτου, στὴν Τραπεζούντα ὅπου ζοῦσαν. Ὀρφανοὶ καὶ οἱ δυό τους, ἄφησαν κι ὁ ἕνας κι ἡ ἄλλη τὸ χωριό τους, κάπου ἐκεῖ στὴν περιφέρεια τῆς Ἀργυρουπόλεως, ὅταν ἦταν παιδιά. Μὲ τὰ χρόνια τους ξέχασαν καὶ οἱ λίγοι μακρινοὶ συγγενεῖς τους, ὅπως δὲν τοὺς θυμοῦνταν κι αὐτοί.

Ἡ μοίρα τὸ θέλησε νὰ γνωρισθοῦν μέσ’ στὴ μεγάλη πολιτεία. Ἀγαπήθηκαν καὶ πάρθηκαν.

Τ’ ἀφεντικὸ τοῦ μακαρίτου, ἀπὸ εὐσπλαγχνία, εἶχε ἀναλάβει ὅλα τα ἔξοδα τῆς φτωχικῆς κηδείας καὶ ἡ γυναίκα του, σὰν ἐπέστρεψαν ἀπ’ τὸ νεκροταφεῖο, ξεμονάχιασε τὴ Δέσποινα καὶ τῆς ἔδωσε τριακόσια γρόσια.

- Αὐτά, τῆς εἶπε, εἶναι ἀπ’ τοὺς μισθοὺς τοῦ σχωρεμένου. Σοῦ τὰ στέλνει ὁ ἄντρας μου.

Στὴν πραγματικότητα ἦταν ἐλεημοσύνη, γιατί ὁ μισθὸς ἐκείνου τοῦ μηνὸς ἦταν πληρωμένος.

Ἡ χήρα δὲν βγῆκε ἀπ’ τὸ σπίτι της, σύμφωνα μὲ τὸ συνήθειο τοῦ τόπου, ὡς τὴν ἡμέρα τοῦ μνημόσυνου. Σαράντα μέρες!

Ὅλο αὐτὸ τὸν καιρὸ τὴν βασάνιζε ἡ μοναδικὴ σκέψη πῶς νὰ ζήσει τὸ παιδάκι της, πῶς νὰ τὸ μεγαλώσει καὶ πῶς νὰ τὸ μορφώσει, ὅπως τὸ ἤθελε καὶ τὸ ὀνειρεύονταν ὁ μπαμπάς του μὰ κι ἡ ἴδια.

Μποροῦσε βέβαια νὰ ξενοδουλέψει, μὰ σὲ ποιόνε ν’ ἀφήσει τὸ μωρό;

Εὐτυχῶς ἤξερε «κέντημα», ἤξερε καὶ νὰ πλέκει, ἀκόμη καὶ νὰ ράβει. Εἶχε καὶ τὴ ραπτομηχανή της. Πῆρε τὴν ἀπόφαση. Θὰ δούλευε σπίτι της, κοντὰ στὸ παιδί της.

Ἔτσι ἡ χήρα ἡ Δέσποινα, δουλεύοντας 15 καὶ 20 ὧρες τὸ μερόνυχτο, μεγάλωσε τὸν Νίκο της. Ἦταν ἡ χαρά, ἡ περηφάνια καὶ ἡ παρηγοριά της.

Δὲν ἔλειψαν οἱ τύχες καὶ οἱ εὐκαιρίες. Ἦταν ὄμορφη καὶ προκομμένη ἡ Δέσποινα. Τῆς ἔγιναν πολλὲς προξενιὲς τὰ πρῶτα χρόνια.

Μάλιστα ἕνας χηριός, ποὺ γύρισε ἀπ’ τὴ Ρωσία πολὺ πλούσιος, τὴν ζήτησε ἐπίμονα, μὰ ἡ Δέσποινα δὲν ἤθελε νὰ δώσει πατριὸ στὸ παιδί της, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ δώσει καὶ τὸ μικρότερο κομμάτι ἀπ’ τὴν καρδιὰ καὶ τὴ ζωή της σὲ ἄλλη ὕπαρξη. Ὅλα τα εἶχε γιὰ τὸ μονάκριβό της.

Πέρασαν δέκα χρόνια. Ἡ ἐντατικὴ καὶ πολύωρη δουλειά, τ’ ἀτέλειωτα ξενύχτια καὶ ἡ ἔλλειψη τῆς πιὸ στοιχειώδους ἀνάπαυσης, τὴν γηράσανε πρόωρα τὴ Δέσποινα. Πολλὲς φορὲς τῆς ἔφευγε ἡ βελόνα ἀπ’ τὸ χέρι ἢ σταματοῦσε ἡ ραπτομηχανή, γιατί τὸ χέρι δὲν εἶχε τὴν δύναμη νὰ γυρίζει τὸν μικρὸ γυαλιστερό της τροχό. Τὴν βοηθοῦσε ὁ Νίκος σ’ αὐτό, σὰν βρισκόταν κοντά της.

Ἀνησυχοῦσε ἡ δύστυχη ἡ μάνα. Ἔβλεπε πὼς δὲν ἔβγαζε πιὰ δουλειὰ ὅπως πρῶτα. Λιγόστευαν οἱ «πρόσοδοι», ἐνῶ ἀπ’ τὴν ἄλλη μεριὰ περίσσευαν τὰ ἔξοδα, γιατί τὸ παιδὶ μεγάλωνε κι ἐκείνη δὲν ἤθελε νὰ τοῦ στερήσει τίποτε.

Καὶ σὰν νὰ μὴν ἦταν ἀρκετὰ ὅλα αὐτά, ἄρχισαν ν’ ἀδυνατίζουν τὰ μάτια της. Κάθε μήνα καὶ χειρότερα.

Ἔβαλε γυαλιά. Μὰ δὲν τὴν βοηθοῦσαν κι αὐτὰ ὅσον ἔπρεπε στὴ λεπτή της δουλειά. Ὅταν ὁ Νίκος ἔγινε δεκαέξι χρονῶν καὶ πήγαινε στὴν προτελευταία τάξη τοῦ Γυμνασίου, ἡ κατάστασις ἔφθασε στὸ ἀπροχώρητο. Ἡ Δέσποινα δὲν μποροῦσε νὰ περάσει τὴν κλωστὴ στὴ βελόνη οὔτε καὶ μὲ τὰ γυαλιά… Θέλησε νὰ ξενοδουλέψει δούλα, πλύστρα, μὰ δὲν τὴν ἄκουγαν τὰ πόδια της. Τὴν σακάτεψαν οἱ ρευματισμοί. Γήρασε πρόωρα.

Ὅταν κάποια καλή της γειτόνισσα τὴν συμβούλεψε νὰ βγάλει τὸν Νίκο ἀπ’ τὸ Γυμνάσιο – κι ἃς ἦταν ὁ πρῶτος σ’ ὅλα τα μαθήματα – καὶ νὰ τὸν βάλει σὲ δουλειὰ γιὰ νὰ τὰ βολέψουν, ἡ Δέσποινα – ποὺ δὲν τὴν ἄκουσε ποτὲ κανεὶς νὰ πεῖ κακὸ λόγο κανενὸς – τῆς μίλησε ἀπότομα καὶ τὴν ἔδιωξε σχεδὸν ἀπ’ τὸ σπίτι της.

Ἀκοῦς ἐκεῖ, νὰ βγάλει τὸν Νίκο ἀπ’ τὸ σκολειό!

Δεκατρία χρόνια ὕστερα ἀπ’ τὸν θάνατο τοῦ ἀντρός της, ἄρχισε ἡ Δέσποινα νὰ ξεπουλάει τὰ λίγα κοσμήματα ποὺ εἶχε. Δαχτυλίδια, βραχιόλια, σταυρό. Ὕστερα ἕνα δυὸ χαλιά. Τελευταία τὴν ραπτομηχανή, ποὺ ἂν καὶ τῆς ἦταν ἄχρηστη, δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ἀποχωρισθεῖ. Δὲν χωρίζεται κανεὶς ἕνα σύντροφο εἴκοσι χρόνων τόσο εὔκολα.

Κάποτε σώθηκαν καὶ τὰ χρήματα ἀπ’ τὴ μηχανή. Πουλήθηκε καὶ τὸ «σαμοβάρι», γιὰ ν’ ἀγοραστεῖ τὸ ὕφασμα γιὰ τὴ μαθητικὴ στολὴ τοῦ Νίκου. Πλησίαζαν τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ παιδὶ δὲν εἶχε «στολὴ» σὰν κι ἐκείνη τὴν ὁμοιόμορφη ποὺ εἶχαν οἱ συμμαθητές του κι ὅλα γενικά τα παιδιὰ τοῦ Γυμνασίου. Τὸ ὕφασμα ἀγοράστηκε, μὰ ἔλειπαν τὰ ραφτικά. Αὐτὸ τὸ ξερὲ μόνον ἡ Δέσποινα, μὰ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ πικράνει τὸ παιδὶ τῆς ἀφήνοντας τὸ δίχως νέο κουστούμι τὶς γιορτές.

Ἔπρεπε μὲ κάθε τρόπο νὰ βρεθοῦν τὰ χρήματα. Ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ πουληθεῖ πάλι κάτι. Μὰ τί, ποῦ δὲν εἶχε ἀπομείνει τίποτε σχεδὸν στὸ σπίτι;

Τίποτε; Καὶ τὸ χρυσὸ ὡρολόγι τοῦ μακαρίτη, μὲ τὴ χρυσὴ καδένα;

Ά!… ὅλα κι ὅλα! Τὸ ὡρολόγι δὲν θὰ τὸ πουλοῦσε ποτέ! Ὅταν τ’ ἀγόρασε ὁ Σάββας τῆς εἶχε πεῖ: «Αὐτὸ θὰ τὸ χαρίσω στὸν γιὸ μᾶς ὅταν θὰ τὸν ἀρραβωνιάσουμε!».

Πάντως ἔμειναν λίγες μέρες γιὰ τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ πράγμα δὲν ἔπαιρνε ἀναβολή. Πῆγε στὸν ράφτη. Ὀγδόντα γρόσια ἦταν τὰ ραφτικά. Θὰ τὰ πλήρωνε ὅταν θὰ ‘παῖρνε ἕτοιμό το κοστούμι. Σὲ τρεῖς μέρες ἔμπαινε στὸ σπίτι ὁ Νίκος χαρούμενος καὶ περήφανος.

Ἔτρεξε κι ἀγκάλιασε τὴ μάνα του.

- Μητερούλα μου, ἔκανα πρόβα, εἶναι ἔξοχο!

Παραμονὴ Χριστουγέννων! Ὅλη ἡ Τραπεζούντα σκεπασμένη μὲ χιόνι, ποὺ δὲν ἔπαψε νὰ πέφτει πυκνό. Ὁ Νίκος κοιμότανε ἀκόμη – χόρταινε ὕπνο τώρα ποὺ εἶχαν διακοπές, – ὅταν ἡ Δέσποινα τυλιγμένη στὸ σάλι τῆς βγῆκε ἀπ’ τὸ σπίτι καὶ τράβηξε κατὰ τὴν ἀγορά, περνώντας ἀπ’ τὰ στενοσόκακα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου.

Βρῆκε τὸν Μολλὰ Μουσταφὰ τὸν ὡρολογὰ στὸ ἐργαστήρι του, ἕνα πραγματικὸ μεγάλο κιβώτιο κολλημένο στὸ ντουβάρι τοῦ τζαμιοῦ ποὺ ἦταν ἐκεῖ στὴν ἄκρη τῆς ἀγορᾶς. Στὴν πρόσοψη τοῦ δίπλα στὴν πόρτα εἶχε ἕνα παράθυρο, ὅπου ἦταν ἀκουμπισμένος ἀπὸ μέσα ὁ πάγκος τῆς δουλειᾶς του.

Ἕνα τενεκεδένιο μαγκάλι ζέσταινε ὅπως-ὅπως τὸ ἰδιόρρυθμο ἐκεῖνο ἐργαστήρι.

- Καλῶς τὴν κυρὰ Δέσποινα! Τί κάνει τὸ παλληκάρι σου;

Κάθησε ἡ Δέσποινα κοντὰ στὸ μαγκάλι καί, ζεσταίνοντας τὰ παγωμένα χέρια της, λέγει τοῦ Τούρκου:
- Μολλὰ Μουσταφά, ὁ μακαρίτης ὁ ἄντρας μου μοῦ λέγε πὼς σ’ ἀγαποῦσε σὰν πατέρα καὶ σὺ τὸν ἀγαποῦσες σὰν παιδί σου. Ἔτσι κι ἐγώ, ὅπως ἔμεινα ἔρμη μὲ τ’ ὀρφανό μου χωρὶς κανένα συγγενῆ, ἦρθα σὲ σένα γιὰ μιὰ χάρη, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴν ζητήσω ἀπὸ κανένα Χριστιανό, γιατί δὲν θὰ θελα νὰ μάθει κανεὶς τὸ μυστικό μου…

- Σ’ ἀκούγω, κυρὰ Δέσποινα, ὅπως θὰ ‘κουγα τὴν κόρη μου λέγε…

Ἡ Δέσποινα ἔβγαλε ἀπ’ τὶς δίπλες του ζωναριοῦ τῆς τ’ ὡρολόγι μὲ τὴ χρυσή του καδένα καὶ τ’ ἅπλωσε τοῦ γέρου:

- Εἶναι τ’ ὡρολόγι τοῦ Σάββα. Δὲν θέλω νὰ τὸ πουλήσω. Μὰ ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ χρήματα. Θέλω νὰ στ’ ἀφήσω ἐνέχυρο γιὰ μιὰ λίρα.

Καὶ τοῦ διηγήθηκε τὴν ἱστορία «τῆς στολῆς» τοῦ Νίκου. Τοῦ εἶπε στὸ τέλος πὼς ἦταν πρόθυμη νὰ δώσει τὸν τόκο ποὺ θὰ ὤριζε ἐκεῖνος.

Ὁ Μολλὰ Μουσταφᾶς τὴν ἄκουσε τραβώντας τὸ χοντρό του κομπολόι. Σηκώθηκε ἔπειτα, σκάλισε μέσ’ στὸ συρτάρι τοῦ πάγκου του καὶ βγάζοντας δυὸ λίρες χρυσές, τὶς ἅπλωσε τῆς Δέσποινας.

- Τ’ ὡρολόγι ἀξίζει πολὺ περισσότερα. Πάρε δυὸ λίρες, γιατί δὲν θὰ χρειαστεῖς μόνο τα ραφτικά… Ὅσο γιὰ τὸν τόκο, νὰ μὴ γίνεται λόγος… Μόνη σου τὸ εἶπες. Τὸν Σάββα τὸν ἀγαποῦσα σὰν παιδί μου.

Πῆρε τ’ ὡρολόγι μὲ τὴν καδένα καὶ τὸ ‘κλεῖσε στὸ ἴδιο συρτάρι ἀπ’ ὅπου ἔβγαλε τὶς λίρες.

Ἡ Δέσποινα τὸν εὐχαρίστησε κι ἑτοιμάστηκε νὰ φύγει.

- Μιὰ στιγμή, τῆς λέγει ὁ Μολλᾶς. Θὰ σοῦ ζητήσω κι ἐγὼ μιὰ χάρη.

- Σ’ ἀκούω, Μολλὰ Μουσταφά.

Ὁ Τοῦρκος σηκώθηκε καὶ στάθηκε μὲ τὴν πλάτη μπρὸς στὴν πόρτα, σὲ τρόπο ποὺ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ τὴν ἀνοίξει κανεὶς ἀπ’ ἔξω.

- Ἄκου, κόρη μου! …Πρῶτα θέλω νὰ μ’ ὁρκιστεῖς στὴν ψυχὴ τοῦ Σάββα πῶς θὰ κρατήσεις μυστικὸ αὐτὸ ποῦ θὰ σοῦ πῶ… Μπορεῖς;

- Στὴν ψυχὴ τοῦ Σάββα; Ὁρκίζομαι, εἶπε κατηγορηματικὰ ἡ Δέσποινα.

- Σ’ εὐχαριστῶ, παιδί μου. Ἄκουσε τώρα… Ἀπόψε τὴ νύκτα… ἴσως τὰ μεσάνυχτα θὰ στείλω σπίτι σου μιὰ γυναίκα μὲ τὸ κοριτσάκι της…

Πρέπει νὰ πᾶνε μ’ ἐσένα καὶ τὸν Νίκο μαζὶ στὴν ἐκκλησία… Εἶναι Χριστούγεννα καὶ πρέπει νὰ κοινωνήσουν…

- Δὲν εἲν’ ἂπ’ ἐδῶ;

- Μὴ μ’ ἀρωτᾶς… Ἄφησε νὰ τελειώσω… Μετὰ τὴν μετάληψη θὰ τὶς πάρετε μαζὶ στὸ σπίτι σου. Θὰ φύγουν πάλι τὴν νύχτα… Ὅποιος σὲ ρωτήσει ποιὲς εἶναι, θὰ πεῖς πὼς εἶναι γνωστές σας ἀπὸ τὸ χωριό, ἀπὸ κάποια ἄλλη πολιτεία.

- Μά, ἀφοῦ ὁρκίστηκα, γιατί δὲν μοῦ λὲς ποιὲς εἶναι;

Ὁ Μολλὰ Μουσταφᾶς δὲν ἀπήντησε ἀμέσως. Ἄνοιξε τὴν πόρτα, ἔριξε μιὰ ματιὰ ἔξω στὸ δρόμο. Ξανάκλεισε καὶ ἀκούμπησε καὶ πάλι μὲ τὴν πλάτη στὴν πόρτα καὶ μίλησε:

- Κυρὰ Δέσποινα. Ἡ γυναίκα ποὺ θὰ σοῦ ‘ρθεῖ εἶναι ἡ κόρη μου καὶ τὸ κοριτσάκι της, ἐγγονή μου! …Γιὰ νὰ καταλάβεις πόσο εἶναι ἐπικίνδυνο αὐτὸ ποὺ θὰ γίνει, μάθε πὼς ὁ ἄντρας της, ὁ γαμπρός μου, εἶναι ὁ γιουζπασὴς ὁ Σελίμ, …Τοῦρκος, μουσουλμάνος. Μένουν στὰ Πλάτανα. Τὶς ἔφερα ἐδῶ γιὰ μιὰ βδομάδα στὸ σπίτι μου… γιὰ τὰ Χριστούγεννα…

- Θεέ μου…, ξέφυγε σὰν κραυγὴ τρόμου ἡ ἐπίκληση αὐτὴ ἀπ’ τὸ στόμα τῆς Δέσποινας…

- Ἂν φοβᾶσαι, δὲν θὰ σοῦ ἔρθουν, λέγει μὲ χαμηλὴ φωνὴ ὁ Μολλὰ Μουσταφᾶς.

- Ὄχι… ὄχι… νὰ ἔρθουν… νὰ ἔρθουν, φωνάζει ἡ Δέσποινα καὶ τὰ μάτια τῆς γεμίζουν μὲ δάκρυα.

Δακρύζει κι ὁ Μολλᾶς, καὶ ξεκολλάει ἀπὸ τὴν πόρτα, τραβὰ καὶ κάθεται δίπλα στὸ μαγγάλι χωρὶς νὰ πεῖ τίποτε ἄλλο.

Σηκώνεται ἡ Δέσποινα. Προτοῦ ν’ ἀνοίξει τὴν πόρτα, ρωτάει μὲ σιγανὴ φωνή:

- Πῶς εἲν’ τ’ ὄνομά της;

- Ἡ κόρη μου Μαρία, ἡ κορούλα τῆς Ἄννα. Ἐκεῖνες ἃς κοινωνήσουν. Ἐγὼ θὰ κάμω Χριστούγεννα μὲ «τ’ ἀντίδωρο» ποὺ θὰ μοῦ φέρουν…

Δύο ὧρες ἀπ’ τὰ ξημερώματα τράβηξαν γιὰ τὴν ἐκκλησία ἡ Δέσποινα μὲ τὴν Μαρία καὶ τὴν ὀκτάχρονη Ἄννα. Ὁ Νίκος, μὲ τὴν καινούργια του στολή, τοὺς συνόδευε. Ἦταν ἀκόμη ἄδεια ἡ ἐκκλησία. Οἱ γυναῖκες ἀνέβηκαν στὸν «γυναικωνίτη» καὶ ἐπίασαν τὴν πιὸ ἀπόμερη σκοτεινὴ γωνιά.

Μὲ τὸ τέλος τῆς λειτουργίας κατέβηκαν, κοινωνήσανε καὶ ἐπέστρεψαν στὸ σπίτι κρύβοντας τὸ πρόσωπο κάτω ἀπ’ τὸ σάλι τους, ὅπως ἔκανε ὅλος ὁ κόσμος τὸ παγωμένο ἐκεῖνο πρωινό…

Πέρασαν δέκα χρόνια ἀπὸ κεῖνα τὰ Χριστούγεννα… Πέθανε σ’ αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ Μολλὰ Μουσταφᾶς. Πέθανε κι ὁ Σελίμ, ὁ γαμπρός του. Σκοτώθηκε σὲ κάποια μάχη.

Εἴκοσι τρία χρόνια ὕστερα ἀπ’ τὸν θάνατο τοῦ Σάββα, ἡ Δέσποινα ἔδωσε τὸ χρυσὸ τ’ ὡρολόγι μὲ τὴν καδένα του στὸν γιὸ τῆς τὸν Νίκο, τὴν ἡμέρα ποὺ τὸν στεφάνωνε μὲ τὴν Ἄννα, τὴν ἐγγονὴ τοῦ Μολλᾶ Μουσταφᾶ.

Πηγή: Νίκ. Π. Ἀνδριώτη, «Κρυπτοχριστιανικὰ Κείμενα», § Φίλωνος Κτενίδου «Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Μολλᾶ Μουσταφᾶ στὴν Τραπεζούντα (1954), Θεσσαλονίκη 1974 – Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη-OMOΘΥΜΑΔΟΝ

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

5 Ἰανουαρίου 2014 - Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀριθμὸς 1
Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων
5 Ἰανουαρίου 2014
Μάρκ. α, 1-8

Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς πρὸ τῶν Φώτων ἀναφέρεται στὴ δράση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου ἐκπληρώνονται δύο προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στὴν πρώτη σημειώνεται ὅτι ὁ Θεὸς θ’ ἀποστείλει τὸν προάγγελό του γιὰ νὰ προετοιμάσει τὸ δρόμο γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία, ὁ ὁποῖος θὰ φέρει τὴ σωτηρία στὸν κόσμο. Στὴ δεύτερη, ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἐμφανίζει τὸν Πρόδρομο ὡς «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» ποὺ συμβουλεύει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἑτοιμαστοῦν γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀκολουθήσουν τὸ δρόμο τῆς μετάνοιας.

Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος, ἀπὸ τὸ εὐαγ-γέλιο τοῦ ὁποίου ἀντλεῖται ἡ σημερινὴ περικοπή, ὁ Ἰωάννης στὴν ἔρημο πρόσφερε βάπτισμα μετανοίας «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Ὅλοι ἔτρεχαν γιὰ νὰ βαπτισθοῦν ἀπὸ αὐτὸν στὸν Ἰορδάνη ποταμό, ἀφοῦ πρῶτα ἐξομολογοῦνταν τὶς ἁμαρτίες τους. Σύμφωνα μὲ τὶς περιγραφές, ὁ Ἰωάννης ἔφερε ἔνδυμα ἀπὸ τρίχες καμήλας καὶ ζώνη δερμάτινη γύρω ἀπὸ τὴ μέση του, ἐνῶ ἡ τροφὴ του ἦταν πολὺ λιτή. Τρεφόταν μὲ μέλι ἄγριο καὶ ἀκρίδες. Ὁ Ἰωάννης ἐπειδὴ ἦταν μεγάλη μορφὴ, σὲ σημεῖο μάλιστα ποὺ κάποιοι τὸν ἐκλάμβαναν ὡς τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία, δὲν παρέλειπε νὰ διευκρινίζει συνεχῶς ὅτι «ἔρχεται πίσω μου ὁ ἰσχυρότερός μου, ποὺ δὲν εἶμαι ἄξιος οὔτε τὰ ὑποδήματά του νὰ λύσω. Ἐγὼ σᾶς βαπτίζω μὲ νερό, ἐκεῖνος ὅμως θὰ σᾶς βαπτίσει στὸ Ἅγιο Πνεῦμα».

Ἡ ἔκφραση «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ», ἀποτυπώνει τὴν ὅλη παρουσία τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου. Στὴν πνευματικὴ ἐρημία ποὺ ἀποκαλυπτόταν ἔντονα καὶ στὴ δική του ἐποχή, μέσα στὴν τραγικότητα ποὺ προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία, μέσα στὴ γενικότερη ἀπελπισία ποὺ κυριαρχοῦσε στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, προετοίμασε τὸ δρόμο γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν προτροπὴ «μετανοεῖτε». Ἡ μετάνοια, δὲν εἶναι βέβαια μία ἐπιφανειακὴ κατάσταση, ἀλλὰ μία βαθιὰ ὑπαρκτικὴ στάση, ποὺ ἀλλάζει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν καθιστᾶ δεκτικὸ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Τὸν ἑτοιμάζει γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸ σωτήριο μήνυμά του: Νὰ εἰσέλθει στὴ Βασιλεία του.

Πολλοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ συνέρρεαν γιὰ νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωάννη καὶ ἀκολούθως νὰ βαπτισθοῦν στὸν Ἰορδάνη ποταμό. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἦταν τὸ τέρμα ἀλλὰ μόνο ἡ ἀρχή. Ἡ ἀρχὴ μίας πορείας ποὺ ὁδηγοῦσε στὸ Σωτῆρα Χριστὸ καὶ παρέπεμπε κατευθείαν στὸ πρόσωπό του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἰωάννης δὲν ἀφήνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἐπαναπαυθοῦν μόνο στὴ δική του διδασκαλία οὔτε νὰ περιοριστοῦν μόνο στὸ δικό του βάπτισμα ἢ στὸ δικό του πρόσωπο. Δείχνει μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὸ βάπτισμά του τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ φέρει ἁπλὰ συγχώρεση στοὺς ἀνθρώ-πους, ἀλλὰ τὴν πνευματικὴ ἀνακαίνιση καὶ τὴν πραγματικὴ σωτηρία. Γι’ αὐτὸ καὶ γίνεται σαφὴς διάκριση ἀνάμεσα στὸ δικό του βάπτισμα, τὸ ὁποῖο ἐπικεντρώνεται στὸ νερό, καὶ στὸ βάπτισμα ποὺ θὰ ἐγκαινίαζε ὁ Χριστὸς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ἡ μετοχὴ στὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ πνευματικὴ ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ δυνατότητα νὰ βιώνει τὴ χαρὰ τῆς παλιγγενεσίας, προϋποθέτει τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς μετάνοιας, τὸν ὁποῖο ἄνοιγε ἡ παρουσία τῆς μεγάλης μορφῆς τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου. Χωρὶς τὴ μετάνοια, ἡ ὁποία μεταφράζεται σὲ στάση ζωῆς ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ τὸ συνάνθρωπο ἀλλὰ καὶ τὴν κτίση ὁλόκληρη, ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ γίνει δέκτης τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ μετάνοια, ἡ ἐσωτερικὴ δηλαδὴ κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ συμμετοχὴ στὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης ποὺ ξεδιπλώνει ὁ Θεὸς μέσα στὴν εὐρυχωρία τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι οἱ σταθερὲς προϋποθέσεις γιὰ νὰ ἐγκολπωθεῖ ὁ ἄνθρωπος τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου γιὰ τὴ σωτηρία του. Πραγματικά, τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο φανερώνεται ἀπὸ τὶς δωρεὲς καὶ τὰ χαρίσματά του. Μία τέτοια δωρεὰ εἶναι καὶ ἡ μετάνοια, ἡ ὁποία συνιστᾷ μία εὐλογημένη ἐκκίνηση γιὰ μία καινούργια ἐν Χριστῷ ζωή.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἴσως ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὶς συνθῆκες ποὺ ἐπικρατοῦν στὴν καθημερινή του ζωὴ νὰ δυσκολεύεται νὰ κατανοήσει τὸ βαθύτερο νόημα τῆς μετάνοιας, ὡς νέου τρόπου ὕπαρξης καὶ ζωῆς. Ἴσως ἡ προτροπὴ τῆς Ἐκκλησίας γιὰ μία τέτοια εὐλογημένη πορεία νὰ ἀκούεται σὰν «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ», δηλαδὴ σὰν οὐτοπικὲς καταστάσεις. Ὡστόσο, ἡ ἀλήθεια, μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία μπορεῖ ν’ ἀναπηδήσει τὸ χαροποιὸ μήνυμα τῆς ζωῆς, βρίσκεται μόνο στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του. Ὁ ἄνθρωπος βλέπουμε νὰ βυθίζεται ὁλοένα καὶ περισσότερο σὲ κρίσεις καὶ ἀδιέξοδα, ἐνόσω ἀφήνει τὴν ὕπαρξή του ἀποσυνδεδεμένη ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Σωτῆρα καὶ Λυτρωτὴ Χριστοῦ. Ἂς ἀφήσουμε, λοιπόν, τὰ ὦτα τῆς καρδιᾶς μας ἀνοιχτὰ καὶ τὶς καρδιὲς μας ἕτοιμες καὶ δεκτικές. Ἂς ἐπανεύρουμε ἀκόμα τὴν ἐλπίδα μας στὸ μήνυμα τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰωάννη: «μετανοεῖτε». Ἀμήν.
ΠΗΓΗ : ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ Ι.Μ.ΧΙΟΥ ΨΑΡΩΝ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥΣΣΩΝ

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Ἄσκηση, μία ἀκατανόητη ἔννοια;


Ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου προϋποθέτει μία ἀδιάκοπα ἐνδεχόμενη δυνατότητα ἐσωτερικὴ μεταστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ μετάνοια, ἀλλαγὴ τοῦ νοῦ καὶ τῶν κριτηρίων, πέρασμα ἀπὸ τὸ μέτρο ζωῆς ποὺ εἶναι ἡ εὐζωία, στὸ μέτρο ζωῆς ποὺ εἶναι ἡ ἄσκηση.

Καὶ ἄσκηση σημαίνει ἀπάρνηση τοῦ ἐγώ, δυναμικὴ πάλη τοῦ ἀνθρώπου νὰ ὑπερβεῖ  τὰ ἀπρόσωπα –ἀτομικὰ- στοιχεῖα τῆς βιολογικῆς του φύσης, νὰ ὁλοκληρωθεῖ μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους του, στὴν προσωπική του μοναδικότητα καὶ ἀνομοιότητα, ποὺ μόνο μὲ τὴν ἀγάπη μπορεῖ νὰ πραγματωθεῖ.

Καὶ ἀκόμα πιὸ συγκεκριμένα, ἄσκηση σημαίνει τὴν ὑποταγεῖ τοῦ ἀτόμου στὴν καθολικὴ πείρα τῆς ἐκκλησίας, μὲ σκοπὸ τὴ μετοχὴ στὸ λειτουργικὸ τυπικό, στὸ μυστήρια, στὴ νηστεία ποὺ ἡ Ἐκκλησία ὁρίζει, στὴν ἐγκράτεια, στὶς πράξεις τῆς φιλαδελφείας, μὲ αὐτὸ τὸ περιεχόμενο ἡ ἄσκηση δὲν εἶναι στέρηση καὶ μιζέρια ζωῆς, ἐχθρότητα γιὰ τὰ σῶμα καὶ ἀπαξίωση τῆς ὕλης, ὅπως τὴν ἐμφάνισαν οἱ κατὰ καιροὺς μανιχαῖοι καὶ πουριτανοί, εἶναι ἀπαρχὴ τῆς μεταμόρφωσης τοῦ θανάτου σὲ ζωή, νέκρωση τῶν ἀτομικῶν ἐπιθυμιῶν γιὰ χάρη τῆς « ὄντως ζωῆς», ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ προσώπου.

Μέσα στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἄσκηση εἶναι «φιλοκαλία», ἔρωτας γιὰ τὸ κάλλος τῆς «ἀτέλεστης τελειότητας» ποὺ εἶναι ἡ προσωπικὴ ὁλοκλήρωση, ἡ ἀποκατάσταση στὴν πρώτη της ὀμορφιὰ τῆς ἀμαυρωμένης εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο.

Σήμερα γιὰ ἕνα πολὺ μεγάλο ἀριθμὸ ἀνθρώπων, «ὀρθόδοξων χριστιανῶν», ἡ ἄσκηση, ἀκόμα καὶ σὰν ἔννοια ἢ λέξη εἶναι ἀκατανόητη. Ἂν μιλήσει κανεὶς σήμερα γιὰ νηστεία καὶ ἐγκράτεια καὶ ἑκούσιο περιορισμὸ τῶν ἀτομικῶν ἐπιθυμιῶν, εἶναι σίγουρο πὼς θὰ εἰσπράξει χαμόγελα συγκατάβασης ἢ εἰρωνείας.

Αὐτὸ βέβαια, δὲν ἐμποδίζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἔχουν τὶς «μεταφυσικές τους πεποιθήσεις», νὰ πιστεύουν σὲ κάποιο «ἀνώτερο ὃν» ἢ στὸν «γλυκὺ Ἰησοῦ», ποὺ δίδαξε μιὰ θαυμάσια Ἠθική. Ἀλλὰ τὸ ἐρώτημα εἶναι, τί χρειάζονται οἱ «μεταφυσικὲς πεποιθήσεις», ὅταν δὲν δίνουν οὔτε στὸ ἐλάχιστο, μία πραγματικὴ (ὄχι θεωρητικὴ) ἀπάντηση στὸ πρόβλημα τοῦ θανάτου, στὸ σκάνδαλο τῆς διάλυσης τοῦ κορμιοῦ μέσα στὸ χῶμα.

Αὐτὴ ἡ ἀπάντηση βρίσκεται μόνο στὴν γνώση ποὺ χαρίζει ἡ ἄσκηση, ἡ σπουδή, στὸ ἴδιο μας τὸ σῶμα, τῆς ἀντίστασης τοῦ θανάτου, ἡ δυναμικὴ ὑπερνίκηση τῆς νέκρωσης τοῦ θανάτου. Καὶ ὄχι ὁποιαδήποτε ἄσκηση, ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ ἀποτελεῖ συμμόρφωση μὲ τὸ «ὑπόδειγμα» τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀποδέχθηκε ἐκούσι τὸ θάνατο γιὰ νὰ καταλύσει τὸ θάνατο. «Θανάτω θάνατον πατήσας». Κάθε ἑκούσια νέκρωση τῆς «παρὰ φύσιν» ἐγωκεντρικότητας εἶναι δυναμικὴ κατάργηση τοῦ θανάτου καὶ θρίαμβος τῆς ζωῆς τοῦ προσώπου.

Γιὰ νὰ φτάσει τελικὰ ὁ ἄνθρωπος στὴ γεμάτη ἐμπιστοσύνη παράδοση τοῦ κορμιοῦ του, ποὺ εἶναι τὸ ἔσχατο ὀχυρό του θανάτου, στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, στὴν ἀγκαλιὰ τῆς «γῆς τοῦ Κυρίου» στὸ πλήρωμα τῆς κοινωνίας τῶν ἁγίων.

Χρῆστος Γιανναρᾶς - Τὸ προνόμιο τῆς ἀπελπισίας

Πηγή: Ἁγιορείτικο Βῆμα

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

Λόγος πρὸς τοὺς νέους


Βασίλειος ὁ Μέγας


ΜΙΛΑΕΙ Η ΠΕΙΡΑ ΕΝΟΣ ΑΓΙΟΥ

Πολλοὶ λόγοι, ἀγαπητά μου παιδιά, μὲ κάνουν νὰ σᾶς δώσω αὐτὲς τὶς συμβουλές. Πιστεύω ὅτι εἶναι οἱ καλύτερες καὶ θὰ σᾶς ὠφελήσουν, ἂν τὶς κάνετε κτήμα σας. Ἔχω προχωρημένη ἡλικία. Ἀσκήθηκα στὴ ζωὴ μὲ πολλοὺς τρόπους. Γνώρισα ἐπὶ πολλὰ χρόνια τὶς βιοτικὲς μεταβολές, ποὺ συμπληρώνουν τὴν ἀνθρώπινη μόρφωση. Ἔτσι, ἔχω κάμποση πείρα στὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Μπορῶ, λοιπόν, σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πρωτομπαίνουν στὸ στάδιο τῆς ζωῆς, νὰ δείξω τὸν πιὸ σίγουρο δρόμο. Ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς συγγένειας, ἔρχομαι εὐθὺς μετὰ τοὺς γονεῖς σας. Γι᾿ αὐτό, σᾶς ἀγαπῶ ὅμοια μ᾿ ἐκείνους. Καὶ σεῖς μὲ βλέπετε σὰν πατέρα σας, ἔτσι θαρρῶ. Ἄν, λοιπόν, δεχθῆτε μὲ προθυμία τὰ λόγια μου, θὰ ἀνήκετε στὴ δεύτερη κατηγορία ἐκείνων ποὺ ἐπαινεῖ ὁ ἀρχαῖος ποιητὴς Ἡσίοδος, γράφοντας ὅτι εἶναι ἄριστος ἄνθρωπος ὅποιος μονάχος του ξεχωρίζει τὸ σωστὸ κι εἶναι καλὸς ἄνθρωπος ὅποιος συμμορφώνεται μὲ τὶς σωστὲς ὑποδείξεις. Ἔνῳ ὅποιον δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ τὸ κάνει αὐτό, τὸν χαρακτηρίζει σὰν ἄνθρωπο ἄχρηστο. Καὶ μὴν ἀπορήσετε ποὺ ἔρχομαι νὰ προσθέσω κάτι δικό μου σὲ ὅσα διαβάζετε ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους στὰ σχολεῖα σας καὶ μάλιστα νὰ σᾶς πῶ ὅτι αὐτὸ τὸ δικό μου εἶναι ὠφελιμότερο ἀπὸ ὅσα ἐκεῖνοι σᾶς διδάσκουν. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς συμβουλῆς μου: δὲν πρέπει νὰ παραδώσετε στοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς τὸ τιμόνι τοῦ νοῦ σας, γιὰ νὰ σᾶς πάνε ὅπου αὐτοὶ θέλουν. Δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀκολουθεῖτε σὲ ὅλα. Πρέπει νὰ πάρετε ἀπ᾿ αὐτοὺς ὅ, τι εἶναι χρήσιμο καὶ νὰ μὴ δώσετε προσοχὴ στὰ ὑπόλοιπα. Ἔρχομαι, λοιπόν, ἀμέσως νὰ σᾶς ὑποδείξω ποιὰ εἶναι τὰ ἄχρηστα μέσα στὰ συγγράμματά τους καὶ πῶς νὰ ξεχωρίζετε τὰ πρῶτα ἀπὸ τὰ δεύτερα.


ΤΟ ΝΕΡΟ ΚΑΙ Ο ΗΛΙΟΣ

Ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ θεωροῦμε ἐντελῶς ἀσήμαντο πρᾶγμα τὴν ἐδῶ κάτω ἀνθρώπινη ζωή. Δὲν λογαριάζουμε καὶ δὲν λέμε καλὸ ὅ, τι μᾶς ἐξυπηρετεῖ σ᾿ αὐτὴ μονάχα τὴ ζωή. Τὴν ἔνδοξη καταγωγή, τὴν εὐρωστία τοῦ κορμιοῦ, τὴ σωματικὴ καλλονή, τὸ ὡραῖο ἀνάστημα, τὶς τιμὲς ποὺ δίνουν οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα καὶ τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα κι ὁτιδήποτε ἄλλο προσφέρει ὁ παρὼν κόσμος, δὲν θὰ τὰ θαρροῦμε μεγάλα καὶ ζηλευτὰ πράγματα. Δὲν μᾶς κάνουν ἐντύπωση ὅσοι τὰ ἔχουν. Οἱ δικές μας ἐλπίδες πᾶνε πολὺ μακρύτερα. Οἱ πράξεις μας εἶναι μιὰ προετοιμασία γιὰ κάποιαν ἄλλη ζωή. Ἀκριβῶς, λοιπόν, ὅσα μᾶς χρειάζονται γι᾿ αὐτὴ τὴν ἄλλη ζωή, αὐτὰ ἀγαπᾶμε, αὐτὰ λαχταρᾶμε, περιφρονώντας ὅσα δὲν φθάνουν ὡς ἐκεῖ. Ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἄλλη ζωή; Ποῦ καὶ πῶς θὰ τὴ ζήσουμε; Αὐτὸ τὸ θέμα εἶναι ἀνώτερο τῆς τωρινῆς ἀφορμῆς, γιὰ νὰ τὸ περιγράψω. Καὶ σεῖς, ἐξ ἄλλου, δὲν ἔχετε ἀκόμη ὅλη τὴν ὡριμότητα, γιὰ νὰ ἀφομοιώσετε τὴν περιγραφή του. Θὰ σᾶς δώσω ὅμως ἕνα σκιαγράφημά του, ποὺ θὰ σᾶς εἶναι ἀρκετό. Ἂς πάρουμε ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ὅλη τὴν εὐτυχία, ποὺ σωρεύθηκε στὸν κόσμο αὐτὸν ἐδῶ ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα του. Ὅλη, λοιπόν, αὐτὴ ἡ γήινη εὐτυχία δὲν φθάνει οὔτε τὸ μικρότερο ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τῆς ἄλλης ζωῆς. Ὅλα τὰ καλὰ τοῦ κόσμου τούτου εἶναι τόσο κατώτερα ἀπὸ τὸ ἐλάχιστο ἀνάμεσα σ᾿ ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά, ὅσο κατώτερα εἶναι ἡ σκιὰ καὶ τὸ ὄνειρο ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω ἕνα πιὸ συνηθισμένο παράδειγμα, ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δυὸ ζωές, γιὰ τὶς ὁποῖες μιλᾶμε, εἶναι ὅσο κι ἡ διαφορὰ σὲ ἀξία ἀνάμεσα στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα.
Ὁδηγός μας στὴν ἐδῶ κάτω ζωὴ εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, ποὺ ἡ γλώσσα της ἔχει πολὺ μυστήριο. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀκόμα μικρὴ ἡλικία, εἶναι φυσικὸ νὰ μὴ καταλαβαίνει τὴ βαθιά της σημασία. Τί κάνει, λοιπόν; Προγυμνάζεται μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σὲ ἄλλα κείμενα, ὄχι ἐντελῶς ξένα, ποὺ μοιάζουν μὲ καθρέφτες καὶ σκιές. Συμβαίνει δηλαδὴ ὅ, τι καὶ στὸν στρατό. Οἱ στρατιῶτες ἀποκτοῦν τὴν πολεμικὴ πείρα πρῶτα μὲ τὶς κινήσεις τῶν γυμνασίων, ποὺ εἶναι ἕνα εἶδος παιχνίδι. Ὕστερα, γνωρίζουν τὸν ἀληθινὸ πόλεμο. Ἔχουμε κι ἐμεῖς μπροστά μας μιὰ μάχη. Τὴ μεγαλύτερη ἀπ᾿ ὅλες. Γιὰ νὰ ἑτοιμασθοῦμε, πρέπει νὰ γυμνασθοῦμε, νὰ κοπιάσουμε. Πῶς θὰ γίνει αὐτὴ ἡ προγύμναση; Μὲ τὸ νὰ γνωρίσουμε καλὰ τοὺς ποιητές, τοὺς πεζογράφους, τοὺς ρήτορες κι ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θὰ μᾶς προσφέρουν κάτι γιὰ νὰ δυναμώσουμε τὴν ψυχή μας. Θυμηθῆτε τί κάνουν τὰ βαφεῖα. Πρῶτα ἑτοιμάζουν μὲ διάφορους τρόπους τὸ ὕφασμα ποὺ θὰ βάψουν. Καὶ μονάχα ἀφοῦ γίνει αὐτὴ ἡ προεργασία, τότε παίρνουν καὶ μεταχειρίζονται τὸ κόκκινο ἢ ἄλλο χρῶμα γιὰ νὰ κάνουν τὸ βάψιμο. Τὸ ἴδιο πρέπει νὰ γίνεται καὶ σὲ μᾶς. Πρῶτα θὰ ἑτοιμάσουμε τὴ συνείδησή μας μὲ τὴν κοσμικὴ σοφία κι ὕστερα θ᾿ ἀκούσουμε τὰ ἱερὰ καὶ βαθιὰ νοήματα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Πρῶτα θὰ συνηθίσουμε νὰ βλέπουμε τὸν ἥλιο μέσα στὸ νερὸ κι ὕστερα θ᾿ ἀτενίσουμε τὸν ἴδιο τὸν ἥλιο.


ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΥΛΛΩΜΑ

Ἂν οἱ δυὸ διδασκαλίες ἔχουν κάποια συγγένεια, θὰ ἦταν ὠφέλιμη ἡ γνώση καὶ τῶν δυό. Ἀλλὰ ἔχουν καὶ μεγάλη διαφορά. Γι᾿ αὐτό, ἂν τὶς βάλουμε τὴ μιὰ πλάι στὴν ἄλλη καὶ τὶς συγκρίνουμε, θὰ δοῦμε καθαρὰ ὅτι ἡ μιὰ ὑπερέχει τῆς ἄλλης. Μὲ τί ὅμως νὰ τὶς παρομοιάσουμε, ὥστε νὰ δώσουμε μιὰ πετυχημένη εἰκόνα τους; Ἡ κύρια ἀξία τοῦ φυτοῦ εἶναι τὸ ὅτι κάνει καρπούς. Ἀλλὰ καὶ τὰ φύλλα του προσφέρουν ἕνα στόλισμα, καθὼς παίζουν κάτω ἀπὸ τὴν πνοὴ τοῦ ἀέρα γύρω στοὺς κλάδους. Κάτι ἀνάλογο γίνεται καὶ στὴν ψυχή. Ὁ καρπός της, ἡ ἀξία της εἶναι ἡ ἀλήθεια. Εἶναι ὅμως ὡραῖο πρᾶγμα νὰ τὴν τριγυρίζει κι ἡ κοσμικὴ σοφία, σὰν φυλλωσιά, ποὺ σκεπάζει ὄμορφα τοὺς καρπούς. Αὐτὸ συνέβη μὲ τὸν μεγάλο Μωϋσῆ, τὸν περιβόητο γιὰ τὴ σοφία του, καθὼς ἀναφέρει ἡ παράδοση. Πρῶτα –λένε- γύμνασε τὸν νοῦ του στὶς ἐπιστῆμες τῆς ἀρχαίας Αἰγύπτου κι ὕστερα σίμωσε γιὰ νὰ δεῖ τὸν ἀληθινὸ Θεό. Παρόμοιο συνέβη καὶ μὲ τὸν σοφὸ Δανιήλ, αἰῶνες ἀργότερα. Πρῶτα διδάχθηκε στὴ Βαβυλώνα τὴ σοφία τῶν Χαλδαίων κι ὕστερα ἔπεσε στὴ σπουδὴ τῆς θείας διδασκαλίας.


Η ΠΕΤΡΑ ΣΤΟ ΑΛΦΑΔΙ

Ἀρκετὰ σᾶς ἐξήγησα τὸ ὅτι αὐτὰ τὰ κοσμικὰ μαθήματα δὲν εἶναι ἀνώφελα γιὰ τὴν ψυχή. Ἂς ἔλθουμε τώρα νὰ δοῦμε καὶ τὸ πῶς πρέπει νὰ τὰ ἀφομοιώνετε. Ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὰ πολύμορφα ἔργα τῶν ποιητῶν. Δὲν πρέπει νὰ δίνετε σημασία σὲ ὅλα, χωρὶς ἐξαίρεση, τὰ διδάγματά τους. Ὅταν σᾶς ἐξιστοροῦν κατορθώματα ἢ σᾶς ἐκθέτουν λόγια καλῶν ἀνθρώπων, νὰ τὰ δέχεστε μὲ ἀγάπη, νὰ κοιτᾶτε νὰ τοὺς μιμηθῆτε, νὰ τοὺς μοιάσετε, ὅσο μπορεῖτε. Ὅταν ὅμως φέρνουν στὴ μέση κακοὺς ἀνθρώπους, πρέπει νὰ ἀποφεύγετε τὶς τέτοιες εἰκόνες, φράζοντας τ᾿ αὐτιά σας ὅμως ὁ Ὀδυσσέας, πού, καθὼς διηγεῖται ὁ Ὅμηρος, ἤθελε ν᾿ ἀποφύγει τὴ μελῳδία τῶν Σειρήνων. Γιατί; Διότι ἅμα συνηθίσει κανεὶς στὰ ἁμαρτωλὰ λόγια, περνᾶ καὶ στὰ ἁμαρτωλὰ ἔργα. Γι᾿ αὐτό, λοιπόν, πρέπει μὲ κάθε τρόπο νὰ προφυλάσσουμε τὴν ψυχή μας. Γιατί ὑπάρχει κίνδυνος, μαζὶ μὲ τὴ γλύκα τῶν λόγων νὰ πάρουμε μέσα μας καὶ κάτι θανάσιμο, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε. Εἶναι μέλι, ποὺ ἔχει καὶ δηλητήριο. Δὲν θὰ ἐπαινέσουμε, ἔτσι, τοὺς ποιητές, ὅταν παριστάνουν ἀνθρώπους ποὺ ἀσεβοῦν, ποὺ ἐμπαίζουν, ποὺ παραδίνονται στὴν ἀκολασία, ποὺ παρασύρονται ἀπὸ τὸ πιοτό, οὔτε ὅταν περιορίζουν τὴν εὐτυχία σὲ πλούσια τραπέζια καὶ σὲ ἄσεμνα τραγούδια. Καὶ δὲν θὰ δώσουμε καμιὰ σημασία, ὅταν κάνουν λόγο γιὰ θεοὺς καὶ μᾶς λένε ὅτι οἱ θεοὶ αὐτοὶ εἶναι πολλοὶ κι ἀλληλομισοῦνται. Γιατί, καθὼς ξέρετε, οἱ ψεύτικοι θεοὶ τῆς εἰδωλολατρίας πολεμᾶνε ὁ ἀδελφὸς τὸν ἀδελφὸ κι ὁ πατέρας τὰ παιδιά του κι ἐκεῖνα τοὺς γονεῖς τους, μὲ ὑπουλότητα. Θ᾿ ἀφήσουμε στοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεάτρου τὶς μοιχεῖες τῶν θεῶν, τοὺς ἔρωτές τους, τὶς ἀσύστολες σαρκικές τους σχέσεις καὶ πρὸ παντὸς τοῦ μεγαλύτερου ἀπ᾿ ὅλους θεοῦ Δία, ὅπως λέγουν αὐτοί. Εἶναι πράγματα ὅλα αὐτά, ποὺ καὶ γιὰ τὰ ζῷα ἂν τὰ ἔλεγε κανεὶς θὰ κοκκίνιζε. Τὰ ἴδια ἔχω νὰ πῶ καὶ γιὰ τοὺς πεζογράφους καὶ μάλιστα ὅταν γράφουν γιὰ νὰ διασκεδάσουν.
Ἐπίσης δὲν θὰ μιμηθοῦμε τοὺς ρήτορες τῶν δικαστηρίων, ποὺ ἡ τέχνη τους εἶναι τὸ ψέμα. Γιατί τὸ ψέμα δὲν εἶναι ὠφέλιμο οὔτε στὰ δικαστήρια οὔτε πουθενὰ ἀλλοῦ, μιὰ καὶ προτιμήσαμε, σὰν χριστιανοί, τὸν σωστὸ κι ἀληθινὸ δρόμο τῆς ζωῆς καὶ τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς προστάζει νὰ μὴ καταφεύγουμε στὰ δικαστήρια. Ἀπ᾿ ὅσα μᾶς διδάσκουν οἱ παρὰ πάνω, θὰ διαλέγουμε καὶ θὰ παίρνουμε μονάχα ὅ, τι εἶναι ἔπαινος τῆς ἀρετῆς καὶ κατάκριση τῆς κακίας. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τ᾿ ἄλλα ζῷα, τὰ λουλούδια εἶναι καλὰ μονάχα γιὰ τὸ ἄρωμά τους καὶ τὸ χρῶμα τους. Γιὰ τὶς μέλισσες ὅμως, ὑπάρχει σ᾿ αὐτὰ καὶ κάτι ἄλλο: τὸ μέλι. Ἔτσι κι ἐδῶ. Ὅσοι στὰ συγγράμματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων δὲν ἀναζητοῦν μονάχα τὴ γλύκα καὶ τὴ χάρη τοῦ λόγου, μποροῦν ν᾿ ἀποκομίσουν καὶ κάποια ὠφέλεια γιὰ τὴν ψυχή. Πρέπει, λοιπόν, αὐτὰ τὰ συγγράμματα νὰ τὰ σπουδάζουμε ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τῶν μελισσῶν. Οἱ μέλισσες δὲν πετᾶνε σὲ ὅλα τὰ λουλούδια μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Κι ὅπου καθίσουν, δὲν κοιτᾶνε νὰ τὰ πάρουν ὅλα. Παίρνουν μονάχα ὅσο χρειάζεται στὴ δουλειά τους καὶ τὸ ὑπόλοιπο τὸ παρατοῦν καὶ φεύγουν. Ἔτσι κι ἐμεῖς, ἂν εἴμαστε φρόνιμοι. Θὰ πάρουμε ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ κείμενα ὅ, τι συγγενεύει μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ μᾶς χρειάζεται καὶ τὰ ὑπόλοιπα θὰ τὰ ἀφήσουμε πίσω μας. Κι ὅπως, κόβοντας τὸ τριαντάφυλλο, ἀποφεύγουμε τ᾿ ἀγκάθια τῆς τριανταφυλλιᾶς, ἔτσι κι ἀπὸ τὰ κείμενα αὐτὰ θὰ πάρουμε ὅ, τι εἶναι χρήσιμο καὶ θὰ φυλάξουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπ᾿ ὅ, τι εἶναι ἐπιζήμιο. Ἀπὸ τὴν πρώτη, λοιπόν, στιγμὴ πρέπει νὰ ἐξετάζουμε τὰ διδάγματα χωριστὰ καὶ νὰ τὰ προσαρμόσουμε στὸν σκοπό μας, φέρνοντας, κατὰ τὴ δωρικὴ παροιμία τὴ σχετικὴ μὲ τοὺς κτίστες, τὴν πέτρα στὸ ἀλφάδι.


Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΔΡΟΜΟΙ

Στὴν ἄλλη ζωή, θὰ φθάσουμε μὲ τὴν ἀρετή. Τὴν ἀρετή, ποὺ ἐξύμνησαν κι οἱ ποιητὲς κι οἱ πεζογράφοι, ἄλλα πιὸ πολὺ οἱ φιλόσοφοι. Ἔτσι, μεγαλύτερη προσοχὴ πρέπει νὰ δώσουμε στὰ συγγράμματα αὐτῶν τῶν τελευταίων. Δὲν εἶναι μικρὸ τὸ κέρδος, ὅταν οἱ ψυχὲς τῶν νέων συνηθίσουν καὶ κάνουν δική τους τὴν ἀρετή. Ὅσα ὁ ἄνθρωπος ἀφομοιώνει στὴν τρυφερὴ ἡλικία του, μένουν ἀσάλευτα. Γιατὶ ἡ ψυχὴ εἶναι ἀκόμα ἁπλὴ τότε καὶ ὅ, τι δέχεται, ἐντυπώνεται πολὺ βαθιὰ μέσα της. Τί ἄλλο τάχα σκέφθηκε ὁ Ἡσίοδος ἀπὸ τὸ νὰ προτρέψει τοὺς νέους στὴν ἀρετή, ὅταν φιλοτεχνοῦσε τοὺς στίχους του, ποὺ ὅλοι τους τραγουδοῦν; Σκέφθηκε ὅτι ὁ δρόμος τῆς ἀρετῆς εἶναι στὴν ἀρχὴ κακοτράχαλος καὶ δυσκολοδιάβατος κι ἀνηφορικός. Ὅτι τὸν κάνει κανεὶς μὲ πολὺ ἱδρώτα καὶ πολὺ κόπο. Ὅτι, γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο, δὲν μπορεῖ ὁ καθένας νὰ βάλει τὸ πόδι του σ᾿ αὐτὸν τὸν δρόμο, μὲ τὴν ἀποτομιὰ ποὺ δείχνει, κι οὔτε, ἂν τὸν περπατήσει, θὰ φθάσει εὔκολα στὴν κορφή. Ὅτι σὰν φθάσει ὅμως ἐκεῖ πάνω, βλέπει πῶς στὴν πραγματικότητα ἦταν ἕνας δρόμος ἴσιος, ὄμορφος, εὔκολος, καλοδιάβατος καὶ πιὸ εὐχάριστος ἀπὸ τὸν ἄλλο, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κακία καὶ ποὺ ὁ ἴδιος ποιητὴς εἶπε ὅτι μονομιᾶς μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸν διαβεῖ, γιατί βρίσκεται κοντά μας. Ἐγὼ τὸ πιστεύω: Ὁ Ἡσίοδος ἱστόρησε ὅλα αὐτὰ γιὰ νὰ μᾶς παροτρύνει στὴν ἀρετή, νὰ σπρώξει τὸν καθένα στὸ καλό, νὰ μᾶς κάνει νὰ μὴ τὸ βάλουμε κάτω μπροστὰ στοὺς κόπους καὶ νὰ μὴ σταματήσουμε πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ δρόμου. Κι ὅποιος ἄλλος μὲ τέτοιο τρόπο τραγούδησε τὴν ἀρετή, ἂς γίνει ὁ λόγος του καλόδεχτος ἀπὸ μᾶς, μιὰ κι ὁδηγεῖ στὸν ἴδιο σκοπό.
Ἄκουσα κάποτε νὰ μιλᾶ σχετικὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ εἶχε τὴ δύναμη νὰ ἐμβαθύνει στὸ νόημα τῶν ποιητῶν. Ἔλεγε, λοιπόν, ὅτι ὅλη ἡ ποίηση τοῦ Ὁμήρου δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἕνας ὕμνος τῆς ἀρετῆς. Ὅλα, στὸν Ὅμηρο, ἐκτὸς ἀπὸ ὅ, τι εἶναι περιθωριακό, ἀποβλέπουν σ᾿ αὐτό. Ἔτσι, λόγου χάρη, συμβαίνει μὲ ὅσα γράφει γιὰ τὸν Ὀδυσσέα, ποὺ σώθηκε γυμνὸς ἀπὸ τὸ ναυάγιο καί, στὴν ἀρχή, μὲ μόνη τὴν ἐμφάνισή του, προκάλεσε τὸν σεβασμὸ τῆς βασιλοκόρης Ναυσικᾶς. Ἡ γύμνια του δὲν ἦταν ντροπή, γιατί ἀντὶ γιὰ ροῦχα ἦταν ντυμένος μὲ τὴν ἀρετή. Κι ὕστερα προκάλεσε ἀγαθὴ ἐντύπωση καὶ στοὺς ἄλλους Φαίακες, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ παρατήσουν τὴν τρυφηλὴ ζωή τους καὶ νὰ προσπαθοῦν, θαυμάζοντάς τον, νὰ τὸν μιμηθοῦν. Καὶ στὸ στόμα κάθε Φαίακος, τότε, ἄλλη εὐχὴ δὲν ὑπῆρχε παρὰ νὰ γίνει δεύτερος Ὀδυσσεας, ἔστω καὶ θαλασσοδαρμένος. Γιατί -ἔλεγε ὁ ἑρμηνευτὴς ἐκεῖνος τοῦ ποιητικοῦ νοήματος- μὲ αὐτὰ ὁ Ὅμηρος διδάσκει ξάστερα τὰ ἑξῆς: Ἄνθρωποι γυμνασθῆτε στὴν ἀρετή, ποὺ κολυμπᾶ μαζί σας στὸ ναυάγιο, κι ὅταν πατήσετε στὴ στεριὰ γυμνοί, θὰ σᾶς παραστήσει πιὸ τιμημένους ἀπὸ τοὺς ἀμέριμνους Φαίακες. Καί, πραγματικά, αὐτὸ εἶναι. Ὅλα τὰ ἄλλα, ποὺ τυχὸν ἔχουμε, ἀνήκουν ἐξ ἴσου στοὺς ἰδιοκτῆτες τους καὶ σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἄνθρωπο. Πέφτουν πότε ἐδῶ καὶ πότε ἐκεῖ, ὅπως τὰ ζάρια. Ἡ μόνη ἀναφαίρετη ἰδιοκτησία εἶναι ἡ ἀρετή. Τὴν ἔχει δική του ὁ καθένας κι ὅσο ζῆ κι ὅταν φύγει ἀπ᾿ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ Σόλων, θαρρῶ, εἶπε στοὺς πλουσίους τό:
Δὲν θ᾿ ἀνταλλάξουμε μαζί τους τὸν πλοῦτο
μὲ τὴν ἀρετή. Πάντα ἐκείνη μένει,
ἐνῷ τὸ χρῆμα συχνὰ ἀπ᾿ τὸν ἕνα στὸν ἄλλο περνᾶ.
Παρόμοια εἶναι κι ὅσα λέγει ὁ Θέογνις. Ὁ κάθε θεὸς γέρνει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὸν ζυγὸ μὲ διαφορετικὸ πάντα τρόπο, ὥστε:
ἄλλοτε νὰ πλουτοῦν κι ἄλλοτε νὰ μὴν ἔχουν τίποτε.
Ἀλλὰ κι ὁ σοφιστὴς Πρόδικος, ὁ Κεῖος, ἐκφράζεται παρόμοια κάπου στὰ συγγράμματά του, φιλοσοφώντας γύρω ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν κακία. Ἂς δώσουμε, λοιπόν, καὶ σ᾿ αὐτὸν προσοχή, γιατί εἶναι ἀξιόλογος ἄνθρωπος. Διηγεῖται τὰ ἑξῆς, ἀπὸ ὅσο θυμᾶμαι, γιατί δὲν ἔχω ἀποστηθισμένο τὸν λόγο του, ποὺ εἶναι πεζὸς κι ὄχι σὲ στίχους. Ὅταν ὁ Ἡρακλῆς ἦταν ἀκόμα πολὺ νέος, σχεδὸν τῆς ἡλικίας σας, σκεφτόταν ποιὸν δρόμο νὰ πάρει, τὸν κοπιαστικὸ τῆς ἀρετῆς ἢ τὸν πολὺ εὔκολο. Τὸν σίμωσαν, λοιπόν, δυὸ γυναῖκες, ἡ Ἀρετὴ κι ἡ Κακία. Ἡ διαφορά τους φάνηκε εὐθύς, μὲ τὴν ἐξωτερική τους ἐμφάνιση, πρὶν ἀκόμα ἀρθρώσουν λέξη. Ἢ μιὰ ἦταν στολισμένη φανταχτερὰ ἀπὸ τὴν κομμωτικὴ τέχνη, σὰν καλλονή, ἀλλὰ μὲ πλαδαρὲς σάρκες ἓξ αἰτίας τῆς τρυφηλῆς ζωῆς, κι ἀπὸ πίσω της ἔρχονταν ὅλα τὰ πάθη τῆς ἡδονῆς. Τὰ ἔδειχνε ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ συνόδευε μὲ πολλὲς ὑποσχέσεις, προσπαθώντας νὰ τραβήξει πρὸς τὸ μέρος τῆς τὸν Ἡρακλῆ. Ἢ ἄλλη ἦταν ἰσχνή, ἀτημέλητη, μὲ σοβαρὸ βλέμμα κι ἔλεγε πράγματα ἐντελῶς διαφορετικά. Δὲν ὑποσχόταν τίποτε τὸ ἀναπαυτικὸ καὶ τὸ εὐχάριστο. Ὑποσχόταν μονάχα χίλιους δυὸ κόπους κι ἱδρώτα καὶ κινδύνους παντοῦ, σὲ στεριὲς καὶ θάλασσες. Καὶ τὸ βραβεῖο, γιὰ ὅλα αὐτά, θὰ ἦταν νὰ γίνει ὁ Ἡρακλῆς θεὸς - ἔλεγε ὁ Πρόδικος. Κι ὅπως ξέρετε, ὁ Ἡρακλῆς, στὸ τέλος αὐτὴν ἀκολούθησε.


ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑ

Ὅλοι, λοιπόν, σχεδὸν οἱ ἀξιόλογοι γιὰ τὴ σοφία τους ἄνθρωποι, ἄλλος λιγότερο κι ἄλλος περισσότερο, κι ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του, ἔχουν ἐξυμνήσει, στὰ ὅσα ἔγραψαν, τὴν ἀρετή. Αὐτοὺς πρέπει νὰ πιστεύουμε καὶ νὰ πασχίζουμε νὰ ἐφαρμόσουμε στὴ ζωή μας τὰ λόγια τους. Γιατί ὅποιος στηρίζει μὲ πράξεις τὴ φιλοσοφία, ποὺ ἄλλοι τὴν περιορίζουν στὰ λόγια
αὐτὸς μονάχα ἔχει νοῦ,
σὰν σκιὲς οἱ ἄλλοι γυροφέρνουν.
Ἔχουμε, σ᾿ αὐτὴ τὴν περίπτωση, μιὰ θαυμαστὴ σὲ ὀμορφιὰ προσωπογραφία καὶ πλάι της τὸ ἴδιο πρόσωπο στὴν πραγματικότητα, ἐξίσου ὡραῖο με τὴν ἀπεικόνισή του. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ μὲ φουσκωμένα λόγια ἐξυμνοῦν τὴν ἀρετὴ μπροστὰ στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ στὴ δική τους ζωὴ προτιμοῦν τὴν ἀκολασία ἀπὸ τὴ σωφροσύνη, τὴν πλεονεξία ἀπὸ τὸ δίκιο. Μὲ τί μοιάζουν αὐτοί; Μοιάζουν μὲ τοὺς ἠθοποιοὺς ποὺ παίζουν δράματα καὶ παρουσιάζονται στὴ σκηνὴ συχνὰ σὰν βασιλιάδες καὶ μεγάλοι ἄρχοντες, χωρὶς νὰ εἶναι οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο στὴν πραγματικότητα καί, καμιὰ φορά, οὔτε ἐλεύθεροι πολίτες, ἀλλὰ δοῦλοι. Ὁ μουσικὸς θὰ δεχόταν νὰ μὴν εἶναι καλὰ κουρντισμένη ἡ λύρα του; Ὁ κορυφαῖος του χοροῦ, στὴν τραγῳδία, θὰ δεχόταν νὰ μὴν εἶναι ὁ χορὸς ἐναρμονισμένος μαζί του; Ὄχι. Ὑπάρχουν ὅμως ἄνθρωποι ποὺ θέλουν νὰ διαφωνοῦν μὲ τὸν ἑαυτό τους, κι ἡ ζωή τους νὰ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ λόγια τους, νὰ συμβαίνει σ᾿ αὐτοὺς αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ Εὐριπίδης· ἡ γλώσσα μου ὁρκίσθηκε ἀλλὰ ὄχι κι ὁ νοῦς, καὶ ποῦ νὰ θέλουν νὰ φαίνονται κι ὄχι νὰ εἶναι στ᾿ ἀλήθεια καλοί; Ἀλλὰ κάτι παρόμοιο θὰ ἦταν τὸ ἄκρον ἄωτο τῆς ἀδικίας, ἂν πρέπει νὰ πιστέψουμε στὸν Πλάτωνα, τὸ νὰ δίνει κανεὶς τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι σωστὸς ἄνθρωπος καὶ στὴν πραγματικότητα νὰ μὴν εἶναι.


ΠΕΡΙΚΛΗΣ, ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Ὅσα, λοιπόν, λόγια ὁδηγοῦν πρὸς τὸ καλό, πρέπει νὰ τὰ ἀφομοιώνουμε, ὅπως εἴπαμε παραπάνω. Ἀλλὰ καὶ σπουδαῖες πράξεις τῶν ἀρχαίων σώθηκαν στὴ μνήμη ὡς τὶς ἡμέρες μας ἢ καταγραμμένες στὶς σελίδες τῶν ποιητῶν καὶ τῶν πεζογράφων. Ἂς μὴ παραμελήσουμε καὶ τὴ δική τους ὠφέλεια. Κάποτε, λόγου χάρη, ἕνας χυδαῖος ἄνθρωπος ἔβριζε τὸν Περικλῆ, ἔνῳ ὁ μεγάλος πολιτικὸς δὲν ἔδινε καμιὰ σημασία. Ὅλη τη μέρα ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος περιέλουζε μὲ βρισιὲς τὸν Περικλῆ, ἀλλ᾿ αὐτὸς ἔμενε ἀδιάφορος. Ὅταν, λοιπόν, ἔπεσε τὸ βράδι καὶ σκοτείνιασε κι ἐκεῖνος ἀποκαμωμένος ἀπομακρυνόταν, ὁ Περικλῆς, πιστὸς στὴν ἄσκηση τῆς φιλοσοφίας, πρόσταξε νὰ τοῦ φωτίσουν τὸ δρόμο ποὺ περπατοῦσε. Μιὰ ἄλλη φορά, πάλι, ἕνας ἄνθρωπος ὀργισμένος ἐναντίον τοῦ Εὐκλείδη, τοῦ φιλοσόφου ἀπὸ τὰ Μέγαρα, τὸν ἀπείλησε, καὶ μάλιστα μὲ ὅρκο, ὅτι θὰ τὸν σκότωνε. Ἀλλὰ κι ὁ Εὐκλείδης τοῦ ὁρκίσθηκε ὅτι θὰ τὸν ἱκανοποιοῦσε καὶ θὰ τὸν ἔβγαζε ἀπὸ τὴν ὀργή του. Τί σπουδαῖο θὰ ἦταν ἂν ὅσοι παρασύρονται στὸ πάθος τοῦ θυμοῦ ἔφερναν στὸν νοῦ τους τέτοια περιστατικά! Γιατί δὲν πρέπει νὰ πιστεύουμε στὴν τραγῳδία, ποὺ διδάσκει ὅτι ἡ ὀργὴ ὁπωσδήποτε ἀρματώνει τὸ χέρι ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ μας καὶ νὰ ἐρεθιζόμαστε ἀπ᾿ αὐτή. Κι ἂν αὐτὸ εἶναι δύσκολο, πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦμε τὴ λογικὴ ἐναντίον της καὶ νὰ τῆς κόβουμε τὰ φτερά.
Ἂς γυρίσουμε πάλι στὰ παραδείγματα σπουδαίων πράξεων. Ὅρμησε κάποιος ἐναντίον τοῦ φιλοσόφου Σωκράτη καὶ τὸν χτυποῦσε ἀλύπητα στὸ πρόσωπο. Ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν ἔφερε ἀντίσταση. Ἄφησε τὸν μεθυσμένο νὰ χορτάσει τὴν ὀργή του, ὡς ὅτου ἡ ὄψη τοῦ εἶχε μελανιάσει καὶ πρησθεῖ ἀπὸ τὰ χτυπήματα. Ὅταν τὸ ξύλο σταμάτησε καμιὰ φορά, ὁ Σωκράτης ἔκανε μονάχα αὐτό: ἔγραψε στὸ μέτωπο τοῦ ὁ τάδε τό ῾κανε, ὅπως ἐπιγράφουν στοὺς ἀνδριάντες τὸ ὄνομα τοῦ γλύπτη. Ἦταν ἡ μόνη τοῦ ἐκδίκηση. Τὰ παραδείγματα αὐτὰ ἔχουν σχεδὸν τὴν ἴδια ἐπιδίωξη μὲ τὴν Ἁγία Γραφή μας. Γι᾿ αὐτὸ εἶπα ὅτι εἶναι γιὰ τὴν ἡλικία σας πολὺ ἀξιομίμητα. Λόγου χάρη, τὸ τελευταῖο περιστατικό, ἐκεῖνο τοῦ Σωκράτη, μοιάζει μὲ ὅ, τι παραγγέλλει ὁ Κύριος: ἂν σὲ χτυπήσει κανεὶς στὸ ἕνα μάγουλο, στρέψε του καὶ τὸ ἄλλο, ἀντὶ νὰ ὑπερασπίσεις τὸν ἑαυτό σου. Ὅσο γιὰ τὰ περιστατικὰ τοῦ Περικλῆ ἢ τοῦ Εὐκλείδη, θυμίζουν τὴν ἐντολὴ νὰ ὑπομένουμε ὅποιους μᾶς κάνουν κακὸ καὶ νὰ βαστᾶμε μὲ πραότητα τὴν ὀργή τους, νὰ μὴν καταριόμαστε ἀλλὰ νὰ ἀπαντᾶμε μὲ εὐχὲς στοὺς ἐχθρούς μας.
Ὅποιος προγυμνασθεῖ στὰ ἀρχαῖα ἐκεῖνα παραδείγματα, δὲν θὰ δυσπιστήσει στὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου σὰν ἀκατόρθωτες. Δὲν θὰ λησμονήσω καὶ τὴν πράξη τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ποὺ ἀφοῦ ἔπιασε αἰχμάλωτες τὶς πανέμορφες, ὅπως λέγεται, κόρες τοῦ Δαρείου, δὲν καταδέχθηκε οὔτε νὰ τὶς κοιτάξη, θαρρώντας ντροπὴ γιὰ τὸν νικητὴ ἀνδρῶν νὰ νικηθεῖ ἀπὸ γυναῖκες. Αὐτὸ συμπίπτει μὲ τὸ εὐαγγελικό: ὅποιος ρίξει βλέμμα ἐπιθυμίας σὲ γυναίκα, ἔστω κι ἂν δὲν κάνει μοιχεία στὴν πράξη, μὲ τὸ νὰ δεχθεῖ ὅμως τὴ μοιχεία στὴν ψυχή του, εἶναι ἔνοχος. Ὅσο γιὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Κλεινία, μαθητῆ τοῦ φιλοσόφου καὶ μαθηματικοῦ Πυθαγόρα, εἶναι δύσκολο νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι τυχαῖα συμπίπτει μὲ αὐτὴ τοῦ φιλοσόφου καὶ μαθηματικοῦ Πυθαγόρα. Τί ἔκανε ὁ Κλεινίας; Ἂν ὁρκιζόταν, θὰ γλίτωνε πρόστιμο τριῶν ταλάντων. Ἀλλὰ προτίμησε νὰ πληρώσει αὐτὸ τὸ ὑπέρογκο ποσὸ γιὰ νὰ μὴ πάρει ὅρκο, ἔστω κι ἂν ὁ ὅρκος θὰ ἦταν ἀληθινός. Κι αὐτὸ τὸ ἔκανε, ἴσως γιατί ἄκουσε τὴν ἐντολή, ποὺ ἀπαγορεύει τὸν ὅρκο.

ΤΟ ΤΙΜΟΝΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ἀλλὰ ἂς κάνουμε πάλι πίσω, σὲ ὅ, τι ἔλεγα στὴν ἀρχή. Στὸ ὅτι δηλαδὴ δὲν πρέπει νὰ τὰ ἀφομοιώνουμε ὅλα χωρὶς διάκριση, ἄλλα μονάχα ὅσα ὠφελοῦν. Γιατί εἶναι ντροπή, νὰ ἀπωθοῦμε τὶς βλαβερὲς τροφές, ἔνῳ στὰ μαθήματα, ποὺ εἶναι ἡ τροφὴ τῆς ψυχῆς, νὰ μὴ δίνουμε καμιὰ σημασία, ἀλλὰ νὰ τὰ παίρνουμε καὶ νὰ τὰ καταπίνουμε σὰν τὸ ὁρμητικὸ ποτάμι. Ὁ καπετάνιος δὲν παρατᾶ τὸ καράβι τοῦ ὅπως λάχει στοὺς ἀνέμους, ἄλλα τὸ κατευθύνει πρὸς τὸ λιμάνι. Ὁ τοξότης σκοπεύει τὸν στόχο του. Ὁ χαλκιὰς κι ὁ χτίστης δουλεύουν σύμφωνα μὲ τὸν προσανατολισμὸ τῆς δουλειᾶς τους. Ἐμεῖς εἴμαστε τάχα κατώτεροι ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἐπαγγελματίες τουλάχιστο στὸ νὰ ξεχωρίζουμε τὸ συμφέρον μας; Ὅπως ὁ ἐπαγγελματίας ἔχει ἕνα στόχο στὴ δουλειά του, ἔτσι κι ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ ἔχει ἕνα δικό της στόχο. Καὶ σ᾿ αὐτὸν ἔχουν τὰ μάτια τοὺς ὅλοι ὅσοι δὲν θέλουν νὰ μοιάζουν μὲ ἄλογα ζῷα. Ἀλλιῶς θὰ εἴμαστε τὸ ἴδιο πρᾶγμα μὲ πλοῖα, ποὺ δὲν ἔχουν ἔρμα, τὸ τιμόνι τῆς ψυχῆς μας δὲν θὰ τὸ μεταχειρίζεται ἡ λογικὴ καὶ θὰ γυροφέρνουμε μέσα στὴ ζωὴ ἄσκοπα. Στοὺς γυμναστικοὺς ἀγῶνες καὶ στοὺς μουσικοὺς ἐπίσης διαγωνισμούς, ὅποιος λαβαίνει μέρος, ἔχει ὑπόψη του τὸ ἀντίστοιχο στεφάνι. Ὅποιος ἀθλεῖται στὴν πάλη ἢ στὸ παγκράτιο, δὲν χάνει τὸν καιρό του νὰ παίζει κιθάρα ἢ αὐλό.
Παράδειγμα ὁ χεροδύναμος ἀθλητὴς Πολυδάμας, ποὺ πρὶν κατεβεῖ στοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνες, ἀναχαίτιζε καταμεσὶς τοῦ δρόμου τὰ ἅρματα ποὺ ἔτρεχαν καὶ μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο δυνάμωνε τοὺς μῦς του. Ἐπίσης ὁ Μίλων ὁ Κροτωνιάτης δὲν μετατοπιζόταν ἔξω ἀπὸ τὸ ἀλειμμένο σκουτάρι κι ἀντιστεκόταν στὸ σπρώξιμο ὅπως τὰ κολλημένα μὲ μολύβι ἀγάλματα. Μ᾿ ἕνα λόγο, γυμνάζονταν γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμοι στὰ ἀγωνίσματά τους. Ἂς ὑποθέσουμε ὅμως ὅτι τοὺς ἔτρωγε ἡ περιέργεια κι ἄφηναν τὸν κουρνιαχτὸ τῶν γυμναστηρίων γιὰ τὶς μελῳδίες τοῦ Μαρσύα, τοῦ αὐλητῆ ἀπὸ τὴ Φρυγία, καὶ τοῦ μαθητῆ του, τοῦ Ὄλυμπου. Τί θὰ συνέβαινε τότε; Θὰ κέρδιζαν τὸν κότινο; Θὰ δοξάζονταν; Θὰ προκαλοῦσαν τὸν θαυμασμὸ μὲ τὴν σωματική τους ἀλκή; Ἀλλὰ οὔτε κι ὁ Τιμόθεος, ὁ περίφημος αὐλητὴς ἀπὸ τὴ Θήβα, παράτησε τὴ μουσικὴ γιὰ νὰ χάνει τὸν καιρό του στὶς παλαῖστρες. Γιατί ἂν ἔκανε κάτι τέτοιο, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς ξεπεράσει ὅλους στὴν τέχνη τῶν ἤχων καὶ νὰ ἔχει τέτοια ἱκανότητα σ᾿ αὐτήν, ὥστε, ἀνάλογα μὲ τὸ κέφι του, ἄλλοτε οἰστρηλατοῦσε τὴν ψυχὴ μὲ τὴ σοβαρὴ κι αὐστηρὴ ἁρμονία κι ἄλλοτε, γλυκαίνοντας τοὺς τόνους, τὴ χαλάρωνε καὶ τὴν ἐπράϋνε. Χάρη στὴν τέχνη του, καθὼς λένε, ἀκόμα καὶ τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο, παίζοντας ἕνα φρυγικὸ μέλος, τὸν ἔκανε νὰ πεταχτεῖ ἀπὸ τὸ τραπέζι σὲ πολεμικὸ συναγερμὸ κι ὕστερα τὸν ξανάφερε ἀνάμεσα στοὺς συνδαιτημόνες του, ἁπαλαίνοντας τὸ μουσικό του παίξιμο. Τόση εἶναι ἡ δύναμη καὶ στὴ μουσικὴ καὶ στὸν ἀθλητισμό, ποὺ δίνει ἡ προσαρμοσμένη στὸν σκοπό της ἄσκηση.
Καὶ μιὰ ποὺ ὁ λόγος γιὰ στεφάνια κι ἀθλητές. Τί τραβοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι! Αὐξαίνουν τὴ δύναμή τους μὲ πολὺ ἱδρώτα καὶ κόπους στὰ γυμναστήρια. Ὁ προπονητής τους ἀκόμα καὶ ξύλο τοὺς δίνει. Ἡ δίαιτά τους δὲν εἶναι καθόλου ζηλευτῆ. Εἶναι ἡ γνωστὴ τῶν γυμναστῶν. Κι ἀπὸ κάθε ἄλλη ἄποψη -γιὰ νὰ μὴ μακρηγορήσουμε- περνοῦν ζωὴ δύσκολη, ποὺ εἶναι προετοιμασία γιὰ τὸν ἀγώνα. Κι ἀφοῦ ἔτσι ἑτοιμασθοῦν, τότε μπαίνουν γυμνοὶ στὸ στάδιο καὶ περνοῦν ὅλους τοὺς κόπους καὶ τὶς λαχτάρες, γιὰ νὰ κερδίσουν ἕνα στεφάνι ἀπὸ ταπεινὸ χορτάρι καὶ νὰ ἀναγορευθοῦν νικητές. Κι ἐμεῖς, τώρα, ποὺ περιμένουμε τόσο θαυμαστὰ στὸν ἀριθμὸ καὶ στὴν ἀξία στεφάνια, ἀπερίγραπτὰ μὲ λέξεις, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πετύχουμε μὲ ἡμίμετρα, μὲ μαλθακὴ ζωή, μὲ ἔλλειψη περιορισμῶν; Ἂν ἦταν ἔτσι, ἡ ἀμεριμνησία θὰ ἦταν πολύτιμο πρᾶγμα στὴ ζωή.
Ὁ Σαρδανάπαλος, ὁ Ἀσσύριος ἐκεῖνος βασιλιάς, ποὺ ἦταν ὀνομαστὸς γιὰ τὴν τρυφηλὴ ζωή του, θὰ ἔπρεπε νὰ ἦταν ὁ πιὸ εὐτυχισμένος ἄνθρωπος. Ἐπίσης ὁ Μαργίτης, ποὺ καθὼς ἀναφέρει ἕνα ποίημα ἀποδινόμενο στὸν Ὅμηρο, δὲν ἦταν ἱκανὸς οὔτε νὰ ὀργώνει οὔτε νὰ σκάβει οὔτε τίποτε ἄλλο παρόμοιο νὰ κάνει. Ἀλλὰ ἂς κοιτάξουμε μήπως εἶναι μεγάλη ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ εἶπε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑφτὰ σοφούς, ὁ Πιττακός, ὅτι τὸ νὰ γίνει κανεὶς καλὸς ἄνθρωπος εἶναι δύσκολο πράγμα. Πραγματικά, θ᾿ ἀποκτήσουμε μὲ πολλοὺς κόπους τὰ ἀγαθά, πού, καθὼς προείπαμε, τίποτε τὸ ἀνθρώπινο δὲν τοὺς μοιάζει. Δὲν πρέπει, λοιπόν, νὰ εἴμαστε ἀμελεῖς καὶ μὲ λιγόχρονη ἀκηδία νὰ χάσουμε τὶς ἐλπίδες πολὺ ἀκριβῶν πραγμάτων. Ἔτσι, θὰ ἦταν σὰν νὰ θέλουμε νὰ τιμωρηθοῦμε καὶ σ᾿ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο, πρᾶγμα πολὺ βαρὺ γιὰ κάθε συνετὸ ἄνθρωπο, ἄλλα καὶ στὰ κριτήρια, ποὺ ὑπάρχουν εἴτε κάτω ἀπὸ τὴ γῆ εἴτε ὁπουδήποτε ἄλλου τοῦ σύμπαντος. Γιατί, ὅποιος χωρὶς νὰ θέλει δὲν ἔξεπληρωσε τὸ καθῆκον του, ἴσως συγχωρηθεῖ κάπως ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀλλὰ ὅποιος διάλεξε συνειδητὰ τὸ κακό, εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος καὶ θὰ τιμωρηθεῖ ἀπανωτά.


ΕΝΑΣ ΑΞΙΟΔΑΚΡΥΤΟΣ ΗΝΙΟΧΟΣ

Ἀλλά, θὰ πεῖ κανείς: Τί πρέπει, λοιπόν, νὰ κάνουμε; Ἁπλούστατα: τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ παραμερίσουμε τὸ κάθε τί καὶ νὰ μεριμνήσουμε γιὰ τὴν ψυχή. Δὲν πρέπει νὰ εἴμαστε ὑποταγμένοι στὸ σῶμα, χωρὶς ἀπόλυτη ἀνάγκη. Ἀλλὰ νὰ παρέχουμε στὴν ψυχὴ ὅ, τι τὸ πιὸ καλό, χρησιμοποιώντας τὴ σωστὴ σκέψη καὶ λύνοντας τὴν ἔτσι ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῶν παθῶν τοῦ σώματος, ποὺ εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο ἡ φυλακή της. Καί, παράλληλα κάνοντας τὸ σῶμα ἀνώτερο ἀπὸ τὰ πάθη. Λόγου χάρη, παρέχοντας στὸ στομάχι ὅ, τι εἶναι ἀναγκαῖο κι ὄχι ὅ, τι εἶναι εὐχάριστο. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ποὺ ψάχνουν σὲ στεριὲς καὶ σὲ θάλασσε, γιὰ νὰ βροῦν σπουδαίους μαγείρους καὶ τραπεζοποιούς, λὲς καὶ τοὺς πρόσταξε νὰ τὸ κάνουν κάποιος ἀπαιτητικὸς ἡγεμόνας, σὰν φόρο στὴ βουλιμία του. Εἶναι ἄνθρωποι γιὰ κλάματα. Δεινοπαθοῦν ὅπως οἱ κολασμένοι στὸν ᾅδη. Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο; Ὅπως λέγει ἡ παροιμία, κουβαλοῦν νερὸ μὲ κόσκινο σὲ τρύπιο πιθάρι κι οἱ κόποι τοὺς τέλος δὲν ἔχουν. Κι ἡ περίσσια περιποίηση τῶν μαλλιῶν καὶ τοῦ ντυσίματος εἶναι, κατὰ τὰ λεγόμενα τοῦ Διογένη, ἀπασχόληση ἀνθρώπων ἀδίκων ἡ δυστυχισμένων. Τὸ νὰ εἶναι κανεὶς κομψευόμενος ἡ καὶ τὸ νὰ λέγεται τέτοιος, εἶναι τὸ ἴδιο περίπου σὰν νὰ μιμεῖται τὶς ἑταῖρες ἡ νὰ ἐπιβουλεύεται τὴν οἰκογενειακὴ τιμὴ τοῦ πλησίον του.
Τί διαφορά, γιὰ τὸν φρόνιμο ἄνθρωπο, ἀνάμεσα στὸ πολυτελὲς καὶ στὸ ἅπλα πρακτικὸ ροῦχο, μιὰ καὶ τὸ τελευταῖο κάνει τὴ δουλειά του, προστατεύοντας τὸ κορμὶ ἀπὸ τὸ χειμωνιάτικο κρύο κι ἀπὸ τὸ κάμα τοῦ καλοκαιριοῦ; Καὶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα, πάλι, τὸ ἴδιο ἰσχύει: νὰ μὴ ξεπερνοῦν τὸ μέτρο τῆς λογικῆς ἀνάγκης κι οὔτε νὰ κολακεύουν τὸ σῶμα σὲ βάρος τοὺς συμφέροντος τῆς ψυχῆς. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀξίζει νὰ λέγεται ἄνθρωπος, θεωρεῖ ἴδια ντροπὴ τὸ νὰ εἶναι κομψευόμενος καὶ ὑπηρέτης τοῦ κορμιοῦ, ὅπως καὶ τὸ νὰ εἶναι ὑποδουλωμένος σὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο πάθος. Ὅποιος κάνει τὸ πᾶν γιὰ τὴν ἐκζήτηση στὴ σωματική του ἐμφάνιση, ἀποδείχνει ὅτι δὲν ἔχει συνείδηση τῆς ἀληθινῆς ἀνθρώπινης ἀξίας. Δὲν καταλαβαίνει τὸ σοφὸ γνωμικό, ποὺ λέγει: ἄνθρωπος δὲν εἶναι ὅ, τι φαίνεται ἀπ᾿ ἔξω. Πρέπει, μὲ ὑψηλότερη σκέψη, νὰ καταλαβαίνουμε τί πραγματικὰ εἴμαστε ὁ καθένας.
Γιὰ νὰ γίνει αὐτό, χρειάζεται ψυχὴ καθαρὴ πιὸ πολὺ ἀπ᾿ ὅ, τι γιὰ νὰ δεῖ κανεὶς τὸν ἥλιο μὲ γερὰ μάτια. Καὶ τί σημαίνει, μὲ λίγα λόγια, καθαρὴ ψυχή; Περιφρόνηση τῶν σωματικῶν ἀπολαύσεων. Δηλαδὴ νὰ μὴν τρέφουμε τὴν ὅρασή μας μὲ τὰ ἄτοπα θεάματα τῶν θαυματοποιῶν. Νὰ μὴν ἐκθέτουμε γυμνὰ τὰ σώματα, πρᾶγμα ποὺ προκαλεῖ τὴν ἡδονὴ ἄμεσα. Νὰ μὴν ἀκοῦμε μεθυστικὰ τραγούδια γιὰ τὴν ψυχή, μὲ ἄσεμνο περιεχόμενο, μιὰ καὶ τέτοια μουσικὴ δίνει ζωὴ σὲ πάθη ποὺ ὑποδουλώνουν κι ἐξευτελίζουν τὸν ἄνθρωπο. Ἄλλη εἶναι ἡ μουσικὴ ποὺ ταιριάζει σὲ μᾶς. Μιὰ μουσικὴ ποὺ εἶναι καλύτερη κι ὑψώνει στὸ καλύτερο. Ἐκείνη ποὺ μεταχειριζόταν κι ὁ Δαβίδ, ὁ ποιητὴς τῶν ψαλμῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιὰ νὰ κατασιγάσει τὴν ἐξαλλοσύνη τοῦ βασιλιὰ Σαούλ. Κάτι παρόμοιο λέγεται καὶ γιὰ τὸν φιλόσοφο καὶ μαθηματικὸ Πυθαγόρα. Κάποτε συναπάντησε μεθυσμένους, ποὺ βρίσκονταν σὲ εὐθυμία. Πρόσταξε, λοιπόν, τὸν αὐλητή, ποὺ τοὺς συνόδευε, ν᾿ ἀλλάξει σκοπὸ καὶ νὰ παίξει δωρικὴ μελῳδία. Τότε, κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδρασή της, ᾖρθαν στὰ συγκαλά τους, πέταξαν τὰ στεφάνια καὶ τράβηξαν γιὰ τὰ σπίτια τοὺς γεμάτοι ντροπή. Ἄλλοι πάλι, κάτω ἀπὸ τοὺς ἤχους τοῦ αὐλοῦ, μεταβάλλονται σὲ Κορύβαντες καὶ Βάκχες. Τόσο διαφέρει στὴν ἐπίδρασή της ἡ καλὴ ἀπὸ τὴν ἀνήθικη μουσική. Λοιπόν, τὸ πρῶτο ποὺ πρέπει νὰ ἀποφεύγετε ἀπ᾿ ὅσα καταφάνερα αἰσχρὰ πράγματα ὑπάρχουν, εἶναι ἡ μάθηση τῆς μουσικῆς ποὺ ἔχει σήμερα πέραση. Καὶ τὸ νὰ ἀνακατεύετε τὴν ἀτμόσφαιρα μὲ λογιῶν-λογιῶν ἀναθυμιάσεις, ποὺ ἤδονιζουν τὴν ὄσφρηση, ἡ τὸ νὰ φορᾶτε ἀρώματα, ντρέπομαι ἀκόμα καὶ νὰ τὰ ἀπαγορέψω. Ὅσο γιὰ τὶς ἡδονὲς τῆς ἐπαφῆς καὶ τῆς γεύσεως, τί νὰ πῶ ἄλλο ἀπὸ τὸ ὅτι ὑποχρεώνουν ὅσους τοὺς ἔχουν δοθεῖ νὰ ζοῦνε σὰν κτήνη, ἔχοντας ἐνδιαφέρον μονάχα γιὰ τὴν κοιλιὰ κι ὅ, τι εἶναι κάτω ἀπὸ τὴν κοιλιά;
Ἂς τὸ πῶ, σύντομα: ὅποιος δὲν θέλει νὰ βουλιάξει στὸ βόρβορο τῶν σωματικῶν ἡδονῶν, πρέπει νὰ περιφρονήσει ὅλο τὸ σῶμα ἡ νὰ τὸ φροντίζει τόσο μονάχα ὅσο τοῦ χρειάζεται γιὰ νὰ τὸ ἔχει βοηθὸ στὴ φιλοσοφία, ὅπως λέγει ὁ Πλάτων κι ὅπως λέγει ὁ Παῦλος συμβουλεύοντας νὰ μὴ φροντίζουμε γιὰ τὸ σῶμα κατὰ τρόπο ποὺ νὰ δίνει λαβὴ σὲ ἐπιθυμίες. Ὅσοι φροντίζουν γιὰ νὰ εἶναι καλὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, ποὺ θὰ χρησιμοποιήσει τὸ σῶμα, τὴν παραμελοῦν σὰν ἀνάξια λόγου, εἶναι ἴδιοι με ὅσους νοιάζονται πολὺ γιὰ τὰ ἐργαλεῖα, ἀλλὰ δὲν τοὺς νοιάζει γιὰ τὴν τέχνη, ποὺ τὰ χρησιμοποιεῖ. Τὸ ἀντίθετο πρέπει νὰ γίνεται. Νὰ τιμωροῦν τὸ σῶμα. Νὰ καταπτοοῦν τὶς ὁρμές του σὰν θηρία. Νὰ παίρνουν τὴν ὀρθὴ σκέψη σὰν βούρδουλα καὶ νὰ μαστιγώνουν καὶ νὰ ἀποκοιμίζουν τὴν τρικυμία τῆς ψυχῆς, ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὸ σῶμα. Κι ὄχι ἀμολώντας κάθε χαλινάρι γιὰ τὴν ἡδονή, ν᾿ ἀφήνουν τὴν ψυχὴ στὸ κατάντημα ἄτυχου ἡνιόχου, ποὺ τὸν πάνε κατὰ κρημνῶν ἀτίθασα κι ὁρμητικὰ ἄλογα. Ἂς θυμοῦνται καὶ τὸ ἑξῆς ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Πυθαγόρα: κάποτε, σὰν εἶδε ἕνα φίλο του, ποὺ μὲ τὴν καλοφαγία καὶ τὶς σωματικὲς ἀσκήσεις, εἶχε κάνει κορμὶ ἐντυπωσιακό, τοῦ εἶπε: Δὲν παύεις, φίλε μου νὰ φτιάχνεις τὴ φυλακή σου πιὸ δύσκολη; Λένε καὶ γιὰ τὸν Πλάτωνα: προβλέποντας τὶς ζημιές, ποὺ θὰ τοῦ προκαλοῦσε τὸ κορμί, ἐγκαταστάθηκε ἔξεπιτηδες στὴν Ἀκαδημία, τόπο τῆς Ἀττικῆς νοσηρό, γιὰ νὰ κόψει ἔτσι τὴν ὑπερβολικὴ εὐαισθησία τοῦ σώματος, ὅπως κόβουν τὸ περίσσιο φύλλωμα τοῦ ἀμπελιοῦ. Ἐγὼ μάλιστα ἄκουσα τοὺς γιατροὺς νὰ λένε ὅτι ἡ πολλὴ ὑγεία εἶναι κάτι τὸ ἐπικίνδυνο.
Μιά, λοιπόν, ποὺ ἡ περίσσια φροντίδα γιὰ τὸ σῶμα εἶναι καὶ στὸ ἴδιο ἄχρηστη καὶ στὴν ψυχὴ ἐμπόδιο, εἶναι σωστὴ ἀφροσύνη τὸ νὰ ἐξαρτᾶμε ὅλα ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ νὰ εἴμαστε σκλάβοι του. Κανένα ἄλλο ἀνθρώπινο πρᾶγμα δὲν ἀξίζει τόσο θαυμασμὸ ὅσο ἡ ἄσκηση στὴν περιφρόνηση τοῦ σώματος. Δὲν καταλαβαίνω, λόγου χάρη, τί θὰ τὸν χρειασθοῦμε τὸν πλοῦτο, ὅταν ἔχουμε καταπατήσει τὶς σωματικὲς ἡδονές. Ἐκτὸς ἂν εἶναι εὐχαρίστηση νὰ ἀγρυπνεῖ κανεὶς πάνω ἀπὸ θαμμένους θησαυρούς, ὅπως οἱ μυθικοὶ δράκοντες, ποὺ ἀναφέρει ὁ ἱστορικὸς Ἡρόδοτος. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει καλλιεργηθεῖ κι ἀπόκτησε ἐλεύθερο φρόνημα ὡς πρὸς αὐτά, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ἡ νὰ πεῖ ποτὲ κάτι τὸ ποταπὸ καὶ τὸ αἰσχρό. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος προσέχει μονάχα τὸ ἀναγκαῖο. Τὰ ὑπόλοιπα, ἔστω κι ἂν εἶναι σὰν τὸ χρυσάφι τοῦ Πακτωλοῦ ποταμοῦ ἡ σὰν τὸ χρυσάφι ποὺ βγάζουν τὸ μερμήγκια, ποὺ ἀναφέρει ὁ Ἡρόδοτος, τὰ κανονίζουν οἱ ἀνάγκες τῆς φύσεως κι ὄχι ἡ ἄπλησια τῶν ἡδονῶν. Ὅσοι ξεπερνοῦν τὰ σύνορα τῆς ἀνάγκης, μοιάζουν μὲ ἀνθρώπους ποὺ γλιστροῦν σὲ κατήφορο καὶ μὴν ἔχοντας ποὺ νὰ στηρίξουν τὰ πόδια τοὺς ἐξακολουθοῦν ἀέναα νὰ πέφτουν. Ὅσο πιὸ πολλὰ ἀποκτοῦν, τόσο περισσότερα χρειάζονται, γιὰ νὰ ἱκανοποιοῦν τὶς ἐπιθυμίες ὅπως λέγει κι ὁ νομοθέτης Σόλων:
Στὸν ἀνθρώπινο πλοῦτο τέρμα φανερὸ δὲν ὑπάρχει.
Ἀλλὰ κι ὁ Θέογνις ἂς ἔρθει στὴ μέση γιὰ νὰ μᾶς διδάξει σ᾿ αὐτὸ τὸ ζήτημα:
Δὲν ποθῶ οὔτε εὔχομαι νὰ γίνω πλούσιος. Ἄμποτε μὲ λίγα νὰ ζῶ, χωρὶς δεινά.
Ἄξιος θαυμασμοῦ εἶναι κι ὁ Διογένης, ποὺ περιφρονοῦσε ὅλα μαζὶ τὰ ἀνθρώπινα ἀγαθὰ κι ἔλεγε ὅτι εἶναι πλουσιώτερος κι ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῆς Περσίας, γιατί στὴ ζωὴ τοῦ εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ λιγότερα πράγματα. Οἱ πολλοὶ ὅμως τίποτε δὲν θαρροῦν ἀρκετὸ καὶ θὰ ἤθελαν νὰ ἔχουν τὰ τάλαντα τοῦ Πυθίου κι ἀπέραντα χωράφια κι ἀναρίθμητα κοπάδια. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸν πλοῦτο, ὅταν δὲν τὸν ἔχουμε, δὲν πρέπει νὰ τὸν ποθοῦμε. Κι ὅταν τὸν ἔχουμε, νὰ μὴ καυχώμαστε γιὰ τὸ ὅτι εἶναι δικός μας, ἀλλὰ γιὰ τὸ ὅτι ξέρουμε νὰ τὸν χρησιμοποιοῦμε. Σωστὰ μίλησε ὁ Σωκράτης σ᾿ ἕνα πλούσιο, ποὺ καυχιόταν γιὰ τὸ βιός του, ὅταν τοῦ εἶπε ὅτι δὲν θὰ τὸν θαύμαζε πρὶν διαπιστώσει ἂν ἤξερε νὰ τὸν χρησιμοποιήσει. Θὰ ἦταν γιὰ γέλια ὁ Φειδίας κι ὁ Πολύκλειτος, ἂν καυχιόντουσαν γιὰ τὸ χρυσάφι καὶ τὸ φίλντισι, μὲ τὰ ὅποια ὁ ἕνας ἔφτιαξε τὸ ἄγαλμα τοῦ Δία γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Ἠλείας κι ὁ ἄλλος τὸ ἄγαλμα τῆς Ἥρας γιὰ τοὺς Ἄργειους. Γιατί θὰ εἶχαν καυχηθεῖ γιὰ πλοῦτο ποὺ δὲν ἦταν δικός τους καὶ γιατί δὲν θὰ λογάριαζαν τὴν τέχνη τους ποὺ ἔδωσε νόημα κι ὀμορφιὰ στὸ χρυσάφι. Ἐμεῖς τώρα εἴμαστε λιγότερο καταγέλαστοι ἂν παραδεχθοῦμε ὅτι ἡ ἀρετὴ δὲν εἶναι ἀρκετὸ στολίδι τοῦ ἑαυτοῦ της;
Ἂς ποῦμε, λοιπόν, ὅτι καταπατήσαμε τὸν πλοῦτο καὶ περιφρονήσαμε τὶς ἡδονὲς τῶν αἰσθήσεων. Θὰ ἐπιζητήσουμε ὅμως τὴν κολακεία καὶ τὰ χάδια καὶ θὰ ἀντιγράψουμε τὴ φιλοκέρδεια καὶ τὴν εὐστροφία τῆς ἀλεπούς, ποῦ ἀναφέρει ὁ μύθος τοῦ λυρικοῦ ποιητῆ Ἀρχιλόχου; Ὁ φρόνιμος ἄνθρωπος τίποτε ἄλλο δὲν πρέπει νὰ ἀποφεύγει περισσότερο ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἐπιδείξεων, ἀπὸ τὸ νὰ τὸν ἐπηρεάζει τὸ τί θὰ πεῖ γι᾿ αὐτὸν ὁ κόσμος, ἀπὸ τὸ νὰ μὴν ἔχει πυξίδα τῆς ζωῆς τοῦ τὴ λογική. Ἂν τὰ ἔχει ἀποφύγει αὐτά, τότε δὲν φοβᾶται νὰ πάει ἀντίθετα πρὸς τὴ γνώμη ὅλης της κοινωνίας, νὰ τὸν κατηγορήσουν, νὰ κινδυνέψει γιὰ χάρη τοῦ ἀγαθοῦ, νὰ σταθεῖ ἀκλόνητος στὴν ὀρθὴ ἀπόφαση. Ἕνας ποὺ δὲν ζῆ ἔτσι, δὲν διαφέρει σὲ τίποτε ἀπὸ τὸν ὁμηρικὸ Πρωτέα, ποὺ ὅταν ἤθελε γινόταν φυτὸ ἡ ζῷο ἡ φωτιὰ ἡ νερὸ ἡ ὁτιδήποτε ἄλλο πράγμα. Γιατί ἕνας τέτοιας λογῆς ἄνθρωπος ἄλλοτε ἐξυμνεῖ τὸ δίκιο σὲ ὅσους τὸ τιμοῦν, ἄλλοτε θὰ πεῖ τὰ ἀντίθετα, ὅταν δεῖ ὅτι κυριαρχεῖ ἡ ἀδικία, ὅπως ἀκριβῶς κάνουν οἱ κόλακες. Κι ὅπως τὸ χταπόδι ἀλλάζει χρῶμα ἀνάλογα μὲ τὸν βυθό, ἔτσι κι αὐτὸς θ᾿ ἀλλάζει γνῶμες ἀνάλογα μ᾿ ἐκεῖνες τῶν γύρω του.

Ο ΒΙΑΣ, Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΚΙ ΕΜΕΙΣ

Αὐτὰ ὅλα θὰ τὰ διδαχθοῦμε τελειότερα στὴν Ἁγία Γραφή μας. Ἀλλὰ πρὸς ὥρας τὰ περιγράφουμε, σὰν σκιαγράφημα τῆς ἀρετῆς ἀπὸ τὴν κοσμικὴ σοφία. Ὅσοι μ᾿ ἐπιμέλεια μαζεύουν τὴν ὠφέλεια ἀπὸ κάθε τί, μοιάζουν μὲ ποτάμια ποὺ παίρνουν στὸ διάβα τοὺς νερὸ ἀπὸ παραποτάμους κι ὁλοένα γίνονται μεγαλύτερα. Εἶναι σωστὴ ἡ ὑπόμνηση τοῦ Ἡσιόδου γιὰ τὸ λίγο ποὺ προστίθεται στὸ λίγο, ὄχι μονάχα σχετικὰ μὲ τὸ χρῆμα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ γνώση. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν κι ἡ γνώση γίνεται περισσότερη καὶ μεγάλη. Ὅταν ὁ φιλόσοφος Βίας ἀποχαιρετοῦσε τὸν γιό του, ποὺ ἔφευγε γιὰ τὴν Αἴγυπτο, καὶ τὸ παιδὶ τὸν ρώτησε μὲ ποιὰ πράξη του θὰ τὸν εὐχαριστοῦσε περισσότερο, τοῦ ἀποκρίθηκε: Ἀποκτώντας ἐφόδιο γιὰ τὰ γηρατιά σου. Καὶ μὲ τὴ λέξη ἐφόδιο ἐννοοῦσε τὴν ἀρετή, περιγράφοντας τὴ σύντομα, μιὰ καὶ τὴν ὠφέλεια τῆς τὴν περιόριζε στὸ μῆκος τοῦ ἀνθρώπινου βίου. Ἀλλὰ γιὰ μένα, ἔστω κι ἂν πρόκειται γιὰ τὰ γηρατιὰ τοῦ μυθικοῦ Τιθωνοῦ ἡ τοῦ μακρόβιου βασιλιὰ τῆς Ταρτησσοῦ, τοῦ Ἄργανθωνιου ἡ καὶ τοῦ Μαθουσάλα, ποὺ ἀναφέρει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη καὶ λέγει ὅτι ἔζησε ἐννιακόσια ἑβδομῆντα χρόνια, ἔστω ἀκόμα κι ἂν πρόκειται νὰ ὑπολογίσουμε ὅλο τὸν χρόνο ἀπὸ τότε ποὺ πρωτοφανηκε ὁ ἄνθρωπος, βλέπω τὸ διάστημα αὐτὸ σὰν παιδιάστικη, γιὰ γέλια ἔκταση. Γιατί ἀτενίζω τὸν μακρὸ κι ἀγέραστο αἰῶνα, ποὺ τέλος δὲν ἔχει, τὴν ἡλικία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς.
Συμβουλέω ν᾿ ἀποκτᾶμε ἐφόδιο γιὰ τὴν ἀτελεύτητη αὐτὴ ζωή, κινώντας, σύμφωνὰ μὲ τὴ γνωστὴ ἔκφραση, πάντα λίθον, ὥστε νὰ παίρνουμε ἀπὸ παντοῦ ὠφέλεια γιὰ μιὰ τέτοια προοπτική. Βέβαια εἶναι ζήτημα ποὺ θέλει κόπο κι ἔχει δυσκολίες. Ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ἀποθαρρυνθοῦμε καὶ νὰ τὸ ἀμελήσουμε. Ἀλλὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸ παράγγελμα τῶν Πυθαγορείων, ποὺ λέγει ὅτι ὁ καθένας πρέπει νὰ διαλέγει τὸν ἄριστο τρόπο ζωῆς καὶ νὰ βρίσκει χαρὰ μέσα του, συνηθίζοντάς τον. Ἔτσι, θὰ ἐπιχειρήσουμε τὸ καλύτερο ἀπ᾿ ὅλα. Εἶναι ντροπὴ νὰ ἀδιαφορήσουμε γιὰ τὴν τωρινὴ εὐκαιρία κι ὅταν περάσει ὁ καιρὸς νὰ πασχίζουμε νὰ φέρουμε μπροστά μας τὰ περασμένα, χωρὶς νὰ κατορθώσουμε τίποτε ἄλλο ἀπὸ θλίψη. Ἀπ᾿ ὅσα, λοιπόν, θαρρῶ ὅτι εἶναι τὰ καλύτερα, ἄλλα σᾶς τὰ εἶπα τώρα κι ἄλλα ὅσο ζῶ θὰ σᾶς τὰ συμβουλεύω. Καὶ σεῖς, τώρα, ἀνάμεσα στὰ τρία εἴδη ἀρρώστιας, μὴ τοποθετηθῆτε στὸ τελευταῖο, τὸ ἀθεράπευτο. Καὶ μὴ δείξετε ὅτι ἡ ψυχική σας ἀσθένεια μοιάζει μ᾿ ἐκεῖνες τῶν σωματικὰ ἄρρωστων. Ὅσοι δηλαδὴ ἔχουν κάποια μικρὴ ἀρρώστια, πᾶνε οἱ ἴδιοι στοὺς γιατρούς. Ὅσοι ἔπαθαν κάποια μεγαλύτερη ἀρρώστια τοὺς προσκαλοῦν στὸ σπίτι τους. Κι ὅσοι ἔπεσαν σὲ ἐντελῶς ἀνίατη μανία, καὶ ποὺ τοὺς πλησιάζουν οἱ γιατροί, δὲν τοὺς δέχονται. Μὴ πάθετε κάτι τέτοιο, παιδιά μου, ἀποφεύγοντας τὶς ὀρθὲς σκέψεις.

ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ : agios.dimitrios.kouvaras.glogspot.com